Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (ΜΑΤΘ. ΣΤ', 14-21) ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ.




Το σημερινό ευαγγέλιο ξεκινάει αμέσως μετά την Κυριακή Προσευχή που δίδαξε ο Χριστός μας στην επί του όρους του ομιλία.

Ας διαβάσουμε το κήρυγμα του Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου:



«Το πιο αξιοπρόσεκτο είναι αυτό· σε κάθε ιδιαίτερη αρετή που αναφέραμε μνημόνευσε το σύνο­λο της αρετής και περιέλαβε σε αυτήν ακόμα και την αμνησικακία. (Διότι ο αγιασμός του ονόματός του είναι η τελειότης μιας ολοκληρωμένης πολιτείας· και το να γίνει το θέλημά του, το ίδιο πάλι σημαίνει, αλλά και το ότι μπορούμε να τον αποκαλούμε Πατέρα αποτελεί και αυτό δείγμα άσπιλου πολιτείας· σε όλα αυτά έχει περιληφθεί και το καθήκον να καταπαύουμε την οργή μας σε αυτούς που έφταιξαν). Δεν αρκέσθηκε όμως σε αυτά αλλά θέλοντας να δείξει την σημασία που αποδίδει στο πράγμα το θέτει και ιδιαίτερα και μετά την προσευχή δεν θυμίζει καμία άλλη εντολή παρά αυ­τήν. Μας λέει: «Αν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματά τους, θα σας συγχωρή­σει και ο Πατέρας σας ο ουράνιος». Ώστε το πράγμα ξεκινά από εμάς, και από εμάς εξαρτάται η κρίση που θα μας γίνει. Για να μη μπορεί δηλαδή κανείς ακόμη και από τους αναίσθητους να σε κατηγορήσει στο δικαστήριο για κάτι μικρό ή μεγάλο, κάνει να εξαρτάται η απόφαση από εσένα τον υπεύθυνο. Και όπως δίκασες για τον εαυτό σου, λέει, έτσι δικάζω και εγώ για εσένα. Αν συγχω­ρήσεις τον ομόδουλό σου, θα πετύχεις και από εμένα την χάρη αυτή, μολονότι αυτή δεν είναι βέβαια ίση με εκείνο. Διότι έχεις ανάγκη και συγχωρείς, ο Θεός όμως δεν έχει ανάγκη κανενός. Εσύ συγχωρείς τον ομόδουλό σου, ενώ ο Θεός τον δούλο. Εσύ είσαι υπόλογος για άπειρα σφάλματα, ενώ ο Θεός είναι αναμάρτητος.

Αλλά όμως και έτσι εκδηλώνει την φιλανθρωπία του. Μπορούσε και χωρίς να συγχωρήσεις εσύ, να σου συγχωρήσει εκείνος όλα τα σφάλματά σου, αλλά θέλει και από αυτό να σε ευεργετήσει και σου παρέχει πλήθος ευκαιριών από παντού για ημερότητα και φιλανθρωπία. Για αυτό θέλει να σου ξεριζώσει και ό, τι θηριώδες έχεις μέσα σου και να σου σβήσει την φλόγα του θυμού και να σε συνδέσει από παντού με τον αδελφό σου.

Τι θα μπορούσες να πεις; Ότι σε αδίκησε ο διπλανός σου; Αυτά είναι τα αμαρτήματα. Αν σου έκανε κάτι δίκαιο, το πράγμα δεν θα ήταν καν αμάρτημα. Και εσύ για τέτοια αδικήματα προσέρχε­σαι να λάβεις συγχώρεση και μάλιστα για πολύ μεγαλύτερα. Ακόμη, και πριν από την συγχώρεση δεν απόλαυσες μικρή χάρη, γιατί διδάχθηκες να έχεις ανθρώπινη ψυχή και να ασκείς κάθε κα­λοσύνη. Μαζί με αυτά, σε περιμένει εκεί και μεγάλος μισθός, το ότι δεν θα σου ζητηθεί λόγος για κανένα από τα σφάλματά σου. Ποιας τιμωρίας δεν είμαστε λοιπόν άξιοι, όταν, ενώ μας δόθη­κε η εξουσία, εμείς προδώσαμε την σωτηρία μας; Πώς θα αξιώσουμε να εισακουστούν τα άλλα αι­τήματά μας, ενώ δεν θέλουμε οι ίδιοι να ενδιαφερθούμε για τον εαυτό μας για πράγματα που είναι στο χέρι μας; ...

Θέλοντας να δείξει... ότι περισσότερο απ' όλα αποστρέφεται και μισεί την μνησικακία και πιο πολύ από όλα επιδοκιμάζει την αρετή που είναι αντίθετη σε αυτή την κακία, και μετά την προσευχή υπενθύμισε πάλι το κατόρθωμα αυτό και από την τιμωρία που περιμένει και από την κα­θορισμένη τιμή οδηγούσε τον ακροατή στην υπακοή της εντολής αυτής. «Εάν λοιπόν συγχωρείτε» λέει, «τους ανθρώπους και ο Πατέρας μας ο ουράνιος θα σας συγχωρήσει· εάν όμως δεν τους συγ­χωρείτε ούτε αυτός θα σας συγχωρήσει». Γι' αυτό πάλι ανέφερε τους ουρανούς και τον Πατέρα, ώστε και με αυτά να παρακινήσει τον ακροατή, αν πρόκειται με τέτοιο πατέρα να γίνει θηρίο και παρά την κλήση του για τον ουρανό να έχει φρόνημα γήινο και βιοτικό. Διότι δεν πρέπει να γίνουμε μόνο παιδιά του με την χάρη, αλλά και με τις πράξεις μας. Και τίποτε δεν μας εξομοιώνει τόσο με τον Θεό, όσο το να παρέχουμε την συγγνώμη μας στους κακούς και σε όσους μας αδικούν. Όπως ακριβώς λίγο νωρίτερα είχε διδάξει, όταν έλεγε ότι ο ήλιος ανατέλλει για τους κακούς και τους αγαθούς. Για αυτό και με κάθε ρήμα ορίζει να κάνουμε κοινή την προσευχή και να λέμε· «Πάτερ ημών» και «Γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης», και, «Δος ημίν τον άρτον»· και «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών»· και, «Μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν»· και, «Ρύσαι ημάς». Ορίζει να χρησιμοποιούμε πάντοτε το ρήμα στον πληθυντικό, για να μην έχουμε ενανίον του αδελφού μας ούτε ίχνος οργής. Για πόση λοιπόν τιμωρία θα είναι άξιοι, όσοι έπειτα από όλα αυτά όχι μόνο δεν συγχωρούν οι ίδιοι, αλλά επικαλούνται και τον Θεό για την εκδίκηση των εχθρών τους και εκτελούν διαμετρικά αντίθετα τον νόμο αυτό και μάλιστα την στιγμή που αυτός κάνει το παν και μηχανεύεται, ώστε να μη δημιουργούμε διαστάσεις μεταξύ μας;

Επειδή η ρίζα όλων των αγαθών είναι η αγάπη, εκμηδενίζει όλα όσα την φθείρουν από πα­ντού, μας συγκολλά και μας συνδέει τον ένα με τους άλλους. Δεν υπάρχει κανείς, μα κανείς, ούτε πατέρας, ούτε μητέρα ούτε φίλος ούτε οποιοσδήποτε να μας έχει αγαπήσει τόσο, όσο ο Θεός που μας δημιούργησε. Αυτό και από τις καθημερινές τους ευεργεσίες αλλά και από τα επιτεύγματά του είναι ολοφάνερο. Αν τώρα μου αναφέρεις τις λύπες και τις οδύνες και τα δεινά της ζωής, σκέψου σε πόσα είσαι αντίθετος ως προς το θέλημά του καθημερινώς και δεν θα απορήσεις πλέον αν σε βρί­σκουν περισσότερα από αυτά τα δεινά· πιο πολύ θα απορήσεις και θα εκπλαγείς αν δοκιμάσεις και κάποιο καλό. Τώρα όμως στην περίπτωση των συμφορών βλέπουμε αυτές που θα μας βρουν μελ­λοντικά, δεν αντιλαμβανόμαστε όμως τις καθημερινές παραβάσεις και για αυτό αγωνιούμε. Τα αμαρτήματα μιας ημέρας αν τα υπολογίζαμε λεπτομερώς, τότε θα καταλαβαίναμε πόσα δεινά θα ήμασταν άξιοι να υπομείνουμε.

Και για να αφήσω τις άλλες παραβάσεις που έχει κάνει ο καθένας ιδιαιτέρως, ας αναφέρω αυτά που γίνονται σήμερα, αν και βέβαια δεν γνωρίζω ποια είναι τα αμαρτήματα του καθενός. Είναι όμως τόση η αφθονία των σφαλμάτων, ώστε και αυτο που τα γνωρίζει όλα με λεπτομέρεια να μη μπορεί ούτε να και να επιλέξει από αυτά. Ποιος λοιπόν από σας δεν έδειξε ραθυμία κατά την προ­σευχή; ποιος δεν απογοητεύτηκε; Ποιος δεν έδειξε κενοδοξία, ποιος δεν κακομίλησε στον αδελφό του και δεν του δημιουργήθηκε πονηρή επιθυμία; Ποιος δεν απεύθυνε ακόλαστα βλέμματα, δεν θυ­μήθηκε με πάθος τον εχθρό του και δεν έκανε την καρδιά του να φουσκώσει; αν λοιπόν τώρα που είμαστε συγκεντρωμένοι στην εκκλησία, και εντός ολίγου διαστήματος γίναμε υπεύθυνοι για τόσα σφάλματα, τι θα γίνουμε όταν βγούμε από εδώ; Αν μέσα στον λιμένα μας κτύπησαν τόσα κύματα, όταν βγούμε για το πέλαγος των δεινών, εννοώ την αγορά, τις δημόσιες φροντίδες και τις οικογε­νειακές μέριμνες, θα μπορέσουμε τάχα να αναγνωρίσουμε τους εαυτούς μας; Αλλά όμως για την απαλλαγή από τόσο πολλά και μεγάλα αμαρτήματα μας έδωσε ο Θεός σύντομο και εύκολο δρόμο που δεν προκαλεί κανένα κόπο. Τι κόπος απαιτείται να συγχωρήσεις αυτόν που σε λύπησε; Αποτε­λεί κόπο το να μη συγχωρήσεις, αλλά να διατηρείς την έχθρα σου, ενώ το να απαλλαγείς από τον θυμό και πολύ άνεση σου προξενεί και για όποιον θέλει είναι πολύ εύκολο.

Δεν χρειάζεται να περάσεις πέλαγος, ούτε να κάνεις μακρινό ταξίδι, ούτε να διαβείς κορφές βου­νών, να δαπανήσεις χρήματα ή να ταλαιπωρήσεις το σώμα σου· φτάνει να θελήσεις και όλα τα αμαρτήματά σου έχουν διαγραφεί. Αν όμως όχι μόνο δεν συγχωρείς ο ίδιος αλλά και στον Θεό προ­σεύχεσαι εναντίον του εχθρού σου, τι ελπίδα σωτηρίας έχεις, όταν την ώρα που προσπαθείς να τον εξευμενίσεις και τον παρακαλείς τον ερεθίζεις και τότε ακόμη, και παρουσιάζεις μεν την όψη από κάποιον που ικετεύει, αλλά βγάζεις φωνές θηρίου ή στρέφεις εναντίον οσυ τα τοξεύματα του Πονη­ρού; Για αυτό και ο Παύλος, αναφερόμενος στην προσευχή, τίποτε δεν ζήτησε με τόση επιμονή όσο την φύλαξη της εντολής αυτής. «Υψώνοντας», λέει, «ευλαβικά χέρια χωρίς οργή και εχθρικές σκέψεις».

Αν λοιπόν όταν χρειάζεται το έλεος, ούτε τότε δεν αφήνεις την οργή, αλλά την κρατάς περισ­σότερο, αν και γνωρίζεις ότι σπρώχνεις το ξίφος στον εαυτό σου, πότε θα κατορθώσεις να γίνεις φι­λάνθρωπος και να διώξεις το κακό δηλητήριο αυτής της κακίας; Αν δεν έχεις ακόμη αντιληφθεί το μέγεθος αυτού του ατοπήματος, εξέτασέ το στις σχέσεις των ανθρώπων και τότε θα διαπιστώσεις την δίχως όρια προσβολή. Είσαι άνθρωπος και αν σου ερχόταν κάποιος και σου ζητούσε το έλεός σου και ενώ έχει πέσει στην γη, βλέπει τον εχθρό του, οπότε αφήνοντας την παράκλησή του προς εσένα αρχίζει να χτυπάει εκείνον, δεν θα οργιζόσουν άραγε περισσότερο εναντίον του;

Το ίδιο σκέψου ότι συμβαίνει και με τον Θεό. Και εσύ ενώ ικετεύεις τον Θεό, αφήνοντας στο μεταξύ την ικεσία σου, χτυπάς με τους λόγους σου τον εχθρό σου, βρίζεις τους νόμους του Θεού, επικαλούμενος αυτόν που νομοθέτησε να αφήνουμε κάθε οργή εναντίον εκείνων που μας λύπησαν και πράττεις ενάντια στα προστάγματά του. Δεν είναι επαρκής λόγος για να τιμωρηθείς, που εσύ παραβαίνεις τον νόμο του Θεού, αλλά παρακαλείς και αυτόν να κάνει το ίδιο; Ξέχασες άραγε ότι μας παρήγγειλε; Είναι τάχα άνθρωπος αυτός που μας τα είπε αυτά; Είναι ο Θεός, που γνωρίζει τα πάντα και θέλει να φυλάγονται οι νόμοι του με κάθε ακρίβεια, και απέχει τόσο από το να κάνει αυτά που αξιώνεις, ώστε και εσένα που τα λες αυτά σε αποστρέφεται και μισεί μόνο διότι τα λες και απαιτεί την έσχατη των ποινών. Πώς λοιπόν έχεις την αξίωση να λάβεις από αυτόν ό, τι αυτός πολύ έντονα σε προστάζει να μην αγγίζεις;

Αλλά όμως υπάρχουν μερικοί που παραλογίζονται σε τέτοιον βαθμό, ώστε καταράσσουν όχι μόνο τους εχθρούς τους αλλά και για τα παιδιά των εχθρών τους και εύχονται αν ήταν δυνατόν, να φάνε τις σάρκες τους ή μάλλον τις τρώνε κιόλας. Μη μου πεις ότι δεν έχωσες τα δόντια σου στο σώμα εκείνου που σε λύπησε. Έκανες κάτι πολύ χειρότερο από ό, τι μπορούσες, διατυπώνο­ντας την αξίωση να πέσει πάνω του η οργή από τον ουρανό, να παραδοθεί σε αιώνια τιμωρία και να καταστραφεί με όλη την οικογένειά του. Δεν είναι αυτά λοιπόν χειρότερα από όλα τα δαγκώματα; Δεν είναι πιο οδυνηρά από όλα τα βέλη; Δεν σου δίδαξε αυτά ο Χριστός. Δεν σου όρισε να ματώσεις το στόμα σου με αυτό τον τρόπο. Οι γλώσσες αυτές είναι χειρότερες από στόμα­τα ματωμένα από ανθρώπινες σάρκες. Πώς θα χαιρετήσεις τον αδελφό σου; Πώς θα προσέλθεις στην θυσία; Πώς θα γευθείς το Δεσποτικό αίμα, έχοντας τόσο δηλητήριο στην ψυχή σου; Όταν προ­σεύχεσαι και λες “σύντριψέ τον και γκρέμισε το σπίτι του, κατάστρεψέ του τα πάντα”, και εύχεσαι να τον βρει κάθε είδος καταστροφής, δεν διαφέρεις σε τίποτε από έναν φονιά ή μάλλον από ένα σαρκοφάγο θηρίο.

Ας σταματήσουμε λοιπόν αυτή την νόσο και μανία και ας δείξουμε σε όσους μας λύπησαν την αγάπη που όρισε, για να γίνουμε όμοιοι με τον Πατέρα μας τον ουράνιο. Και θα σταματή­σουμε αν φέρουμε στον νου μας τα δικά μας αμαρτήματα, αν εξετάσουμε με ακρίβεια όλα τα παρα­πτώματα που διεπράξαμε μέσα μας, έξω μας, στην αγορά, στην εκκλησία. Αν για τίποτε άλλο, του­λάχιστον για την εδώ αδιαφορία, μας αξίζει να υποστούμε την βαρύτερη τιμωρία. Ενώ ψάλλουν οι προφήτες, υμνούν οι απόστολοι, μιλάει ο Θεός, εμείς περιπλανόμαστε έξω και φέρουμε μέσα τον θόρυβο τον βιοτικών φροντίδων. Και δεν προσφέρουμε στους νόμους του Θεού ούτε τόση ησυχία όση σιγή κρατούν στις βασιλικές ανακοινώσεις οι θεατές μέσα στο θέατρο. Διότι εκεί όταν δια­βάζονται τα διατάγματα αυτά, και οι ύπατοι και οι διοικητές και η βουλή και ο δήμος στέκονται όλοι όρθιοι και ακούν με ησυχία όσα λέγονται. Και αν στη μέση αυτής της βαθύτατης ησυχίας ορ­μήσει κάποιος και βάλει τις φωνές, δέχεται την βαρύτερη τιμωρία, διότι φέρεται προσβλητικά στον βασιλιά. Ενώ εδώ που διαβάζονται τα γράμματα από τον ουρανό γίνεται τόση φασαρία από παντού. Μολονότι και ο αποστολέας των επιστολών είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτό τον βασιλιά και το θέατρο είναι πολύ σοβαρότερο· γιατί δεν αποτελείται μόνο από ανθρώπους αλλά και από αγ­γέλους. Και αυτά τα επινίκια που μας ευαγγελίζονται τα γράμματα του Θεού, είναι πολύ πιο φρικτά από αυτά της γης. Για αυτό δεν προτρεπόμαστε να επευφημούμαστε μόνο οι άνθρωποι, αλλά και οι άγγελοι και οι αρχάγγελοι και τα τάγματα του ουρανού και όλοι οι κάτοικοι της γης. «Επευφημείτε», μας λέει, «τον Κύριο όλα τα έργα του».

Δεν είναι μικρά όσα επιτυγχάνονται, αλλά ξεπερνούν κάθε λογική και νου και ανθρώπινη σκέψη. Αυτά αναγγέλλουν καθημερινά οι προφήτες, ανακηρύττοντας διαφορετικά ο καθένας την λαμπρή αυτή νίκη. Ο ένας λέει· «Στα ψηλώματα ανέβηκες, έπιασες αιχμαλώτους· απ' τους ανθρώπους δώρα έλαβες»· και, «Ο Κύριος είναι κραταιός και δυνατός στον πόλεμο». Ο άλλος λέει· «Θα πάρει τα λάφυρα από τους δυνατούς». Διότι για αυτό ήρθε, να κηρύξει στους αιχμαλώτους την απελευθέρωση και στους τυφλούς την ανάβλεψη. Και ψάλλοντας θριαμβευτικά τον επινίκιο ύμνο κατά του θανάτου έλεγε· «Πού είναι, θάνατε, η νίκη σου; πού είναι, Άδη, το κεντρί σου;». Και άλλος πάλι ευαγγελίζοντας την απόλυτη ειρήνη έλεγε· «Θα ξαναχύσουν τα μαχαίρια τους σε άρο­τρα και τα κοντάρια τους σε δρεπάνια». Και ο μεν καλεί την Ιερουσαλήμ λέγοντας· «Χαίρε, πόλη της Σιών! Αλαλάξτε από χαρά, κάτοικοι της Ιερουσαλήμ! Νάτος, ο βασιλιάς σας, έρχε­ται· είναι δίκαιος και σώζει. Είναι πράος και κάθεται πάνω σε γαϊδούρι, σ' ένα πουλάρι, γέν­νημα υποζυγίου». Ο άλλος δε εξαγγέλλει και την δεύτερη παρουσία του λέγοντας τα εξής· «Θα έρ­θει ο Κύριος, που εσείς ζητείτε, και ποιος θα αντέξει την ημέρα της εισόδου του; Σκιρτήστε σαν τα μοσχάρια που ελευθερώθηκαν από τα δεσμά τους». Και άλλος πάλι έλεγε κατάπληκτος· «Αυτός είναι ο Θεός μας· δεν θα υπάρξει άλλος εκτός από αυτόν».

Όταν όμως λέγονται αυτά και πολύ περισσότερα, πρέπει να δοκιμάζουμε φρίκη και να μη νομί­ζουμε ότι βρισκόμαστε στην γη· αλλά εμείς θορυβούμε όπως στο μέσο της αγοράς και προκαλούμε ταραχή και μιλάμε για αδιάφορα για εμάς πράγματα ξοδεύοντας όλο τον χρόνο της συνάξεώς μας. Όταν λοιπόν και στα μικρά και στα μεγάλα και ενώ ακούμε και πράττουμε έξω και μέσα στην εκ­κλησία, είμαστε έτσι αδιάφοροι και μαζί με όλα αυτά εκτοξεύουμε και κατάρες κατά τους εχθρούς μας, από πού θα λάβουμε ελπίδα σωτηρίας, στα τόσα αμαρτήματά μας προσθέτοντας και άλλη βα­ριά ίση με αυτά με την παράλογη προσευχή μας; Είναι λοιπόν ακόμα δίκαιο να θαυμάζουμε, αν μας συμβεί κάτι απροσδόκητο και λυπηρό, ενώ πρέπει να θαυμάζουμε όταν δεν μας συμβαίνει; Εκείνο είναι συνέπεια της ακολουθίας των πραγμάτων, ενώ αυτό είναι πέρα από κάθε λογική και προσδο­κία. Διότι πέρα από την λογική, αφού γίναμε εχθροί του Θεού και τον παροργίζουμε, να απολαμ­βάνουμε τον ήλιο και την βροχή και όλα τα άλλα εμείς, άνθρωποι που νικάμε την σκληρότητα των θηρίων, που ορθωνόμαστε εναντίον των άλλων, που ματώνουμε την γλώσσα μας, δαγκώνοντας τους άλλους, έπειτα από το πνευματικό τραπέζι και τις τόσες ευεργεσίες και τα άπειρα παραγγέλμα­τα.

Έχοντας αυτά στο νου μας, ας αποβάλουμε το δηλητήριο, ας διαλύσουμε τις εχθρότητες και ας κάνουμε τις προσευχές που μας αρμόζουν. Αντί της θηριωδίας των δαιμόνων, ας λάβουμε την ημερότητα των αγγέλων· και όσες αδικίες και αν μας έχουν γίνει, αφού φέρουμε στο νου μας τα δικά μας και τον μισθό που μας περιμένει μετά την εκτέλεση της εντολής, ας μετριάσουμε την οργή μας, ας καταστείλουμε την θαλασσοταραχή, για να περάσουμε και την παρούσα ζωή ατάραχοι και φτάνοντας εκεί να βρούμε τον Δεσπότη, όπως φάνηκε στους συνδούλους μας. Αν αυτό είναι βαρύ και φοβερό, ας το κάνουμε ελαφρύ και επιθυμητό και ας ανοίξουμε τις λαμπρές πύλες της παρρησί­ας προς αυτόν. Και αυτό που δεν πετύχαμε με την αποχή από τα αμαρτήματα, θα το καταφέρουμε με το να γίνουμε ήρεμοι προς αυτούς που έφταιξαν εναντίον μας. (Αυτό δεν είναι ούτε βαρύ ούτε δύσκολο). Ενώ θα ευεργετούμε τους εχθρούς μας, θα σοδιάσουμε πολύ έλεος για εμάς. Διότι έτσι και σε αυτή την ζωή θα μας αγαπήσουν όλοι και περισσότερο από όλους ο Θεός και θα μας αγαπήσει και θα μας στεφανώσει και θα μας αξιώσει των μελλοντικών αγαθών...



«Όταν όμως νηστεύετε, μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως ακριβώς οι υποκριτές. Διότι αυτοί πα­ραμορφώνουν τα πρόσωπά τους, για να φανούν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν».

Αρμόζει να στενάξουμε εδώ πολύ και να θρηνήσουμε πικρά. Δεν μιμούμαστε μόνο τους υποκρι­τές αλλά και τους έχουμε ξεπεράσει. Διότι γνωρίζω, γνωρίζω πολλούς που όχι μόνο νηστεύουν και κάνουν επίδειξη, αλλά και πολλούς άλλους που δεν νηστεύουν και παίρνουν ύφος ύφος ανθρώπων που νηστεύουν και κάνουν έτσι απολογία χειρότερη από την αμαρτία. Για να μη σκανδαλίσω, λέει, τους πολλούς το κάνω αυτό. Μα τι είναι αυτό που λες; Είναι ο νόμος του Θεού που τα ορίζει αυτά και εσύ θυμάσαι το σκάνδαλο; Και νομίζεις ότι σκανδαλίζεις, όταν τον τηρείς και αποσοβείς το σκάνδαλο, όταν τον παραβαίνεις; Μπορεί να υπάρξει χειρότερη ανοησία από αυτή; Δεν θα σταμα­τήσεις να γίνεσαι χειρότερος και από τους υποκριτές και να διπλασιάζεις την υποκρισία κατανο­ώντας την μεγάλη υπερβολή αυτής της κακίας, δεν θα ντραπείς να διατυπώσεις αυτή την έμφαση; Δεν είπε μόνο ότι υποκρίνονται, αλλά επειδή ήθελε να τους θίξει περισσότερο λέει· «Αφανίζουν τα πρόσωπά τους», τα χαλούν δηλαδή, τα καταστρέφουν. Και αν αυτό λέγεται αφανισμός του προσώπου, το να φαίνεται ωχρό για λόγους κενοδοξίας, τι θα μπορούσαμε να πούμε για τις γυναίκες εκείνες που παραμορφώνουν με σκόνες και βαφές τα πρόσωπά τους προς καταστροφή των ακόλαστων νέων; Γιατί εκείνοι τον εαυτό τους μόνο βλάπτουν, ενώ αυτές και τον εαυτό τους και όσους τις βλέπουν. Πρέπει και την μια και την άλλη βλάβη ν' αποφεύγουμε με όλη την δύναμή μας.

Μας έχει δώσει εντολή όχι μόνο να μη επιδεικνυόμαστε αλλά και να προσπαθούμε να παρα­μένουμε απαρατήρητοι, πράγμα που έκανε και προηγουμένως. Και στην περίπτωση της ελεημο­σύνης δεν το έθεσε απλά, αλλά όταν είπε· «Προσέχετε να μη την πράττετε μπροστά στους αν­θρώπους», πρόσθε­σε, «για να σας δουν». Στην περίπτωση δε της νηστείας και της προσευχής δεν όρισε τίποτα τέτοιο. Γιατί τάχα; Επειδή η ελεημοσύνη είναι αδύνατον να κρυφτεί ολότελα, είναι όμως δυνατόν να κρυφτεί η προσευχή και η νηστεία. Όπως λοιπόν όταν είπε· «Να μη γνωρίζει το αριστερό χέρι τι κάνει το δεξί», δεν εννοούσε τα χέρια, αλλά ότι πρέπει να περνάς απαρατήρητος με προσοχή από όλους. Και όταν συμβούλεψε να αποσυρόμαστε στην αποθήκη μας, δεν όρισε εξάπαντος ή κυρίως εκεί μόνο να προσευχόμαστε, αλλά υπονοούσε πάλι το ίδιο. Έτσι και εδώ, η διαταγή του να αλειφόμαστε δεν έχει το νόημα να αλειφόμαστε οπωσδήποτε. Γιατί τότε θα βρεθού­με όλοι να παραβαίνουμε αυτό τον νόμο και περισσότερο από όλους αυτοί που έκαναν φύλαξη αυ­τού του νόμου κύριο έργο τους, οι κοινότητες των μοναχών που έπιασαν τα βουνά.

Δεν όρισε λοιπόν αυτό. Αλλά επειδή οι παλιοί συνήθιζαν να αλείφονται σε κάθε ευχάριστο και χαρούμενο γεγονός -και αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς και στην εποχή του Δαυίδ και του Δανιήλ- είπε να αλειφόμαστε και εμείς όχι για να το κάνουμε αυτό εξάπαντος, αλλά να φροντίζου­με με κάθε τρόπο και πολλή προσοχή να κρύβουμε αυτό το πράγμα. Και για να μάθεις ότι έτσι είναι όταν εκείνος παρουσίασε στην πράξη αυτό που όρισε με τον λόγο, και νήστεψε επί σαράντα μέρες, παραμένοντας απαρατήρητος, ούτε αλείφτηκε ούτε πλύθηκε. Ωστόσο και χωρίς να τα κάνει αυτά τελείωσε την άσκησή του πιο ακενόδοξα από κάθε άλλον. Αυτό ακριβώς ορίζει και σε εμάς και με το να φέρει τους υποκριτές στη μέση και με το να αποτρέψει με διπλό παράγγελμα τους ακροατές του. Και κάτι άλλο μας αφήνει να καταλάβουμε με το όνομα “υποκριτές”. Όχι δηλαδή μόνο με το ότι το πράγμα είναι καταγέλαστο και προκαλεί ζημιά εξαιρετική, αλλά και με το να παρουσιάσει σαν εφήμερη την απάτη αυτή, μας εμποδίζει από την πονηρή επιθυμία. Διότι ο υποκριτής φαίνεται έως τότε λαμπρός, έως ότου τον παρακολουθήσουν οι θεατές· μάλλον ούτε και τότε δεν έχουν όλοι την ίδια γνώμη, επειδή γνωρίζουν οι περισσότεροι ποιος είναι και ποιον υποκρίνεται. Όταν όμως τελειώσει η παράσταση, φανερώνεται σε όλους ολοκάθαρα. Αυτό λοιπόν έχουν μεγάλη ανάγκη να το υπομείνουν και οι κενόδοξοι. Και είναι εδώ φανερό στους περισσότερους ότι αυτοί δεν είναι ό, τι φαίνονται αλλά φορούν μόνο ένα προσωπείο. Θα συλληφθούν πολύ περισσότερο μετά από αυτή την ζωή, οπότε παρουσιάζονται όλα γυμνά και ξεσκέπαστα.

Και με άλλον τρόπο πάλι τους απομακρύνει από τους υποκριτές, παρουσιάζοντας την εντολή του ότι είναι ελαφριά. Δεν κάνει αυστηρότερη την νηστεία, ούτε διατάζει να την παρουσιάσουμε μεγαλύτερη, αλλά να μη χάσουμε το στεφάνι από αυτήν. Ώστε αυτό που φαίνεται βαρύ είναι κοι­νό και για εμάς και για τους υποκριτές, επειδή νηστεύουν και αυτοί. Εκείνο όμως που είναι ελα­φρότερο, το να μη χάσουμε τον μισθό επειδή κουραστήκαμε, αυτό είναι, μας λέει, που ορίζω. Δεν προσθέτει τίποτα στον κόπο μας, εξασφαλίζει όμως για χάρη μας τους μισθούς μας και δεν αφήνει να φύγουμε αστεφάνωτοι όπως εκείνοι. Ούτε θέλουν να μιμηθούν αυτούς που αγωνίζο­νται στους Ολυμπιακούς αγώνες, οι οποίοι, παρόλο ότι τους παρακολουθεί τόσο πλήθος και τόσοι άρχοντες, ένα μόνο επιδιώκουν να ικανοποιήσουν, αυτόν που θα βραβεύσει την νίκη τους, και ας είναι πολύ κατώτερος. Και εσύ που έχεις διπλή αιτία να παρουσιάσεις σε εκείνον την νίκη σου, για­τί και ο βραβευτής είναι αυτός και ασύγκριτα υπερέχει από όλους όσους κάθονται στο θέατρο, κάνεις επίδειξη της αρετής σου σε άλλους που όχι μόνο δεν σε ωφελούν αλλά και σου προξενούν υπερβολική ζημιά.

Αλλά, λέει, και αυτό δεν σου το αποκλείω. Αν θέλεις να επιδειχτείς και στους ανθρώπους, περί­μενε, και εγώ θα σου το παραχωρήσω και αυτό πιο απλόχερα και με περισσότερο κέρδος. Σε απο­σπά τώρα αυτό από την δόξα μου, όπως σε συνδέει η περιφρόνηση εκείνων. Τότε θα τα απολαύσεις όλα με κάθε ελευθερία. Αλλά και πριν από αυτά δεν θα είναι μικρή η ωφέλεια σου και εδώ να κατα­πατήσεις όλη την δόξα των ανθρώπων, να ελευθερωθείς από την βαριά ανθρώπινη δουλεία και να γίνεις γνήσιος εργάτης της αρετής. Επειδή με τέτοιου είδους αντιλήψεις, αν βρεθείς στην έρημο, θα γίνεις έρημος από κάθε αρετή, αφού δεν θα έχεις θεατές. Αυτό όμως το κάνει ένας που βρίζει την ίδια την αρετή, αν όχι για αυτήν, αλλά πρόκειται να την ασκήσεις για τον σχοινοπλέχτη και τον σιδηρουργό και το πλήθος των ανθρώπων της αγοράς, για να σε θαυμάσουν οι κακοί και οι απομα­κρυσμένοι από αυτήν. Και καλείς τους εχθρούς της να σε δουν και να σε θαυμάσουν. Είναι το ίδιο να προτιμά κανείς την σωφροσύνη όχι για την αξία της σωφροσύνης αλλά για να την επιδείξει στους άλλους. Και εσύ λοιπόν δεν θα προτιμούσες την αρετή, παρά μόνο για τους εχθρούς της. Αξί­ζει και από αυτό να την θαυμάσει κανείς, επειδή την επαινούν και οι εχθροί της. Πρέπει όμως να την θαυμάζουμε όχι για τους άλλους, αλλά για αυτή την ίδια. Επειδή και εμείς θεωρούμε προσβολή να μη μας αγαπούν για τον εαυτό μας αλλά χάρις στους άλλους.

Να σκέφτεσαι το ίδιο και για την αρετή. Μη την επιδιώκεις προς χάρη των άλλων ούτε να υπακούς στον Θεό χάρη των ανθρώπων, αλλά στους ανθρώπους χάρη του Θεού. Αν κάνεις το αντίθετο, ακόμη και αν νομίζεις ότι επιδιώκεις την αρετή, τον ερεθίζεις όπως εκείνος που δεν την επιδιώκει. Διότι όπως εκείνος παράκουσε με το να μη πράξει, έτσι και εσύ με το να πράξεις παρα­νόμως.



«Μη θησαυρίζετε για τον εαυτό σας θησαυρούς πάνω στην γη».

Αφού έβγαλε από την ψυχή μας το νόσημα της κενοδοξίας, αρχίζει στην κατάλληλη ώρα και τον λόγο περί ακτημοσύνης. Τίποτα δεν προετοιμάζει τόσο τον άνθρωπο στην αγάπη των χρη­μάτων, όσο ο έρωτας της δόξας. Για την δόξα οι άνθρωποι εφευρίσκουν τα κοπάδια των δούλων, το πλήθος των ευνούχων, τα χρυσοστόλιστα άλογα και τα αργυρά τραπέζια και τα άλλα που είναι ακόμα πιο καταγέλαστα. Όχι βέβαια για να ικανοποιήσουν κάποια ανάγκη, ούτε για να απολαύσουν κάποια ηδονή, αλλά για να επιδειχθούν στους πολλούς.

Πιο πάνω βέβαια περιορίστηκε να ορίσει ότι πρέπει να ελεούμε. Εδώ μας υποδεικνύει και πόσο πρέπει να ελεούμε λέγοντας· «Μη θησαυρίζετε». Επειδή δεν ήταν δυνατόν να παρουσιάσει από την αρχή όλο μαζί τον λόγο για την περιφρόνηση των χρημάτων, καθόσον είναι τυραννική η κυριαρχία του πάθους, αφού τον χώρισε σε μέρη και τον ελευθέρωσε από αυτήν, τον σταλάζει στην ψυχή των ακροατών του, ώστε να γίνει εύκολα παραδεκτός. Για αυτό έλεγε πρώτα, «Μακάριοι οι ελεήμονες», και έπειτα, «Δείξε συμπάθεια στον αντίδικό σου». Και στην συνέχεια· «Αν θέλει κάποιος να πάτε στο δικαστήριο και να σου πάρει τον χιτώνα, να του δώσεις και το ιμάτιο». Εδώ όμως είπε το μεγα­λύτερο από όλα. Εκεί είχε πει· «Αν δεις να πλησιάζει δικαστικός αγώνας, να κάνεις αυτό· αντί να το κρατήσεις με φιλονικία καλύτερα να αποφύγεις την διαμάχη και ας μη το έχεις». Αλλά εδώ χωρίς να παρουσιάζει ούτε αντίδικο ούτε κατηγορούμενο ούτε να αναφέρει κάποιον άλλον σχετικό, μας συμβουλεύει την ίδια την περιφρόνηση των χρημάτων, και μας δείχνει ότι θέτει αυτό τον νόμο όχι τόσο για αυτούς που ευεργετούνται, όσο για αυτόν που ευεργετεί. Ώστε και αν δεν υπάρχει κανείς να μας αδικεί ή να μας σέρνει στο δικαστήριο, ακόμη και έτσι να περιφρονούμε τα υπάρχοντά μας και να τα μοιράζουμε σε όσους έχουν ανάγκη.

Και εδώ όμως δεν το φανερώνει όλο, αλλά προχωρεί και εδώ με μέτρο, μολονότι παρουσίασε τους αγώνες του για αυτά στην έρημο με πολλή υπερβολή. Ούτε όμως το θέτει, ούτε το φέρει στο μέσον· δεν ήταν ακόμη καιρός να το φανερώσει. Μέχρι τώρα εξετάζει σκέψεις, και λαμβάνει περισ­σότερο την θέση συμβούλου στους λόγους αυτούς και όχι νομοθέτου. Αφού λοιπόν είπε, «Μη θη­σαυρίζετε πάνω στην γη», πρόσθεσε, «Όπου το σαράκι και το σκουλήκι αφανίζουν και όπου οι κλέφτες ανοίγουν και κλέβουν». Παρουσίασε και την βλάβη του εδώ θησαυρού και την ωφέλεια του εκεί θησαυρού και από τον τόπο και από τους καταστροφείς του. Δεν σταματάει όμως μέχρι εδώ, αλλά προσθέτει και άλλη σκέψη. Πρώτα, στηρίζει την προτροπή του σε εκείνα που φοβούνται. Τι φοβάσαι; λέει. Δώσε λοιπόν ελεημοσύνη, και τότε ακριβώς δεν θα ξοδευτούν. Και το μεγαλύτερο βέβαια είναι ότι όχι μόνο δεν θα ξοδευτούν, αλλά και μεγαλύτερη προσθήκη θα λάβουν καθόσον προστίθενται σε αυτά και τα ουράνια αγαθά. Δεν το λέει όμως αυτό από την αρχή, το προσθέτει έπειτα.

Μέχρι τώρα ό, τι μπορούσε να αποτελέσει για αυτούς την μεγαλύτερη προτροπή, αυτό φέρει στο κέντρο, το ότι ο θησαυρός τους παραμένει άθικτος και τους σύρει και από τα δύο μέρη. Δεν είπε δηλαδή μόνο ότι διατηρείται αν δώσει ελεημοσύνη, αλλά διετύπωσε και την αντίθετη απειλή. Αν δεν δώσεις χάνεται. Πρόσεξε την άφατη σοφία. Γιατί δεν είπε, “Τα εγκαταλείπεις σε άλλους”, επει­δή και αυτό ευχαριστεί τους ανθρώπους. Τους φοβίζει και από άλλη άποψη, δείχνοντας ότι δεν το πετυχαίνουν ούτε αυτό· διότι και αν δεν αδικήσουν άνθρωπο, υπάρχουν οπωσδήποτε αυτοί που αδι­κούν, το σαράκι και το σκουλήκι. Γιατί και αν οι καταστροφείς φαίνονται πολύ εύκολοι, στην πραγ­ματικότητα είναι ακαταμάχητοι και ασυγκράτητοι. Και οτιδήποτε και να σκεφτείς δεν θα κατα­φέρεις να αναχαιτίσεις την ζημιά που προκαλούν.

Τι λοιπόν; Το σαράκι αφανίζει το χρυσάφι; Όχι βέβαια το σαράκι, οπωσδήποτε όμως οι κλέφτες. Και έγιναν όλοι θύματα κλοπής; Αν όχι όλοι, οπωσδήποτε έγιναν οι περισσότεροι. Για αυτό προ­σθέτει, όπως είπα προ λίγο, και άλλη σκέψη· «Όπου βρίσκεται ο θησαυρός του ανθρώπου εκεί είναι και η καρδιά του». Ακόμη και τίποτε από αυτά να μη γίνει, δεν θα υποστείς μικρή βλάβη να είσαι προσηλωμένος στα κάτω, να γίνεις δούλος από ελεύθερος που είσαι, να χάσεις τα ουράνια, τί­ποτε από τα υψηλά να μη μπορείς να εννοήσεις, αλλά να τα βλέπεις όλα σαν χρήματα και τόκους και δάνεια και κέρδη και ανελεύθερες συναλλαγές. Υπάρχει μεγαλύτερη αθλιότητα από αυτήν; Διότι ο άνθρωπος αυτός είναι χειρότερος από κάθε ανδράποδο, είναι δούλος στην χειρότερη τυραν­νία και έχει προδώσει το σημαντικότερο από όλα, την ευγένεια του ανθρώπου και την ελευθερία. Όσα και να σου λέει κανείς, όταν ο νους σου είναι προσηλωμένος στα χρήματα τίποτα δεν θα μπορέσεις να ακούσεις από όσα σου αρμόζουν. Αλλά σαν το σκυλί δεμένος σε τάφο με την πιο βαριά αλυσίδα, την τυραννία των χρημάτων, θα γαβγίζεις όλους όσους πλησιάζουν και θα έχεις αυτό μόνο το αδιάκοπο έργο, να φυλάς από τους άλλους τον θησαυρό. Υπάρχει μεγαλύτε­ρη αθλιότητα από αυτό;

Επειδή όμως αυτό ήταν ανώτερο από το διανοητικό επίπεδο των ακροατών του και δεν ήταν εύ­κολο στους πολλούς να δουν με μια ματιά την βλάβη και δεν ήταν και το κέρδος φανερό, αλλά χρειάζονταν μια πιο πνευματική διάθεση για να διακρίνουν το ένα από το άλλο, το έθεσε αυτό έπει­τα από τα φανερά εκείνα λέγοντας· «Όπου βρίσκεται ο θησαυρός του ανθρώπου εκεί είναι και η καρδιά του».... Έτσι λοιπόν εάν τον αποθέσεις στον ουρανό, δεν θα καρποφορήσει μέσω της πράξης σου μόνο αυτό, το να λάβεις δηλαδή τα έπαθλα για αυτά, αλλά λαμβάνεις ήδη και εδώ τον μισθό, που τον μεταφέρεις εκεί, μελετάς αυτά που έχουν σχέση με εκεί και φροντίζεις για τα εκεί· γιατί όπου απέθεσες τον θησαυρό, είναι φανερό ότι εκεί έχεις και την σκέψη σου.

Και για ποιο λόγο τα κρύβεις στην γη; Για να φυλάγονται με ασφάλεια; Και εδώ, λέει, συμβαίνει το αντίθετο. (Για ποιο λόγο, λέει, προσεύχεσαι και ελεείς; Επιθυμείς την δόξα των ανθρώπων; Μη προσεύχεσαι λοιπόν για αυτή και θα την έχεις κατά την ημέρα της κρίσεως). Όπως λοιπόν εκείνον που νηστεύει και ελεεί και προσεύχεται για λόγους κενοδοξίας τον οδηγεί στην έλλειψη κενοδοξίας χρησιμοποιώντας την ίδια την επιθυμία του, όμοια και τον φιλάργυρο τον αποσπά με όσα ακριβώς τράβηξαν την επιθυμία του. Τι θέλεις; του λέει. Να φυλάσσονται τα χρήματά σου και να απολαύ­σεις την ηδονή; θα σου τα δώσω και τα δύο με μεγάλη αφθονία, αν καταθέσεις το χρυσάφι σου όπου σου ορίζω....

Και τι θα κερδίσω από την ακρόαση, θα ρωτήσει κάποιος, όταν με κατέχει η επιθυμία;

Αλλά ακριβώς η συνεχής ακρόαση μπορεί να εξαλείψει και την επιθυμία. Και αν επιμένεις να κυριαρχήσαι από αυτήν, κατανόησε ότι το πράγμα δεν είναι η επιθυμία. Τι είδους επιθυμία είναι να βρίσκεσαι σε βαριά δουλεία, να είσαι κάτω από τυραννικό ζυγό, κλεισμένος από τους τοίχους φυ­λακής, να ζεις στο σκότος, να είσαι γεμάτος από ταραχή, να υπομένεις ανώφελους κόπους, να φυ­λάς τα χρήματα από άλλους και συχνά και από τους εχθρούς; Σε ποιου είδους επιθυμία ταιριάζουν αυτά; Δεν ταιριάζουν να τα αποφύγουμε και να πάρουμε δρόμο από αυτά; Τι είδους επιθυμία είναι αυτή, να αφήνεις τον θησαυρό σου μεταξύ των κλεφτών; Αν επιθυμείς τα χρήματα στο σύνολό τους, τοποθέτησέ τα όπου μπορούν να μείνουν ασφαλισμένα και ανεπιβούλευτα. Γιατί αυτά που κάνεις τώρα δεν δείχνουν άνθρωπο που επιθυμεί χρήματα, αλλά μαρτυρούν δουλεία, επιβου­λή, ζημιά, αδιάκοπη αγωνία.

Εσύ όμως αν κάποιος σου δείξει ένα μέρος απαραβίαστο επάνω στην γη, και αν σε φέρει στην ίδια την έρημο και σου υπόσχεται την ασφαλισμένη φύλαξη των χρημάτων σου, ούτε διστάζεις ούτε επιφυλάσσεσαι, αλλά δείχνεις εμπιστοσύνη και μεταφέρεις εκεί τα χρήματά σου. Όταν σου υπόσχεται το ίδιο ο Θεός και όχι κάποιος άνθρωπος και σου προτείνει όχι την έρημο αλλά τον ου­ρανό, κάνεις τα αντίθετα. Και όμως, αν χίλιες φορές αυτά είναι ασφαλισμένα εδώ κάτω, ποτέ δεν θα μπορέσεις αν ελευθερωθείς από την φροντίδα. Και αν ακόμα δεν τα χάσεις, δεν θα ελευθερωθείς ποτέ από την αγωνία μήπως τα χάσεις. Εκεί όμως δεν θα υποφέρεις τίποτα από αυτά. Και επί πλέον θα ωφεληθείς, διότι δεν κρύβεις μόνο το χρυσάφι σου αλλά και το σπείρεις. Το ίδιο γίνεται θησαυρό και σπόρος και κάτι περισσότερο από τα δύο. Διότι ο σπόρος δεν κρατάει για πάντοτε, ενώ αυτό μένει παντοτινά. Και ο θησαυρός δεν βλαστάνει ενώ αυτό σου δίδει καρπούς αθάνατους. Και αν μου προβάλλεις τον χρόνο και την αναβολή της ανταποδόσεως, μπορώ και εγώ να σου δείξω και να σου πω, πόσα και εδώ κερδίζεις. Χωριστά όμως από αυτά θα προσπαθήσω να σου αποδείξω και από αυτές τις βιοτικές φροντίδες ότι αυτά αποτελούν μάταιες προφάσεις.

Δημιουργείς πολλά σε αυτή την ζωή, που δεν πρόκειται να τα χαρείς ο ίδιος. Και αν σε κατηγο­ρήσει κανείς, προβάλλεις τα παιδιά σου και τα παιδιά των παιδιών σου και νομίζεις ότι ανακάλυψες ικανοποιητική δικαιολογία για περιττούς κόπους. Όταν στα έσχατα γηρατειά σου κτίζεις μεγα­λόπρεπα σπίτια, που προτού τελειώσουν, θα έχεις εσύ πολλές φορές αναχωρήσει, και όταν φυτεύεις δέντρα, που μετά από πολύ χρόνο θα σου δώσουν καρπό, και όταν αγοράζεις περιουσίες και κτήμα­τα, που θα αποκτήσεις την κυριότητά τους μετά από πολύ διάστημα, και όταν πολλά άλλα πα­ρόμοια δημιουργείς, που δεν θα δοκιμάσεις εσύ την χαρά τους, τα ετοιμάζεις τάχα για τον εαυτό σου ή για τους άλλους; Δεν είναι λοιπόν η τελευταία ανοησία να μη στενοχωριέσαι καθόλου εδώ για την αργοπορία του χρόνου, την στιγμή μάλιστα που από την αργοπορία αυτή θα χάσεις όλη την αμοιβή σου, για την εκεί όμως καθυστέρηση να αδρανείς την στιγμή που αυτή σου δίνει μεγαλύτερο κέρδος και δεν προορίζει σε άλλους τα αγαθά, αλλά φέρει τις απολαβές σε σένα; Εκτός από αυτά και η αναβολή δεν είναι και πολλή. Τα πράγματα έχουν πλησιάσει πολύ και δεν γνωρίζουμε μήπως και στην δική μας γενεά πάρει τέλος η ζωή αυτή και φτάσει η φοβερή εκείνη μέρα, που θα μας παρουσιάσει το φρικτό και αδέκαστο δικαστήριο. Τα περισσότερα σημεία έχουν πραγματοποιηθεί· και το Ευαγγέλιο έχει κηρυχθεί σε όλα τα μέρη του κόσμου και οι πόλεμοι και οι σεισμοί και οι λιμοί έχουν γίνει και η απόσταση πια δεν είναι μεγάλη. Δεν βλέπεις τα σημεία; Αυτό ακριβώς είναι το μεγαλύτερο σημείο. Ούτε οι επί Νώε δεν είχαν διακρίνει τα προμηνύματα της καταστροφής εκείνης, αλλά ενώ έπαιζαν και έτρωγαν και παντρεύονταν και έκαναν όλα τα συνηθισμένα της ζωής, τους βρήκε η φοβερή εκείνη τιμωρία. Τα ίδια και στα Σόδομα. Ενώ διασκέδαζαν και δεν υποψιάζονταν τίποτα, κεραυνοβολήθηκαν από τους κεραυνούς που έπε­σαν.

Αυτά ας έχουμε στο νου μας και ας κατευθύνουμε τον εαυτό μας στην προετοιμασία της αποδημίας μας από εδώ. Διότι και αν ακόμη δεν φτάσει ποτέ η κοινή ημέρα της συντέλειας, το τέλος του καθενός μας είναι πλησίον, είτε γέρος είναι είτε νέος. Και δεν μπορούμε, όταν φύγουμε από εδώ, ούτε λάδι πια να αγοράσουμε ούτε να παρακαλέσουμε και να λάβουμε συγγνώμη, είτε ο Αβραάμ μεσολαβήσει, είτε ο Νώε, ο Ιώβ ή ο Δανιήλ. Έως ότου λοιπόν έχουμε καιρό, ας ετοιμάσου­με για τον εαυτό μας από τώρα για την τότε μας μεγάλη παρρησία, ας συγκεντρώσουμε άφθονο λάδι, ας τοποθετήσουμε τα πάντα στον ουρανό, για να τα απολαύσουμε την κατάλληλη ώρα και όταν τα χρειαζόμαστε, με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δύναμη και η δόξα και τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου