Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

Ο Ιερεύς και το Θυσιαατήριον. Αρχιμ. Αθηναγόρας Καραμαντζάνης.





 

Προ καιρού είχα την ευλογημένη ευκαιρία να παραστώ στην χειροτονία ενός πρεσβυτέρου αγαπητού φίλου και αδελφού.
 
Όταν έφθασε η ώρα της χειροτονίας, είδα δύο άλλους πρεσβυτέρους να τον περιφέρουν τρεις φορές κύκλω της Αγίας Τραπέζης, ψάλλοντες «δόξα Σοι Χριστέ ο Θεός Αποστόλων καύχημα...» Κατόπιν τον είδα να γονατίζη μπροστά στο θυσιαστήριο, στηρίζοντας και τα δύο του χέρια επάνω σ' αυτό. Τί εσήμαιναν άραγε αυτά; Εσήμαιναν και σημαίνουν ότι από εκείνη την ώρα κέντρο της ζωής του ιερέως θα είναι το ιερό και άγιο αυτό θυσιαστήριο. Γι' αυτό και το αγκαλιάζει με όλη την θέρμη της καρδιάς του σαν το πολυτιμώτερο απόκτημα της ζωής του, αλλά και το θυσιαστήριο τον τυλίγει ολόκληρο μέσα στην δόξα και τον θείο του γνόφο.

1.    Το μεγαλείο του Θυσιαστηρίου
Τί συγκλονιστική αλήθεια στιγμή, που βέβαια όλοι μας την έχουμε ζήσει! Όντως, αυτό το ιερό σύμπλεγμα, ιερεύς και θυσιαστήριο, είναι και θα είναι εις τους αιώνας, ό,τι πιο υψηλό ό,τι πιο μεγαλειώδες έχει να παρουσιάση αυτός ο κόσμος. Δύο πράγματα, που ενώθηκαν άπαξ δια παντός από αυτόν τον Κύριο, τον πρώτο και Μέγα ιερέα του κόσμου. Ο ιερεύς είναι τρόπον τινά συνεζευγμένος με το θυσιαστήριο. Ο ιερεύς γεννάται την ώρα της χειροτονίας του. Μήτρα αυτής της υπερφυούς γεννήσεως είναι ακριβώς το πανάγιο θυσιαστήριο, που έκτοτε θα γίνη ο ομφάλιος λώρος του. Από την στιγμή εκείνη γίνεται η ίδια η ζωή του. Υπάρχει εξ αιτίας αυτού και ζη μόνον γι' αυτό. Είναι το ιερό φορτίο του, η χαρά του και η δόξα του.
 
Το διδακτικό, το ποιμαντικό και το άλλο κοινωνικό έργο του απορρέουν και τροφοδοτούνται από την χάρι του λειτουργικού του χαρίσματος. Στην Ορθοδοξία το κέντρο της ζωής των πιστών, δεν είναι το κήρυγμα, αλλά το Μυστήριο. Δεν είναι ο άμβων, αλλά το θυσιαστήριο. Γι' αυτό ακόμη και η θέσις του μέσα στον ναό είναι κεντρική, όπως η καρδιά μέσα στο σώμα. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας. Η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι πρωτίστως λειτουργούσα και προσευχομένη Εκκλησία και δευτερευόντως κηρύττουσα και ποιμαίνουσα. Ποιμαίνει από την Αγία Τράπεζα. Η πρώτη Εκκλησία όλα τα μυστήριά της τα είχε συνδεδεμένα με το υπέρτατο γεγονός της Θ. Ευχαριστίας. Η Αγία Τράπεζα εκφράζει και συγκεφαλαιώνει όλα τα σημαντικώτερα έργα του Χριστού επί της γης. Θεωρείται και ως τράπεζα του Μυστικού Δείπνου και ως άλλος Γολγοθάς, αλλά και ως ο θεοδόχος τάφος του Σωτήρος μας, εξ ου αναβλύζει η ανάστασις και η ζωή. «Ως ζωηφόρος, ως παραδείσου ωραιότερος όντως και παστάδος πάσης βασιλικής αναδέδεικται λαμπρότερος Χριστέ ο τάφος Σου, η πηγή της ημών αναστάσεως». Κατά δε τον Άγ. Συμεών τον Θεσσαλονίκης, το θυσιαστήριο θεωρείται τόπος και θρόνος του βασιλέως της δόξης.
 
«Είχε μεν - κατά τον Απ. Παύλον (Εβρ. 9,1) και η πρώτη σκηνή δικαιώματα λατρείας» καθώς και το θυσιαστήριο των ολοκαυτωμάτων, αλλά αυτά ήσαν σκιά και προτύπωσις των μελλόντων. «Ημίν διηκόνουν αυτά» κατά τον Απ. Πέτρον (Α' Πετρ. 1,12). Το θυσιαστήριο της Παλαιάς Διαθήκης, ήτο το προεικόνισμα του θυσιαστηρίου της Καινής Διαθήκης όπου «υπέρ ημών ετύθη Χριστός», το καινόν Πάσχα. Από το άλλο μέρος το επίγειο αυτό θυσιαστήριο της Εκκλησίας θεωρείται προβαθμίδα του υπερουράνιου και νοερού, όπου ο Χριστός «παραγενόμενος αρχιερεύς των μελλόντων αγαθών, ου δι' αίματος τράγων και μόσχων, αλλά δια του ιδίου αίματος, εισήλθεν εφ' άπαξ εις τα Άγια, αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Εβρ. 9,11-12).
 
Πιστεύουμε ότι όσα τελούνται, κατά την θεία μας λατρεία είναι ο απόηχος και η πιστή αντιγραφή των όσων συμβαίνουν στον ουρανό. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στην Αποκάλυψι μας δίδει μία έκπαγλη εικόνα της ουράνιας λειτουργίας, σε μια παναρμόνια συγχορδία των αγγέλων και των αγίων. Λέγει στο 8ο κεφ. στιχ 3: «Και άλλος άγγελος ήλθε και εστάθη επί του θυσιαστηρίου, έχων λιβανωτόν χρυσούν και εδόθη αυτώ θυμιάματα πολλά, ίνα δώση ταις προσευχαίς των αγίων πάντων επί το θυσιαστήριον το χρυσούν το ενώπιον του θρόνου». Σε άλλο δε κεφάλαιο μας παρουσιάζει την δοξολογική λειτουργία και τους ύμνους της θριαμβευούσης εν ουρανοίς Εκκλησίας και λέγει: «Και ήκουσα ως φωνήν όχλου πολλού και ως φωνήν υδάτων πολλών και ως φωνήν βροντών ισχυρών, λεγόντων αλληλούια. ότι εβασίλευσε Κύριος ο Θεός, ο Παντοκράτωρ. Χαίρωμεν και αγαλλιώμεθα και δώμεν την δόξαν αυτώ, ότι ήλθεν ο γάμος του αρνίου και η γυνή αυτού ητοίμασεν εαυτήν» (Αποκ. 19,6-7). Αυτού του υπέρθεου μεγαλείου με το οποίο είναι ντυμένο το θυσιαστήριό μας, τελετουργός και μύστης, αλλά και πρώτος μέτοχος των ανεκφράστων δωρεών του, τυγχάνει ο ιερεύς, εξ αιτίας της αγίας ιερωσύνης, την οποίαν φέρει στο οστράκινο σκεύος του. Ο ιερεύς είναι βέβαια και αυτός άνθρωπος «σάρκα φορών και τον κόσμον οίκων», αλλά έχει την υψίστη τιμή να υπηρετή τον Θεό. Ο ιερός Χρυσόστομος, ο υμνητής αυτός, όσον ουδείς άλλος, της ιερατικής αξίας, στέκει απορημένος μπροστά της και ερωτά: «Όταν ο ιερεύς το Πνεύμα το Άγιον καλή και την φρικωδεστάτην επιτελή θυσίαν και του κοινού πάντων εφάπτεται δεσπότου, που τάξομεν αυτόν, ειπέ μοι;». Ο δε σύγχρονος Άγ. Σιλουανός ο Αθωνίτης θα προσθέση σε αυτά και την ιδική του εκτίμησι: «Εάν έβλεπαν -λέγει- οι άνθρωποι με ποια δόξα λειτουργεί ο ιερεύς, θα έπεφταν κατά γης μπροστά στο όραμα αυτό. Κι' αν ο ίδιος ο ιερεύς έβλεπε τον εαυτό του, σε ποια ουράνια δόξα βρίσκεται, κατά την τέλεση του λειτουργήματός του, τότε θα γινόταν μεγάλος ασκητής και θα αγωνιζόταν να μη θλίψη με τίποτε την χάρι του Αγίου Πνεύματος που ζη μέσα του». Και καταλήγει πολύ σοφά: «Όμως ο Κύριος αποκρύπτει από τα μάτια των λειτουργών του το μεγαλείον τους αυτό, για να μη υπερηφανεύωνται, αλλά να σώζωνται με την ταπείνωσι». Ο μακαριστός π. Ιάκωβος Τσαλίκης, άνθρωπος με θαυμαστές εμπειρίες (ηγούμενος του Οσ. Δαβίδ), όταν λειτουργούσε, έλαμπε από καθαρότητα και μεγαλοπρέπεια. Συχνά τον έβλεπαν να μη πατάη στο έδαφος, αλλά να στέκεται και να βαδίζη στον αέρα. Πολλές φορές αντίκρυζε επάνω στην Αγία Τράπεζα αγγέλους και αρχαγγέλους, να κρατούν το Σώμα του Κυρίου. «Οι άνθρωποι - έλεγε - είναι τυφλοί και δεν βλέπουν τί γίνεται μέσα στο ναό, στην διάρκεια της θείας λειτουργίας!»
 
Ο ιερουργών ιερεύς, ιστάμενος προ του φρικτού θυσιαστηρίου, γίνεται δέκτης της θείας χάριτος αλλά και πομπός της προς τον κόσμο. Είναι μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπου, εικονίζοντας τον ένα και μοναδικό μεσίτη Ιησούν Χριστόν. «Ο ιερεύς -λέγει ο ιερός Χρυσόστομος- μέσος του Θεού και της των ανθρώπων φύσεως έστηκεν, τας εκείθεν τιμάς κατάγων προς ημάς και τας παρ' ημών ικετηρίας ανάγων εκεί».
 
Τα δύο υψωμένα χέρια του λειτουργού, άλλοτε μας φέρνουν τις θείες ευλογίες και άλλοτε εμποδίζουν, σαν άλλα αλεξικέραυνα, την οργή του θεού, διασώζοντας το ανθρώπινο γένος. Γι' αυτό αν σταματήση να τελήται επί της γης η θεία λειτουργία, ο κόσμος θα αποθάνη. Έτσι, μπορούμε να πούμε, λαμβάνοντας υπ' όψιν και την προσωπική μας πραγματικότητα, ότι ο ιερεύς κινείται μεταξύ ενός θείου μεγαλείου που κρύβει η ιερωσύνη του και της χοϊκότητος, που την αποτελούν τα πάθη και οι αδυναμίες μας. Ο ιερεύς όντως παλεύει μεταξύ αγγέλων και δαιμόνων. Άλλοτε βλέπει ότι προσεγγίζει ή προσεγγίζεται από τους πρώτους και άλλοτε από τους δευτέρους. Μπροστά στο θυσιαστήριο βλέπει ότι είναι «Θεός κατά χάριν», έξω όμως στην καθημερινότητα, διαπιστώνει ότι αποτελείται από αίμα και σάρκα. Και έρχονται στιγμές, που η θέσις του ιερέως είναι όντως δραματική. Τότε ίσως βγαίνει από τα χείλη του ο αναστεναγμός: «Ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος». Και αν δεν δίνει τακτική διέξοδο στο Μυστήριο της ιεράς εξομολογήσεως, στο καθαρτήριο αυτό λουτρό, τα πράγματα γι' αυτόν είναι πολύ δύσκολα.

2. Προϋποθέσεις προσεγγίσεως του θυσιαστηρίου
Λαμπρό λοιπόν, αλλά και φοβερό συγχρόνως το άγιό μας θυσιαστήριο. Όμως πώς πρέπει κανείς να το πλησιάζη; Ποιες προϋποθέσεις πρέπει να διέπουν την σχέσι του ιερέως με αυτό; Διότι ο Μ. Βασίλειος φωνάζει: «Βλέπε ω ιερεύ τίνι παρίστασαι πώς ιερουργείς και τίσι μεταδίδως». Χωρίς να θέλω να κάνω τον δάσκαλο, θα ήθελα να μου επιτρέψετε να διαγράψω με αγάπη και ταπείνωσι, τέσσαρες βασικές προϋποθέσεις.
α) Ευλάβεια
Η ευλάβεια δεν είναι ένα αίσθημα παροδικό ή μία εξωτερική εκδήλωσις στιγμιαία. Δεν είναι ένα φόρεμα που το φορούμε όσο διαρκεί το έργο μας, ούτε μία μάσκα, για να καλύψουμε το πραγματικό μας πρόσωπο. Αλλά είναι μία μόνιμη στάσις του όλου άνθρωπου. Μια έντονη αίσθησις της παρουσίας του Θεού, που συγκλονίζει όλο το ψυχοσωματικό μας είναι. Στην αληθινή ευλάβεια μετέχουν και η ψυχή και το σώμα. Εάν κάποιος δείχνει εξωτερική ευλάβεια, χωρίς εσωτερικό αντίκρυσμα, γίνεται φαρισαίος. Εάν πάλι κάποιος ισχυρίζεται ότι έχει μεν εσωτερική ευλάβεια, αλλά αδιαφορεί για τις εξωτερικές της εκδηλώσεις, θεωρώντας τες ως δήθεν τυπικότητες, αυτός πλανάται. Είναι ένας άνθρωπος γυμνός χωρίς ένδυμα και μάλιστα ένδυμα γάμου και πώς τότε θα εισέλθη στον θείο του Χριστού νυμφώνα;
Η ευλάβεια είναι η τελωνική στάσις της ψυχής. Ο τελώνης, κατά την παραβολή, «μακρόθεν εστώς, ουκ ήθελε ουδέ τους οφθαλμούς αυτού εις τον ουρανόν επάραι (εδώ έχουμε την εξωτερική εκδήλωσι της ευλαβείας, την «κάτω νεύσι» όπως λένε οι πατέρες) αλλ' έτυπτεν εαυτού το στήθος και έλεγε, ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ» (αυτά είναι η εσωτερική στάσις της ψυχής, που προκαλείται από την αίσθησι της παρουσίας του Θεού και της αμαρτωλότητος του ανθρώπου).
Η ευλάβεια προς το θείον και τα θεία πράγματα, είναι σύνθετο πνευματικό φαινόμενο. Τα στοιχεία που το αποτελούν είναι: η θερμουργός πίστις, ο άγιος φόβος του Θεού, η αγαπητική διάθεσις της καρδιάς και η βαθειά ταπείνωσις.
 
Η ζωντανή πίστις είναι κατά τον Άγ. Μάξιμο η πρώτη ανάστασις του Θεού μέσα μας, που η άγνοια τον είχε νεκρώσει. Και είναι η μητέρα της ιερατικής ευλαβείας. Γεννάται αυτομάτως όταν στην καρδιά του ιερέως υπάρχει η αίσθησις της παρουσίας του Θεού, κατά την θεία μυσταγωγία, ιδιαιτέρως δε μετά τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων, όπου η θεία παρουσία δεν είναι μόνον αόρατη, αλλά και ορατή και αισθητή, στο σώμα και στο αίμα του Χριστού. Ο ιερεύς που πιστεύει βαθειά αυτήν την πραγματικότητα, δεν μπορεί παρά να αισθάνεται ευλαβική συντριβή. Θέλετε να δήτε αν ένας λειτουργός πιστεύει πραγματικά, ότι αυτό που έχει μπροστά του, επί της Αγίας Τραπέζης, είναι "αυτό τούτο το άχραντον σώμα του Χριστού και αυτό τούτο το τίμιον αίμα Του"; Παρακολουθήστε τον στα εξής σημεία: Πώς μελίζει και διαμελίζει τον αμνόν του Θεού. Πώς κοινωνεί ο ίδιος. Πώς κάνει την συστολή. Πώς κοινωνεί τον κόσμο. Περισσότερο όμως από όλα - μη σας φανή υπερβολικό- πώς καταλύει το Άγιον Ποτήριον. Εκεί κυρίως δίνουμε τις εξετάσεις μας. Ο ιερεύς τις φρικτές αυτές ώρες που επαναλαμβάνει την ψηλάφησι του Θωμά (τον δάκτυλον εις τον τύπον των ήλων και την χείρα εις την πλευράν του), πρέπει συνεχώς να επαναλαμβάνει και την ομολογία της πίστεώς του: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου». «Ο Κύριός μου είναι παρών. Με βλέπει, με ακούει, με παρακολουθεί και με προσέχει. Αυτός και με κρίνει». Αυτή η πίστις δημιουργεί στην καρδιά μας και τον φόβο του Θεού. Ο φόβος του Θεού δεν είναι ο άγριος και εξουθενωτικός τρόμος, που νοιώθει ο άνθρωπος μπροστά σε ένα κίνδυνο, που του σφίγγει την καρδιά, που μπορεί να του δημιουργήση και ψυχολογικά προβλήματα ακόμη. Αλλά είναι εκείνο το ιερό δέος, που νοιώθει το πλάσμα, ενώπιον του Πλάστου. Ο σεβασμός του παιδιού μπροστά στον Ουράνιο Πατέρα, είναι - αν θέλετε- το γλυκό ρίγος, που διαπερά σύγκορμη την ύπαρξί μας, όταν ζούμε την έλευσι της Θ. Χάριτος. Αυτός ο θείος φόβος είναι γεμάτος από αγάπη προς Εκείνον, που πρώτος μας αγάπησε «και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ η­μών». «Φοβήθητε τον Κύριον πάντες οι άγιοι αυτού» λέγει ο Δαυίδ. Οι άγιοι του Θεού εφοβούντο τον Θεό, επειδή τον αγαπούσαν και τον αγαπούσαν, επειδή τον εφο­βούντο. Αυτά τα δύο αλληλοτροφοδοτούνται. Και προκαλούν την ευλάβεια.
 
Ευλάβεια ακόμη σημαίνει: «καρδία συντετριμμένη και τεταπεινωμένη». Ο ευλαβής μυσταγωγός γνωρίζει καλώς ποιος είναι αυτός ο ίδιος αλλά και ποιον υπηρετεί. Έχει βαθειά συναίσθησι ότι αυτός ως άνθρωπος είναι «γη και σποδός» αμαρτωλός και αχρείος δούλος, ενώ ο Κύριός του είναι ο Άγιος και ο Αναμάρτητος.
 
Συνεπώς η υπερηφάνεια και η έπαρσις, η επιδεικτικότης και η αλαζονεία δεν έχουν θέσι στην ψυχή του. Ιδού τί μας συμβουλεύει ο Όσιος Θεόγνωστος, που γράφει πολλά για την ευλαβική ιερωσύνη: «Να θεωρής τον εαυτόν σου μυρ­μήγκι και σκουλήκι για να γίνης θεόπλαστος. Κοίταξε ποια ισάγγελη τιμή αξιώθηκες και φρόντισε να μείνης ανέπαφος στο βαθμό της ιερωσύνης που έχεις κληθή, με κάθε αρετή και καθαρότητα. Γνωρίζεις από πόσο ύψος σε πόσο βάθος έπεσε ο εωσφόρος από υπερηφάνεια. Αυτό μη το πάθης και συ, φανταζόμενος μεγάλα για τον εαυτό σου, αλλά να τον θεωρής χώμα και στάχτη και σκουπίδι και σκυλί και να θρηνής αδιάκοπα, γιατί αξιώνεσαι να καλήσαι σε θεία κοινωνία και συγγένεια, με το να διεξάγης με τα χέρια σου την φρικτή ιεροτελεστία των αγίων μυστηρίων από απόρρητη φιλανθρωπία Του Θεού».
 
Ζώντας έτσι τα πράγματα του εαυτού του ο ιερεύς, οδηγείται στην μετάνοια, την κατάνυξι και τα δάκρυα. Εγνωρίσαμε ευλαβείς λειτουργούς του θυσιαστηρίου, που εμούσκευαν όχι μόνο το μαντήλι τους αλλά και το δάπεδο, από τα πολλά τους δάκρυα. Ας σταματήσουμε με θαυμασμό μπροστά στην καταπληκτική περίπτωσι ενός αγιορείτου ιερομόναχου, για τον οποίον ο Γέρων Ιωσήφ γράφει τα εξής: «Ο παπα- Δανιήλ εξήκοντα έτη μίαν ημέραν δεν εννοούσε να αφήση την θείαν λειτουργίαν. Αυτός δεν ηδύνατο να προφέρη τας εκφωνήσεις από την κατάνυξιν. Από τα δάκρυα πάντοτε εμούσκευε μπροστά του το χώμα. Δι' αυτό δεν ήθελε κανείς ξένος να είναι στην λειτουργία του, δια να μη βλέπη την εργασία του. Είχε εφ' όρου ζωής ολονύκτιον αγρυπνίαν και νοεράν προσευχήν. Ήτο όλος μετέωρος εις την θείαν λειτουργίαν του. Και χωρίς να γίνη λάσπη το έδαφος δεν ετελείωνε η λειτουρ­γίαν». (Έκφρ. Μοναχ. εμπειρίας).
Ο μεγαλύτερος και υπουλότερος εχθρός της ενθέου ευλάβειας είναι η συνήθεια και η εξοικείωσις με τα θεία. Όχι βεβαίως η οικείωσις, αλλά η εξοικείωσις. Η οικείωσις ή οικειότης προς τα ιερά και τα θεία είναι ενέργεια της θείας χάριτος μέσα στην ψυχή μας. Μας έλκει προς τον Θεό «τον αγαπήσαντα ημάς και λούσαντα ημάς από των ανομιών ημών, εν τω αίματι αυτού» (Αποκ. 1,5). Μας ανάβει τον πόθο να είμεθα πάντοτε κοντά Του και μαζί Του και μας ανανεώνει τον ζήλο να τον υπηρετούμε αδιαλείπτως με καίουσα την καρδιά.
Γράφουν για τον μακαριστό Παπα - Εφραίμ τον Κατουνακιώτη: «θερμαινόταν ολόκληρος λειτουργώντας. Τον χειμώνα πού να τολμήσουμε να βάλουμε την θερμάστρα πετρελαίου πάνω από το ένα. Εμείς τουρτουρίζαμε κι' εκείνος ζεσταινόταν, την αιτία την καταλάβαμε αργότερα. Όταν σταμάτησε να λειτουργή, τότε ζητούσε να ανεβάσουμε την θερμάστρα...»
Η ιερατική ψυχή σαν το διψασμένο ελάφι τρέχει να ξεδιψάση στην πηγή των ζώντων υδάτων και επαναλαμβάνει το δαβιδικό: «ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου Κύριε, επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» διότι «το ποτήριόν Σου μεθύσκει με ωσεί κράτιστον». Ερώτησα κάποτε ένα ευλογημένο ιερέα, που λειτουργούσε κάθε μέρα, αν έρχεται ώρα που βαριέται την θεία λειτουργία, και μου απάντησε: «Όχι, τουναντίον, όσο λειτουργώ τόσο ανάβει μέσα μου η φλόγα. Η μία λειτουργία με προετοιμάζει για την άλλη, και η επομένη με ελκύει με δύναμι προς αυτήν: Πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω του Θεού μου! Και κατέληξε: «Το θυσιαστήριο είναι τρομερός μαγνήτης». Αντιθέτως η εξοικείωσις είναι κατάστασις νεκροποιός. Υποβαθμίζει τον ζήλο (που όπως λένε οι Αγιορείται στην αρχή μπορεί να είναι σαν τον Άθωνα, στο τέλος όμως καταντά σαν ένα αυγό) ψυχραίνει την αγάπη, νεκρώνει τον θείο φόβο, δημιουργεί παρρησία και τελικά πώρωσι και αναισθησία. Μεταβάλλει τα πάντα σε ρουτίνα και σε μια μηχανική εκτέλεσι, χωρίς την συμμετοχή της καρδιάς. Ο ιερεύς τότε είναι ικανός και στις ιερώτερες στιγμές να απροσεκτή, να ομιλή, να γελάη, να αστειεύεται ή και να οργίζεται με τους γύρω του. Ο νους τρέχει στα βιοτικά, στις εργασίες, στην οικογένεια και λοιπά. Η ολεθρία και ζημιογόνος αυτή εξοικείωσις οφείλεται σε ένα αίσθημα κόρου (μπούχτισμα) και αποστροφής. Ο κόρος όμως για τα θεία είναι δαιμονικό αίσθημα, που μπορεί να οδηγήση τον ιερέα στην αθεοφοβία και τελικά στην απώλεια.

β) Καθαρότης
Το καθαρό και άγιο θυσιαστήριο του Κυρίου μας, δεν συμβιβάζεται με ακάθαρτο ιερέα. Η καθαρά και άμωμη θυσία του Υιού του Θεού, δεν επιτρέπεται να προσφέρεται από χέρια ακάθαρτα, γλώσσα λερωμένη, σώμα ρυπαρό, καρδιά γεμάτη πάθη. Κατά τον ιερό Χρυσόστομο: «Εννόησον οποίας τας ταύτα διακονουμένας χείρας είναι χρη, οποίαν την γλώτταν την εκείνα προχέουσαν τα ρήματα, τίνος δε ου καθαρωτέραν και αγιωτέραν την τοσούτον Πνεύμα υποδεξαμένην ψυχήν;». Στην ευχή του χερουβικού ύμνου, σκυφτός ο λειτουργός προσεύχεται: «Ουδείς άξιος των συνδεδεμένων ταις σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς προσέρχεσθαι ή προσεγγίζειν βασιλεύ της δόξης. το γαρ διακονείν σοι μέγα και φοβερόν και αυταίς ταις επουρανίαις δυνάμεσι....» Και παρακαλεί: «Καθάρισόν μου την ψυχήν και την καρδίαν από συνειδήσεως πονηράς....» Ποια είναι η πονηρά συνείδησις; Η ένοχη και η ακάθαρτη. Κυρίως όμως η αμετανόητη. Ο προμνημονευθείς Όσιος Θεόγνωστος και πάλι μας ομιλεί: «Αν καταξιωθής την θεία και σεβάσμια ιερωσύνη, έχεις χρέος πρωτύτερα να θυσιάσης τον εαυτόν σου με την νέκρωσι των παθών και των ηδονών και έτσι να τολμάς να πλησιάζης την ζωοποιό και φρικτή θυσία, αν δεν θέλης σαν εύφλεκτο υλικό να κατακαής από την θεϊκή φωτιά. Γιατί αν το Σεραφείμ δεν τόλμησε να πιάση τον θεϊκό άνθρακα, χωρίς λαβίδα (όρα­μα Ησαΐου), πώς θα τον αγγίσης συ χωρίς να έχης απάθεια;». Και αναφέρει για κάποιον ιερομόναχο, που ενώ τον θεωρούσαν ευλαβή, αυτός όμως μολυνόταν από λογισμούς αισχρούς και κάποτε, που επιτελούσε την θεία λειτουργία, όταν έφθασε η ώρα του Χερουβικού και έσκυψε να διαβάση την ευχή, πέθανε ξαφνικά και η ψυχή του τον άφησε σ' αυτήν την στάσι. Έλεγε κάποιος: «το θυσιαστήριον εκδικείται!...» Τα πάθη μας και οι αμαρτίες μας, όσο παραμένουν μέσα μας όχι μόνον εμάς ζημιώνουν, αλλά και την χάρι του Θεού κωλύουν, να επιδράση στους πιστούς. Στον προφήτη Μαλαχία κεφ.2,1 διαβάζουμε. «Και νυν η εντολή αύτη προς ημάς ώ ιερείς. Εάν μη ακούσητε, και εάν μη θήσθε εις την καρδίαν υμών του δούναι δόξαν τω ονόματί μου, λέγει Κύριος παντοκράτωρ και εξαποστελώ εφ' υμάς την κατάραν και επικαταράσομαι την ευλογίαν υμών και καταράσομαι αυτήν ...»
Βέβαια δεν ζητείται από τον ιερέα η αναμαρτησία, διότι είναι άνθρωπος «σάρκα φορών και τον κόσμον οικών» και όχι άγγελος. Ζητείται όμως η μετάνοια, η κάθαρσις της ψυχής, η εξομολόγησις έστω και κατά περιόδους. Απαιτείται αυτοκατάκρισις και αυτομεμψία, συναίσθησις της αμαρτωλότητος. Αγώνας κατά των ψεκτών παθών και καλλιέργεια πνευματικής ζωής.
Ο άξιος λειτουργός συναισθάνεται ότι ο Θεός μας είναι «πυρ καταναλίσκον» και «τους αναξίους φλέγον». Ότι το θυσιαστήριο είναι η φλεγόμενη, αλλά μη κατακαιομένη βάτος, προ της οποίας ο θεόπτης Μωυσής άκουσε την βροντερή φωνή του Θεού να του λέγει: «μη εγγίσης ώδε. λύσαι το υπόδημα εκ των ποδών σου. ο γαρ τόπος εν ώ έστηκας γη αγία εστί» (Εξ. 3,4). Ο λειτουργός λοιπόν προ της φρικώδους θυσίας, καλείται να λύση πάντα σύνδεσμον αμαρτίας, κακίας, φθόνου, πλεονεξίας, κοσμικού φρονήματος και άλλων εσωτερικών συμπλεγμάτων, ειρηνεύοντας με όλους, μέσω της ευαγγελικής αγάπης ("Αγαπήσωμεν αλλήλους ίνα εν ομόνοια oμολογήσωμεν"). Ακόμη o ευλαβής κληρικός, προκειμένου να λειτουργήση, επιμελείται και της σωματικής του καθαριότητος. Δεν πλησιάζει ατημέλητος και απεριποίητος, με τα ρούχα της εργασίας, με παπούτσια λασπωμένα, σαν να ασχολήται με κάτι το κοινό. Το ένδυμα γάμου το επεκτείνει και στα σωματικά.

γ) Σιωπή
Τρίτος τρόπος μιας αξίας προσεδρεύσεως στο αγιώτατο θυσια­στήριο είναι η σιωπή. Αλλά ίσως σκεφθή κανείς. Πώς μπορεί η σιωπή να είναι τρόπος διακονίας στο υπερούσιο Μυστήριο της θείας λει­τουργίας, όταν ο μυσταγωγός ιερεύς είναι υποχρεωμένος να απαγγέλλη ευχές, να εκφωνή, να ψάλλη: Ας μη λησμονήται όμως ότι γενικά το κλίμα της ορθοδόξου λατρείας, διέπεται από τον άγιο νόμο της σιγής, όπως τον εκφράζει ο υπέροχος λειτουργικός ύμνος. «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία και στήτω μετά φόβου και τρόμου και μηδέν γήϊνον εν εαυτή λογιζέσθω...» Κα­τά τον Άγ. Ισαάκ τον Σύρο, η σιωπή είναι η γλώσσα του μέλλοντος αιώνος, και ως εκ τούτου η σιωπή είναι η άλλη, η μυστική γλώσσα της λατρείας μας.
Στις μεγάλες στιγμές της επικοινωνίας Θεού και ανθρώπων, όπως δείχνει η ιστορία της λατρείας, η πρώτη αντίδρασις του ανθρώπου είναι το θάμβος και η σιγή. Σε ένα αρχαίο λατρειακό κείμενο υπάρχει η φράσις: «Σιγή! σύμβολον αφθάρτου Θεού ζώντος». Η ορθόδοξη λατρεία είναι η μόνη αληθινή και αντάξια του Θεού λατρεία. Είναι ευάρεστος στον Θεό, γιατί είναι λογική και πνευματική. Ξεκινά πρωτίστως μέσα από την μυστική Εκκλησία της ανθρώπινης ψυχής και εξωτερικεύεται προς τα έξω. Είναι προσκύνησις του Θεού «εν πνεύματι και αληθεία». Όσα λέγονται ή ακούγονται στις λατρευτικές μας συνάξεις, δεν είναι παρά ο απόηχος των αρρήτων και αθεάτων μυστηρίων του Χριστού «παρ ώ εισίν οι θησαυροί της σοφίας και της γνώσεως οι απόκρυφοι» (Κολ. 2, 3).
Στην ορθόδοξο λειτουργία μας έχουμε ένα θαυμάσιο συνδυασμό ιεροφωνίας και αφωνίας. Άλλοτε σιγά ο λαός και εκφωνεί ο λειτουργός. Και άλλοτε σιγά ο λειτουργός και ψάλλει ο λαός. Όμως, η γλώσσα και η φωνή αυτή της λατρείας δεν είναι γήινη και κοσμική, αλλά είναι γλώσσα ενός άλλου κόσμου. Γι' αυτό και σε μερικούς με κοσμικά κριτήρια είναι σχεδόν ακατάληπτη. Είναι θα λέγαμε τα «άρρητα ρήματα, ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι» (Β' Κορ. 12,4). Μέσα στην Εκκλησία σωπαίνει ο ανθρώπινος λόγος και ακούγεται ο θεανθρώπινος, δηλαδή ο εκκλησιαστικός. Αν λοιπόν αφήσουμε τα θεανθρώπινα και αρχίσουμε να μιλάμε για τα ανθρώπινα, τα κοινά και βιοτικά, τότε η λατρεία του Θεού μεταβάλλεται σε κοσμική ανθρώπινη συνάθροισι. Αν θελήσουμε να κάνουμε μια αυτοκριτική, ως ορθόδοξο εκκλησίασμα, θα βλέπαμε ότι στο σημείον αυτό δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε καλό βαθμό. Έχουμε δυστυχώς κακοσυνηθίσει να συζητούμε και να θορυβούμε, κατά την διάρκεια της θείας μας λατρείας. Ο λαός μας δεν βιώνει την λειτουργική σιωπή και ησυχία, γι' αυτό και η καρδιά του δεν αισθάνεται την εγγύτητα Εκείνου, που είπε: «ου εισί δύο και τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών». Το θλιβερόν όμως είναι ότι σε αυτή την αμαρτωλή και ασεβή συνήθεια, έχουμε δυστυχώς εμπλακή και εμείς οι κληρικοί. Καταλύουμε πολλές φορές, εν ώρα προσευχής και παρουσίας Θεού, τον άγιο νόμο της σιγής, μεταβάλλοντας το ιερό βήμα - θα τολμούσα να πω - σε εντευκτήριο. Συζητούμε άσχετα θέματα. Αστειευόμεθα, γελούμε, κρίνουμε και κατακρίνουμε τους πάντας και τα πάντα. Ζήτημα είναι, αν σε κάποια στιγμή συνέλθουμε και θυμηθούμε να προσευχηθούμε. Είναι σπάνιο το φαινόμενο να συναντηθούν δύο ιερείς ή αρχιερείς στο Άγιο Βήμα και να μην αρχίσουν την κουβέντα μεταξύ τους ή με άλλους, ακόμη και λαϊκούς. Στις δε πανηγύρεις των ναών, που μαζεύονται πολλοί, ο φοβερός και θείος τόπος του θυσιαστηρίου, θυμίζει πλατεία. Θορυβούμε και συζητούμε ακατάπαυστα. Εάν δε έξω γίνεται θείο κήρυγμα, τότε μέσα στο ιερό δεν ακούγεται τίποτε άλλο, παρά ένα απαίσιο και λίαν ενοχλητικό βουητό. Το φαινόμενο αυτό αποτελεί μεγίστη αμαρτία και ασέβεια, που προκαλεί την οργή του Θεού. Και οργή του Θεού, κατά το Άγ. Μάξιμο τον ομολογητή, σημαίνει σταμάτημα της χορηγίας των θείων χαρισμάτων. Οι συζητήσεις και τα πολλά λόγια - εκτός βεβαίως των απολύτως αναγκαίων - βγάζουν τον λειτουργό του Υψίστου από το θείο του κλίμα και τον υποβιβάζουν πνευματικά. Ψυχραίνουν τον ζήλο του. Διασπούν τον νου του, δεν τον αφήνουν να αλλοιωθή εσωτερικά. Έτσι η θεία λειτουργία τελειώνει και αυτός μένει άδειος και στείρος.
Πρέπει όμως κάποτε το κακό αυτό να σταματήση. Και η αρχή πρέπει να γίνη από εμάς, τους ιερείς και αρχιερείς. Ας μη λησμονούμε ότι η θέα λειτουργού σιωπηλού και αφοσιωμένου, συγκλονίζει τους πιστούς, τους καθηλώνει, τους ανεβάζει και τους μεταρσιώνει. Ευφραίνει τους αγγέλους και ευαρεστεί τον Θεό.
Επιτρέψατέ μου, από τα άπειρα παραδείγματα τέτοιων ενθέων λειτουργών του θυσιαστηρίου παλαιών και νέων, να επιλέξω και να σταματήσω μπροστά στο συγκλονιστικό παράδειγμα του Μ. Βασιλείου. Γράφει στο βίο του ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, ότι κάποτε ο αυτοκράτωρ Ουάλης ευρέθη την ημέρα των Θεοφανείων στην Καισάρεια. Επεσκέφθη την εκκλησία, όπου ιερουργούσε ο Ιεροφάντωρ Βασίλειος. Μόλις μπήκε μέσα στον Ναό, εβρόντησαν τα αυτιά του από την υπέροχη ομαδική ψαλμωδία. Βλέποντας δε την λαοθάλασσα του εκκλησιάσματος και όλη την αγγελική ιεροπρέπεια, που υπήρχε γύρω από το άγιο βήμα, καθηλώθηκε κυριολεκτικά. Δεν επερίμενε να συναντήση τέτοιο θέαμα. Η έκπληξις όμως και ο θαυμασμός του κορυφώθηκαν, όταν προχωρώντας προς το βήμα, αντίκρυσε την σεπτή και ουράνια μορφή του θείου Ιεράρχου. Ο Μ. Βασίλειος όρθιος, μπροστά από τον λαό, στητός σαν κυπαρίσσι προ του θυσιαστηρίου, μετάρσιος και σιωπηλός, ιερουργούσε το πανάγιο Μυστήριο. Ο Ουάλης θαμπώθηκε από την ακτινοβολία, ζαλίσθηκε και λίγο έλειψε να σωριασθή στο δάπεδο, αν δεν έτρεχαν κάποιοι να τον στηρίξουν. Αλήθεια, πόσα δεν μας λέει αυτό το περιστατικό!.

δ) Ευσχημόνως και κατά τάξιν
Μια ακόμη προϋπόθεσις, για την θεάρεστη επιτέλεσι των λειτουργικών μας καθηκόντων, είναι η τήρησις του αποστολικού παραγγέλματος: «πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω» (Α' Κορ. 14, 40). Το «ευσχημόνως» νομίζω ότι αναφέρεται στην συμπεριφορά και εμφάνισι του λειτουργού, αλλά και των πιστών, το δε «κατά τάξιν» στην ευπρεπή και άψογη εικόνα του θυσιαστηρίου και γενικά του Ναού και των τελουμένων εν αυτώ.
Ελάτε τώρα σας παρακαλώ να μπούμε σε έναν ναό εν ώρα λειτουργίας, όπου ιερουργεί ένας ιερεύς, όπως τον περιγράψαμε μέχρι τώρα, πιστός και ευλαβής. Κατ' αρχήν τί σας κάνει εντύπωσι; Ότι ο ναός είναι σχεδόν γεμάτος, από πολύ νωρίς. Έτσι τους έχει συνηθίσει ο καλός τους ποιμένας. Όλοι παρακολουθούν με ευλάβεια και προσοχή. Μια θεία ησυχία απλώνεται παντού. Ο Ναός είναι καθαρός και περιποιημένος. Τίποτε δεν προδίδει αδιαφορία και αμέλεια. Όλα στη θέσι τους. Όλα μυρίζουν αρχοντιά. Αλλά ας προχωρήσουμε προς το ιερό, για να δούμε τον λειτουργό από κοντά, ως απλοί αθέατοι θεαταί. Δείτε τον ιερέα: Σοβαρός, ιεροπρεπής και ευσχήμων. Τα βλέμματά του προσεκτικά δεν στρέφονται δεξιά και αριστερά χωρίς λόγο, ούτε προς το εκκλησίασμα, για να παρατηρή τον καθένα. Είναι προσηλωμένος στον εσταυρωμένο, στους αγίους και στην Πλατυτέρα των ουρανών. Δεν περιφέρεται συνεχώς μέσα στο ιερό με νευρικότητα. Στέκεται την περισσότερη ώρα μπροστά στην αγία Τράπεζα. Δεν την εγκαταλείπει για «ψύλλου πήδημα». Οι κινήσεις του δεν είναι απότομες και βιαστικές άλλα αργές επίσημες, λειτουργικές. Έτσι από την πρώτη κιόλας στιγμή, έχουμε την αίσθησι ότι αυτός ο άνθρωπος δεν κάνει μια κοινή εργασία, αλλά τελεσιουργεί μια μυσταγωγία! Ευτυχώς που επήγαμε νωρίς. Έτσι έχουμε την ευκαιρία να τον δούμε πώς παίρνει καιρό. Ήσυχα, ευλαβικά παίρνει καιρό, λέγοντας όλα τα λόγια της ακολουθίας. Χωρίς καιρό δεν θα λειτουργήση ποτέ του. Ας τον παρακολουθήσουμε περαιτέρω. Μπαίνει στο Άγιο Βήμα. Παίρνει τα ιερά του άμφια, πάντοτε διπλωμένα και τοποθετημένα στο ντουλάπι, όχι απαραιτήτως πολυτελή και εξεζητημένα, αλλά πάντοτε καθαρά και ευπρεπή. Τα φορεί, προφέροντας τους ωραίους στίχους των ψαλμών, τους οποίους δυστυχώς πολλοί τους παραλείπουν. Έτσι, ντυμένος την ιερατική του στολή, αισθάνεται ότι δεν είναι ένας κοινός άνθρωπος, αλλά κάτι άλλο ασυνήθιστο και εξωκόσμιο, αφού κανείς από τους άλλους ανθρώπους δεν εμφανίζεται έτσι. Τελειώνοντας προσεκτικά την προσκομιδή, προχωρεί ήρεμος προς την θεία ιερουργία. Εμάς περισσότερο αυτό μας ενδιαφέρει: Πώς λειτουργεί. Από αυτό κρίνεται. Για δείτε όμως πρώτα την Αγία του Τράπεζα. Αστράφτει από καθαρότητα και ωραιότητα. Αληθινός θρόνος του Παμβασιλέως Χριστού. Σου έρχεται να πης: "ο Κύριος εβασίλευσεν ευπρέπειαν ενεδύσατο". Ό,τι καλύτερο, πολυτιμώτερο και ακριβώτερο, το χρησιμοποιεί ο φιλόθεος ιερέας μας, για να ενδύση βασιλοπρεπώς τον Κύριόν Του. Το ίδιο παρατηρούμε και σε όλο το Άγιο Βήμα. Λάμπει από τη μια άκρη ως την άλλη. Υποβάλλεσαι όταν μπαίνεις μέσα. Κάποιος έλεγε: «το ιερό είναι η βιτρίνα του ιερέως».
Οι εκφωνήσεις του είναι σεμνές και γλυκές, όχι άγαρμπες, ούτε επιδεικτικές και στεντόριες, σαν τους τραγουδιστές, μπροστά στα μεγάφωνα. Τις ευχές τις αναγινώσκει ορθώς και ευκρινώς. Ούτε μεγαλοφώνως, ούτε αφώνως, αλλά χαμηλοφώνως, ελαφρώς ακουόμενες. Αυτό σημαίνει μυστικώς. Τις διαβάζει δε στην οικεία τους θέσι, με τρόπο παρακλητικό, προσπαθώντας να τις αισθάνεται πρώτος αυτός.
Εντύπωσι μας κάνει ότι τελεί όλες τις ακολουθίες κατά το τυπικό και την τάξι της Εκκλησίας. Δεν παραλείπει τίποτε. Ούτε προσθέτει, ούτε αφαιρεί. Δεν καινοτομεί και δεν αυθαιρετεί, κατά το δοκούν, «μη μεταίρων όρια αιώνια, ά οι πατέρες ημών έθεντο» εν αγίω Πνεύματι. Δείτε και τα παιδιά του ιερού πώς στέκονται. Έχει εμπνεύσει σε όλα τον σεβασμό και την ευλάβεια. Στέκονται σαν άλλα εξαπτέρυγα δεξιά και αριστερά του θυσιαστηρίου παρακολουθώντας και αυτά με θάμβος τα τελούμενα. Από αυτόν τον ευλαβέστατο ιερέα, που μπορεί να είναι και αγράμματος, πολλά παιδιά αγάπησαν τον Θεό και μερικά έγιναν και ιερείς εν οις και ο ομιλών.
Παρατηρούμε και κάτι ακόμη που μας ικανοποιεί πολύ. Τα μεγάφωνα της Εκκλησίας τα έχει ρυθμίσει κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνονται ευλογία, βοηθώντας αυτούς που δεν ακούνε καλά, και όχι κατάρα, που απομακρύνει πολλούς από την λειτουργία, σμπαραλιάζοντας το νευρικό τους σύστημα. Γνωρίζει καλώς ότι τα μεγάφωνα δεν είναι ο σκοπός της λατρείας, αλλά μέσον βοηθητικό. Οπότε κι αν λείπουν δεν δημιουργούν σοβαρό κενό, ιδίως στους μικρούς ναούς.
Μέσα σ' αυτόν τον ναό που μπήκαμε, όλα τελούνται αποστολικώς, δηλαδή «ευσχημόνως και κατά τάξιν». Οι ψάλται σεμνοί και ευλαβείς. Οι επίτροποι προσεκτικοί και εξυπηρετικοί. Ο νεωκόρος με φόβο Θεού. Και όλα οφείλονται στην ευσέβεια και την άοκνη προσπάθεια του καλού μας λειτουργού.

ε) Αναγεννημένοι ιερείς
Δείτε τώρα τον υποδειγματικό αυτόν ιερέα μετά την θεία λειτουργία. Είναι αλλοιωμένος. Η επαφή του με το θυσιαστήριο τον έχει μεταμορφώσει. Το πρόσωπό του λάμπει σαν τον Μωυσή, όταν κατέβηκε από την θεοπτία του Σινά. Είναι γεμάτος χάρι, ειρήνη και χαρά. Ο Χριστός που είναι μέσα του τον κάνει πολύ ελκυστικό. Λέγει ο π. Σωφρόνιος του Έσσεξ: «η ορθή τέλεσις της θείας λειτουργίας αφήνει τους ίδιους καρπούς χάριτος, στο επίπεδο της προσευχής, όπως η ησυχαστική προσευχή της ερήμου». Η λειτουργία όμως γι' αυτόν δεν σταματά στον ναό. Θα συνεχισθή στην καθημερινή του ζωή. Η καρδιά του θα είναι πλέον το θυσιαστήριο. Όπου κι αν σταθή, ό,τι κι αν κάνη, ό,τι κι αν πη, όλα θα αποπνέουν Χριστό. Ένας τέτοιος λειτουργός είναι «ευωδία Χριστού εν τοις σωζομένοις και εν τοις απολλυμένοις» (Β' Κορ. 2, 15). Για έναν τέτοιο λειτουργό, έγραφε μια ευλαβής ψυχή: "Σε σέβομαι, σε ευλαβούμαι ώ ιερέα του Θεού! Είσαι ό,τι πιο υπέροχο υπάρχει στη γη. Είσαι μια ευλογία όταν μας πλησιάζης. Μια συμφορά όταν φεύγης! Μείνε μαζί μας"!...
Πολύς λόγος γίνεται τον τελευταίο καιρό για την ανάγκη μιας λειτουργικής αναγεννήσεως στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Πολλοί προτείνουν πολλά. Επιτρέψατέ μου να πιστεύω ότι την πραγματική αναγέννησι σε όλα τα επίπεδα και μάλιστα στο της θείας λατρείας, θα την φέρη ο αναγεννημένος ιε­ρεύς. Ο φλεγόμενος από τον θείο έρωτα προς το Πανάγιο θυσιαστήριο λειτουργός του Κυρίου, ο οποίος με την λειτουργία του, έχει την δύναμι να κατεβάζει τον ουρανό στην γη και να ανεβάζη την γη στον ουρανό.


"ΘΕΟΔΡΟΜΙΑ"
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΔΙΔΑΧΗΣ
ΤΕΥΧΟΣ 8 . ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2000

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου