Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Η μετάνοια
ως αγάπη

Πρωτοπρεσβύτερος
Βασίλειος Θερμός

Ο τίτλος μπορεί κάπως να παραξένεψε ή να άφησε πολλά ερωτηματικά. Έχουμε συνηθίσει να μιλούμε για την μετάνοια και έχουμε διαβάσει πολλά. Επίσης έχουμε ακούσει και διαβάσει πολλά για την αγάπη. Δύο πολύ σπουδαίες έννοιες, δύο πολύ σπουδαίες πραγματικότητες της πνευματικής μας ζωής. Πώς αυτές οι δύο έννοιες μπορούν να συνυπάρξουν μέσα σε ένα τίτλο και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο διατυπωμένο, ώστε υπονοεί σχεδόν, ότι θα μπορούσαν να είναι και ταυτόσημες; Η μετάνοια, ιδωμένη ως αγάπη, εξεταζομένη ως αγάπη. Η μετάνοια υπό τη μορφή της αγάπης. Η μετάνοια με περιεχόμενο την αγάπη. Αυτές θα μπορούσε να είναι παραλλαγές επεξηγηματικές του τίτλου αυτού.
Τα αυτονόητα και τα στερεότυπα τα οποία έχουμε ο καθένας για τις δύο αυτές έννοιες δεν μοιάζουν να συγκλίνουν. Λέμε μετάνοια και έχουμε στο μυαλό μας το κατά Θεόν πένθος, το δάκρυ της μετανοίας, την συντριβή, τους καρπούς της μετανοίας, τα έργα της μετανοίας και όλα αυτά που έχουμε διαβάσει και έχουμε ακούσει. Λέμε αγάπη, και μας έρχονται στο νου η θυσία, η προσφορά, η ιλαρότητα, η φιλάνθρωπη διάθεση, η περιχώρηση του άλλου ανθρώπου. Πώς αυτά τα δύο διαφορετικά στερεότυπα, οι τόσο διαφορετικές εικόνες είναι δυνατόν να συγκλίνουν και υπό την μορφή, επαναλαμβάνω, σχεδόν της ταυτίσεως;
 Θα προσπαθήσω να στηρίξω αυτή τη υπόθεση, ότι η μετάνοια και η αγάπη βρίσκονται πάρα πολύ κοντά και σχεδόν ταυτίζονται και ότι η αγάπη αποτελεί προϋπόθεση της μετάνοιας, αυτή είναι η κεντρική ιδέα η αποψινή. Θα προσπαθήσω να τη στηρίξω μέσα από τρεις δρόμους, μέσα από τρία βασικά επιχειρήματα που θα αναπτύξω στην αγάπη σας και στην υπομονή σας.

Το πρώτο από αυτά τα επιχειρήματα είναι εμπειρικό. Δηλαδή η εμπειρία μας από τους ανθρώπους και από τον εαυτό μας μάς πληροφορεί ότι ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μετανοούν παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι άνθρωποι αγαπούν. Έτσι παρατηρούμε, ότι άνθρωποι οι οποίοι μπορούν να αγαπήσουν έντονα τον άλλον, μπορούν να μετανοήσουν και έντονα και ριζικά. Άνθρωποι οι οποίοι δυσκολεύονται να αγαπήσουν και είναι κάπως σφιχτοί και επιφυλακτικοί και ψυχροί και κλεισμένοι στον εαυτό τους, δυσκολεύονται και να μετανοήσουν.
Επιπλέον, δεν είναι μόνο θέμα ποσότητας, αλλά και θέμα χρονικής συνέπειας. Άνθρωποι οι οποίοι αγαπούν, αλλά με αστάθεια, δηλαδή αφοσιώνονται όταν αγαπούν έντονα, αλλά μετά από λίγο καιρό αλλάζουν γνώμη, ψυχραίνονται, υπαναχωρούν, χάνουν την αγάπη τους. Άνθρωποι λοιπόν που αγαπούν με αστάθεια, μετανοούν και με αστάθεια. Δεν μπορούν να συνεχίσουν αυτή την ωραία πορεία, την οποία έβαλαν με την αρχή της μετάνοιας.
Αυτές οι ομοιότητες οφείλονται στο γεγονός ότι η ποιότητα και η ποσότητα της μετανοίας ακολουθούν την αγαπητική δύναμη του ανθρώπου. Κάθε άνθρωπος, έχει μια αγαπητική δύναμη μέσα του που του την έδωσε ο Θεός. Είναι στοιχείο του κατ’ εικόνα. Αλλά, λόγω του διαφορετικού χαρακτήρα κάθε ανθρώπου, λόγω των περιπετειών που κάθε άνθρωπος υπέστη στη ζωή του, από άλλους γονείς βγήκε, με άλλες συνθήκες μεγάλωσε, άλλα γεγονότα αντιμετώπισε κ.τ.λ., λόγω της πολύ μεγάλης ποικιλίας των συνθηκών και των χαρακτήρων, η αγαπητική δύναμη όλων μας, δεν είναι ίδια, του ιδίου βαθμού, της ιδίας ποιότητας και της ιδίας σταθερότητας. Η ικανότητα λοιπόν για μετάνοια, ακολουθεί τις ιδιότητες και τις ιδιαιτερότητες της αγαπητικής δυνάμεως. Γι’αυτό και παρατηρούμε τις ομοιότητες που ανέφερα πριν.
Αυτό είναι ένα δεδομένο εμπειρικό, το οποίο μας προϊδεάζει προς αυτή την κατεύθυνση. Δηλαδή, ο βασικός μηχανισμός με τον οποίο ο άνθρωπος μετανοεί, είναι η ικανότητα της αγάπης που έχει. Αλλά, επαναλαμβάνω, εάν έχει πλούσια αποθέματα αγάπης, μπορεί και να μετανοήσει πραγματικά, με πληρότητα, αρχοντικά, με συνέπεια, όπως ο Θεός θέλει. Όποιος έχει φτωχή ικανότητα αγάπης, φτωχή θα είναι και η μετάνοιά του και ελλιπής και χρειάζεται δουλειά πολλή και προσοχή για να την αυξήσει, γιατί αυτά που λέμε τώρα δεν είναι στατικά. Μπορεί κάποιος να έχει εκ χαρακτήρος και από τις συνθήκες της ζωής, φτωχή ικανότητα αγάπης, αλλά να μπορεί να την αυξήσει με την βοήθεια του Θεού.
Ορισμένα παραδείγματα θα μας βοηθούσαν σε αυτό το πρώτο μέρος. Έχουμε, για παράδειγμα, τον αδερφό του ασώτου υιού. Ο αδερφός του ασώτου υιού, όπως θα θυμάστε, παρουσιάζει μία μικροκαρδία, μικροψυχία. Ενώ ξαναβρίσκει τον αδερφό του που τον θεωρούσε χαμένο και είχε χρόνια να μάθει νέα του, πίστευε μήπως δεν ζει κιόλας, αντί να αρχίσει να χοροπηδάει από την χαρά του, αρχίζει και γκρινιάζει προς τον πατέρα του από τη ζήλεια που νιώθει. Είναι φανερό ότι ένας άνθρωπος που ενεργεί έτσι και δεν τρέχει να πέσει στην αγκαλιά του αδερφού του, είναι φανερό ότι είναι ανίκανος να αγαπήσει. Δεν έχει αγάπη μέσα του. Αυτό δεν του επιτρέπει να έχει μετάνοια. Σε αντίθεση με τον αδερφό του, ο οποίος έχει πολύ βαθειά, πολύ γνήσια και αληθινή μετάνοια, κατά το μέτρο της αγαπητικής δυνάμεως.
Θα πει κανείς: «Και πού ξέρουμε ο μικρός γιος, ο άσωτος, πόση αγαπητική δύναμη είχε, πόσο αγαπούσε;» Αυτό θα το καταλάβουμε από το άλλο περιστατικό που θα αναφέρω, διότι η ζωή του άσωτου υιού έχει πάρα πολλά κοινά σημεία με της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Όπως ο άσωτος υιός πέρασε πολλά χρόνια μακριά από το σπίτι του με σαρκικές απολαύσεις, έτσι και η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, επέρασε πάρα πολλά χρόνια της ζωής της μέσα σε σαρκικές απολαύσεις. Θα μου πείτε: «Τί σχέση έχει αυτό με την αγαπητική δύναμη;» Έχει και μάλιστα πολύ και θα σας πω τί εννοώ.
Η Οσία Μαρία η Αιγυπτία, όταν εξομολογείται τη ζωή της στον γέροντα Ζωσιμά στην έρημο όπου την βρήκε εκεί, του λέει και μια λεπτομέρεια η οποία σοκάρει πραγματικά έναν πιστό που την ακούει σήμερα. Λέει: «Δεν πήγαινα μόνο για τα χρήματα με τους άντρες, αλλά πήγαινα και χωρίς χρήματα μερικές φορές, επειδή το ήθελα εγώ». Τόσο δηλαδή έντονη ήταν η σαρκικότητα και η δίψα για την απόλαυση. Αυτός ο τρόπος ζωής, που τον είχε και ο άσωτος (γι’αυτό μίλησα για ομοιότητα, ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών), ο πολύ ελευθεριάζων, ο πολύ έντονος και σαρκικός, υποδηλώνει μια ισχυρή αγαπητική δύναμη μέσα στον άνθρωπο η οποία έχει διαστραφεί. Υπάρχει έντονη ικανότητα για αγάπη, αλλά αυτή η αγάπη έχει στραφεί ολοκληρωτικά στην απρόσωπη ηδονή, στην απρόσωπη ευχαρίστηση.
Όπως λέει στην «Κλίμακα» ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναῒτης: «Έρως σωμάτων». Αλλά είναι ικανότητα προς έρωτα, δηλαδή προς ισχυρή αγάπη. Πώς το καταλαβαίνουμε αυτό; Από την εξέλιξη της ζωής της Οσίας Μαρίας. Διότι ένας άνθρωπος ο οποίος θεοποίησε σχεδόν την απόλαυση στη ζωή της, φτάνει σε σημείο, μετά την μεταστροφή της την θαυματουργική, να πηγαίνει στην έρημο, να μην βλέπει άνθρωπο για πάρα πολλά χρόνια και να ασκητεύει πάρα πολύ σκληρά, να τρώει ελάχιστα πράγματα που έβρισκε στη φύση, να ταλαιπωρεί το σώμα της πάρα πολύ σκληρά με την κακοπάθεια και να γίνεται αγνώριστη στην όψη. Πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που αγαπά τόσο πολύ την απόλαυση την σωματική, να μεταπίπτει σε μια σκληρότατη, σχεδόν βασανιστική ασκητική ζωή;
Αυτό, είναι ακατανόητο με οποιοδήποτε άλλο ερμηνευτικό σχήμα παρά μόνο με την υπόθεση ότι άνθρωποι με τόσο μεγάλη σαρκικότητα διαθέτουν πολύ έντονη αγαπητική δύναμη, η οποία είναι φθαρμένη από τα πάθη τα πολυχρόνια και έχει στραφεί αποκλειστικά προς τον έρωτα των σωμάτων. Με την μεταστροφή της Οσίας Μαρίας αυτή η αγαπητική δύναμη στρέφεται αποκλειστικά στο Θεό και της δίνει την δυνατότητα να κάνει τέτοια σκληρή άσκηση, που αν εμείς την κάναμε μία εβδομάδα και όχι τόσα χρόνια που την έκανε αυτή, δεν θα αντέχαμε, θα παθαίναμε μελαγχολία. Για να αντέξει κάποιος να το κάνει αυτό και να μην λυγίσει, αλλά να χαίρεται την συντυχία και την παρουσία του Θεού, σημαίνει ότι η αγαπητική δύναμη μέσα του είναι ισχυρότατη και στράφηκε όλη προς το Θεό.
Η άσκηση είναι εφικτή μόνο διά της αγάπης. Και όποιος αγαπάει, είναι ικανός όχι μόνο για σκληρή άσκηση, αλλά και για ταπείνωση μεγάλη, ώστε να μην θεωρεί πως η άσκηση που κάνει είναι κάτι σπουδαίο. Όλη αυτή λοιπόν η σαρκικότητα έγινε αγάπη προς τον Θεό. Αυτό είναι εκείνο το οποίο αποτελεί την αγιότητα της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Δεν είναι ότι κατάφερε να κάνει τόσο μεγάλη νηστεία· η Εκκλησία μας δεν εξετάζει για να δηλώσει την αγιότητα ενός μέλους της πόσο ακριβώς νηστεία έκανε, αλλά η νηστεία είναι αποτέλεσμα της μεγάλης αγάπης. Αυτό που δηλώνει την αγιότητα της Οσίας, είναι η μεγάλη αγάπη προς τον Θεό που την έκανε συνεπή μέχρι τον θάνατό της στην μετάνοια αυτή και την μεταποίηση των ψυχικών δυνάμεων.
Η μετάνοια, επομένως, είναι μια μεταποίηση των ψυχικών δυνάμεων του ανθρώπου, που υποκινείται από την αγάπη. Και γι’ αυτό ακολουθεί τις ιδιαιτερότητες της αγάπης του καθενός μας. Αν δηλαδή θέλουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί δεν μετανοούμε αρκετά, αν το αισθανόμαστε αυτό (ο καθένας θα το κρίνει), ίσως το επόμενο βήμα είναι να πούμε ότι πιθανόν δεν αγαπούμε αρκετά τον Θεό και τους ανθρώπους.
Μετά την πρώτη εμπειρική παρατήρηση, ας περάσουμε στον δεύτερο λόγο που, νομίζω, στοιχειοθετεί και στηρίζει αυτή την υπόθεση. Αν προσπαθήσουμε να αναλύσουμε την μετάνοια ως γεγονός, ως μια διαδικασία, παρατηρούμε ότι η μετάνοια απαιτεί εμπιστοσύνη. Μετανοώ, δηλαδή (το λέει η λέξη) σημαίνει αλλάζω νου, αλλάζω τρόπο σκέψης, γίνομαι καινούργιος άνθρωπος και επομένως αλλάζω πορεία. Άρα, δεν ακολουθώ αυτό που εγώ νόμιζα πριν ότι είναι το συμφέρον, το καλό για τη ζωή μου, αλλά παραδίδω τον εαυτό μου στο Θεό, για να με καθοδηγήσει Αυτός. Εφαρμόζω τις εντολές Του, τηρώ τις εντολές Του όπως ο Χριστός μας ζήτησε ο ίδιος, αν το θυμάστε στο Κατά Ιωάννην να τηρήσουμε τις εντολές του για να είναι «Αυτός εν ημίν κι ημείς εν Αυτώ».
Τηρώ τις εντολές Του επειδή Τον εμπιστεύομαι. Παραδίδομαι πια στο Χριστό. Είναι φανερό ότι δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε κάποιον εάν δεν τον αγαπάμε, μιλώντας βέβαια για εμπιστοσύνη υπαρξιακή, αν δεν του παρέχουμε τον εαυτό μας. Άλλες μικρές πράξεις εμπιστοσύνης  της καθημερινής μας ζωής μπορούν να γίνονται και χωρίς αγάπη. Αλλά όταν πρόκειται να εναποθέσουμε τον εαυτό μας, την ζωή μας ολόκληρη που είναι μία και μοναδική, σε κάποιον, χρειάζεται αγάπη για να τον εμπιστευθούμε. Για να αυτοπαραδοθούμε σε αυτόν.
Υπό αυτή την έννοια, η παράδοσή μας στο Θεό διά της μετανοίας είναι απάρνηση του εαυτού μας. Απαρνιόμαστε αυτό που εμείς ώς τώρα ξέραμε, αγαπούσαμε, βρίσκαμε λογικό, και εξερχόμαστε σε συνάντηση του Άλλου, του Θεού, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Αβραάμ υπάκουσε  τον Θεόν και εξήλθε εις συνάντησή Του. Θυμάστε την φράση-πρόσκληση που απηύθυνε ο Θεός στον Αβραάμ: «Φύγε από τα μέρη σου και από την συγγένειά σου, από την περιοχή, από την πατρίδα σου που είχες μέχρι τώρα, την Μεσοποταμία, και πήγαινε (στην άκρη του κόσμου τότε, για εκείνη την εποχή, με τα πόδια!), στην γη που θα σου δείξω».
Αυτή η πρόσκληση του Θεού προς τον Αβραάμ, που ήταν τοπική βέβαια, φύγε από εδώ και πήγαινε εκεί, ήταν αλλαγή τόπου, ενώ για μάς επαναλαμβάνεται κάθε λεπτό, ως αλλαγή τρόπου, δηλαδή σαν να μας λέει ο Θεός: «Φύγε, άφησε αυτά στα οποία είσαι και έχεις μάθει, τον τρόπο που ζεις και κινείσαι και σκέφτεσαι στη σχέση σου με τους άλλους ανθρώπους και κάνε αυτό που σου λέω εγώ. Πήγαινε σε μια καινούργια χώρα, είναι καινούργια χώρα οι εντολές μου και εμπιστεύσου με».
Αυτό αποτελεί αυταπάρνηση. Απάρνηση του εαυτού μας και όσων αγαπούσαμε και σε όσα είχαμε βολευτεί μέχρι τώρα. Η μετάνοια, λοιπόν, αποτελεί ένα γεγονός αγάπης, υπό την έννοια ότι εμπιστεύομαι τον Θεό να πάω στο άγνωστο υπό κάποια έννοια. Διότι η υπακοή στις εντολές του Χριστού είναι πορεία προς το άγνωστο σε κάποιο βαθμό. Δεν μπορώ να μην θυμηθώ στη συνάφεια αυτή εκείνο το γεγονός της θαυμαστής αλιείας, όταν τα ξημερώματα επέστρεφαν οι μαθητές κατάκοποι και άυπνοι, με άδεια τα δίχτυα τους και πολύ στενοχωρημένοι φυσικά. Και βλέπουν στην ακτή τον Χριστό, ο οποίος τους λέει: «Τί συνέβη;» «Κύριε δεν πιάσαμε τίποτα». «Καλά πηγαίνετε πίσω και ρίξτε τα δίχτυα σας σε εκείνο το σημείο». Θα μπορούσαν βέβαια να του πουν: «Κύριε, είμαστε έμπειροι ψαράδες, γνωρίζουμε αρκετά καλά, δεν νομίζουμε ότι θα πιάσουμε κάτι». Αυτό θα γινόταν αν σκέφτονταν ανθρώπινα.
Αλλά η απάντηση του Πέτρου ποια ήταν; «Κύριε, είμαστε πολύ κουρασμένοι, είμαστε στενοχωρημένοι, δεν πιάσαμε κάτι, αλλ’ επί τω ρήματί Σου χαλάσω το δίκτυον». Αλλά επειδή το λες Εσύ θα ρίξω το δίχτυ εκεί. Μου αρκεί που το λες Εσύ. Νομίζω ότι περιττεύουν τα σχόλια για μια τέτοια πράξη αυτοπαράδοσης. Και μετά δεν μπορούσαν να το σηκώσουν, όπως θυμάστε και κάλεσαν και άλλους να βοηθήσουν γιατί ήταν γεμάτο ψάρια.
Υπάρχει δυστυχώς μια μεγάλη μερίδα πιστών, ίσως και συστηματικά πιστών, που συμμετέχουν δηλαδή στη ζωή της Εκκλησίας με συνέπεια, οι οποίοι δεν μετανοούμε επαρκώς, διότι δεν θέλουμε να παραδοθούμε στο Θεό κατά βάθος. Δηλαδή θέλουμε η σχέση με τον Θεό να μη διαταράσσει τα δικά μας αυτονόητα. Δηλαδή «ναι, Κύριε, θα προσεύχομαι σε εσένα πολλή ώρα, κάθε βράδυ, και πρωί και βράδυ καμιά φορά, αλλά σε παρακαλώ θέλω και μετά που θα σηκωθώ από την προσευχή να συνεχίσω να πιστεύω ότι είμαι καλύτερος από τον τάδε ή την τάδε. Θέλω να εξακολουθώ να πιστεύω ότι είμαι καλύτερος από την γυναίκα μου. (Και αντίστροφα). Δεν αντέχω να μου αποδείξεις ότι ο άλλος είναι καλύτερος από εμένα».
Αυτό είναι μια νοοτροπία και μια κατάσταση πολύ συνηθισμένη στους χριστιανούς δυστυχώς, που είναι ο αντίποδας της μετανοίας φυσικά. Και μπορεί κανείς να προβαίνει σε εντυπωσιακές εκδηλώσεις πίστεως και αφοσιώσεως εξωτερικά, γιατί εύκολο να είναι διατεθειμένος κανείς να κάνει πάρα πολλές θυσίες προκειμένου να διατηρήσει ακέραια τα αυτονόητά του. «Διατήρήσέ μου εσύ Κύριε την εικόνα ότι είμαι καλύτερος και εγώ θα λιώνω για Σένα, θα σκοτώνομαι, θα τρέχω, θα κάνω τα πάντα, μεγάλες νηστείες, προσφορές κοινωνικές, εκκλησιαστικές αλλά μην θίξεις τον Φαρισαϊσμό μου καθόλου».
 Έχω συναντήσει πολλούς ανθρώπους, ωραίους, καλούς ανθρώπους κατά τα άλλα, οι οποίοι όμως δεν έχουν αντιληφθεί ότι η δυσκολία τους να μετανοήσουν είναι ουσιαστικά η δυσκολία τους να χρωστάνε χάρη σε κάποιον. Αυτό ήταν το δράμα του Φαρισαίου και κάθε Φαρισαϊσμού έκτοτε. Θέλω να σωθώ, δεν θέλω όμως να χρωστάω χάρη σε κάποιον που θα με σώσει, δηλαδή στον Θεό. Διότι στην πραγματικότητα είμαι ανίκανος να αγαπήσω. Η αγάπη έχει ευγνωμοσύνη μέσα. Όταν υπάρχει αγάπη το «ευχαριστώ» είναι πολύ συχνό. Διότι αναγνωρίζω τα δώρα του άλλου διαρκώς.
Εγώ λοιπόν δεν θέλω να χρωστάω χάρη. Τί κάνω; Τηρώ πάντα τα διατεταγμένα, τα εξωτερικά (διότι τα βασικά δεν μπορώ να τα τηρήσω αφού μου λείπει η ταπείνωση, αφού υστερώ εκεί), τηρώ όλα τα διατεταγμένα, τον νόμο, τα νομικά, τα μετρήσιμα πράγματα, για να μπορώ να απαιτήσω τη σωτηρία μου από τον Θεό και να μπορώ να του πω: «Να, αυτά εγώ έκανα, τώρα εσύ είσαι υποχρωμένος να με σώσεις». Καταλάβατε το δράμα πολλών χριστιανών που δύο χιλιάδες χρόνια μετά ζουν σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα;     
Ένα τρίτο στοιχείο που μας υποδεικνύει να συνδέσουμε τη μετάνοια με την αγάπη είναι το γεγονός εκείνο με την αμαρτωλή γυναίκα που προσέπεσε στα πόδια του Χριστού και τον άλειψε με μύρο. Μάλιστα, αυτό συνέβη στο σπίτι ενός Φαρισαίου ο οποίος δυσανασχέτησε και σκέφτηκε: «Αν ήταν προφήτης θα καταλάβαινε ποιά τον εγγίζει και δεν θα το δεχόταν». Τότε του απευθύνει το λόγο ο Χριστός και τον ρωτά: «Σίμων, να σου πω κάτι. Δύο άνθρωποι χρωστούσαν σε κάποιον, ο ένας μικρό ποσό και ο άλλος μεγάλο. Και εκείνος τους τα χάρισε και των δύο. Ποιός νομίζεις ότι θα τον αγαπήσει περισσότερο;» «Μα, φυσικά, αυτός που χρώσταγε τα πολλά». «Σωστά. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί αυτή η γυναίκα μου δείχνει την ευγνωμοσύνη της; Διότι αισθάνεται ότι ευεργετήθηκε πολύ με τη άφεση των αμαρτιών της που λαμβάνει από μένα». Στρέφεται τότε στη γυναίκα και της λέει: «Συγχωροῦνται οι αμαρτίες σου».
Εάν δεν πιστεύω ότι έχω πολλές αμαρτίες, δεν έχει μεγάλο νόημα για μένα το έργο της Θείας Οικονομίας, ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος και σταυρώθηκε και αναστήθηκε. Δεν μου χάρισε και πολλά πράγματα. Φοβάμαι ότι στο ασυνείδητό τους πολλοί χριστιανοί νομίζουν ότι θα μπορούσαν να είχαν σωθή και χωρίς τον Χριστό.
Αυτό που θάθελα να τονίσω με αυτό το τρίτο σημείο είναι ότι αποτέλεσμα της μετάνοιας έρχεται η ευγνωμοσύνη, που είναι μορφή της αγάπης. Αλλά και προσκομίζουμε τη μετάνοια μας ως αγάπη προς Αυτόν. Η αγάπη, δηλαδή, είναι και αποτέλεσμα και αίτιο της μετάνοιας.
Δεν ξέρω πόσο η αγωγή μας, στην οικογένεια και στην Εκκλησία, έχει επικεντρώσει στη μετάνοια ως διαδικασία αγάπης. Αντίθετα, συχνά παρουσιάζεται η μετάνοια ως υποχρέωση η οποία προκύπτει από ένα Θεό τιμωρό που είναι άγριος, κρατάει ένα μεγεθυντικό φακό για να δει τις αμαρτίες μας ώστε να πάμε στην απώλεια εξ αιτίας τους. Ενώ φυσικά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Κοιτά προσεκτικά να δει κάθε καλό μας ώστε από αυτό να βρει αφορμή να μας σώσει.
Αυτό τον Θεό έχουμε αλλά δυστυχώς δεν μεταδίδουμε αυτό τον Θεό στα παιδιά μας. Μερικές φορές τα απειλούμε κιόλας στο όνομα του Θεού. Ενός Θεού που, όπως μας δίδαξαν οι πατέρες μας, έρχεται ερωτικά προς τον άνθρωπο! Ο τρομοκράτης Θεός εισήχθη από τη Δύση.
Ακούστε τώρα ένα μικρό απόσπασμα από τον διάλογο που  έκαμε η γυναίκα αυτή με τον έμπορο του μύρου, όπως τον φαντάστηκε ποιητική αδεία ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ώστε να καταλάβετε πώς σκέφτονταν και αισθάνονταν οι Πατέρες μας:
«Θέλω να μου δώσεις το καλύτερο μύρο που έχεις, όσο και να κοστίζει». Αυτός τη ρωτάει περισσότερα γιά νά καταλάβει για πού προορίζεται, αλλά αυτή τον κόβει: «Σε παρακαλώ, δεν ήλθα εδώ για να κουβεντιάσουμε, μόνο δώσε μου το καλύτερο να φύγω γιατί βιάζομαι, θέλω να συναντήσω τον αγαπημένο μου». Απαντά ο μυροπώλης: «Βλέπω το κόστος του μύρου που ζητάς και θαυμάζω. Ποιός είναι αυτός που αγαπάς τόσο πολύ; Κοντεύεις να με κάνεις να τον αγαπήσω κι εγώ».
Αποκρίνεται λοιπόν η γυναίκα: «Τι με πιέζεις, άνθρωπε, να σου πω ποιος είναι; Δεν βλέπεις πώς καίγεται η καρδιά μου να τον συναντήσω και φοβάμαι μήπως περάσει ο καιρός και δεν προλάβω; Μου φαίνεται πως σε κανέναν κάτοικο αυτής της χώρας δεν είναι άγνωστα όσα έκαμα μολύνοντας άλλους με την πορνεία. Και μόλις είδα αυτόν τον άγιο ιατρό που φάνηκε στη γη, παρευθύς η ψυχή μου δουλώθηκε και έγινε αιχμάλωτη σ’ αυτόν, διότι είδα τα πολλά θαυμαστά που επιτελεί. Αμαρτωλούς δέχεται, τελώνες πλησιάζει, δεν οργίζεται και δεν αποδιώχνει εκείνους που καταφεύγουν σ’ αυτόν».
Ολόκληρη η ορολογία αυτού του λόγου είναι ερωτική, για τον Μεγάλο Αγαπημένο. Οι Πατέρες, όταν μιλούν για μετάνοια, εννοούν την ενεργοποίηση της αγαπητικής δύναμης του ανθρώπου, η οποία και μόνη είναι ικανή να υπερνικήσει τη φαύλη δύναμη της συνήθειας. Διότι γνωρίζετε καλά πως είναι σκληρός ο αγώνας να υπερνικήσουμε τους πειρασμούς του κόσμου αλλά και του πονηρού.
Κλείνοντας θα ήθελα να πω ότι αυτή η μετάνοια, όταν όντως υποκινείται από την αγάπη, παρουσιάζεται από τους Πατέρες και με άλλα συνώνυμα. Είναι η αρχή της Βασιλείας του Θεού (όπως το δήλωνε η αρχή του κηρύγματος του Χριστού), υπό την έννοια ότι ο άνθρωπος με πραγματική μετάνοια έχει αρχίσει να προγεύεται τη Βασιλεία του Θεού. Αλλού αναφέρεται ως παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το Οποίο δρα μέσα στον άνθρωπο και τον κατευθύνει. Αλλού τη παρομοιάζουν με νέα όραση, ο άνθρωπος αποκτά νέα μάτια. Αυτό που γνωρίζουμε στους αγίους ως θεωρία και θεοπτία αποτελεί μια μακρά διαδικασία που αρχίζει με τη μετάνοια.
Βέβαια ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και γνωρίζει ότι πολλές φορές δυσκολευόμαστε να κάνουμε το πρώτο βήμα, να κινηθούμε στο επίπεδο της αγάπης. Δέχεται λοιπόν και άλλες μορφές μετάνοιας, πιο ελλιπείς, πιο προβληματικές. Για μερικούς αδελφούς μας μπορεί να είναι ο φόβος ή η ελπίδα ανταμοιβής κίνητρο για μετάνοια.  Αλλά ο στόχος πρέπει να είναι η αγάπη, ανεξάρτητα από το πρώτο κίνητρο που μας επιτρέπει να αρχίσουμε. «Η ελπίς ου καταισχύνει».    
  
Από το βιβλίο «Περάσματα στην απέναντι όχθη» (εκδ. Εν πλω)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου