Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ









Όταν μιλούμε για την θεραπεία κάποιας αρρώστιας δεν πρέπει να μάς διαφεύγει ότι ο μοναδικός Ιατρός των ψυχών και των σωμάτων είναι ό Χριστός. Όπως κατά την επί γης παρουσία Του, έτσι και τώρα, Δύναμις παρ’ Αυτού εξέρχεται και ιάται πάντας. Εάν Εκείνος που δημιούργησε την ψυχή και το σώμα μας θελήσει να μας θεραπεύσει, μπορεί να το κάμει, έστω και αν είμαστε καταδικασμένοι από την ιατρική επιστήμη. Και πάλι, εάν ο Κύριος κρίνει ότι χρειάζεται να παραταθεί η ασθένεια μας, κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να μας θεραπεύσει. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι θα υποτιμήσουμε την ιατρική επιστήμη.

Ο χριστιανός που πιστεύει ακράδαντα στην θαυματουργική χάρη του Χριστού καταφεύγει στους γιατρούς με την πεποίθηση ότι και αυτοί ενεργούν με φωτισμό Θεού. Ο λόγος της Σοφίας Σειράχ είναι σαφής: «Να τιμάς τον γιατρό όπως αρμόζει,... διότι ο Κύριος τον έκαμε (γιατρό). Βέβαια, η θεραπεία προέρχεται από τον ύψιστο Θεό... Ο Κύριος όρισε να φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα από την γη, και ο συνετός άνθρωπος δεν τα αποστρέφεται. Ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους την ιατρική επιστήμη, ώστε να δοξάζεται με τα θαυμαστά έργα Του. Με τους γιατρούς και τα φάρμακα ο Θεός θεραπεύει και αφαιρεί τους πόνους του ασθενούς».
Ο λόγος της Αγίας Γραφής τοποθετεί σωστά τον πιστό απέναντι στην ιατρική επιστήμη. Την βλέπει ως δώρο Θεού προς τον άνθρωπο. Οι χριστιανοί που προστρέχουν στους γιατρούς έχουν την ελπίδα τους στον Θεό, και το κάνουν λέγοντας: "Στο όνομα του Κυρίου εμπιστευόμαστε τους εαυτούς μας στους γιατρούς, διότι μέσω αυτών μας δίνει την θεραπεία". Ο πιστός έχει την απόλυτη βεβαιότητα ότι καταφεύγοντας στους γιατρούς γίνεται το θέλημα του Θεού και τίποτε άλλο. Αυτό το αισθάνεται συχνά και ο γιατρός, ιδιαίτερα δε ο πιστός. Υπάρχουν μαρτυρίες χειρούργων που ένοιωθαν να καθοδηγεί κάποιος Άλλος το χέρι τους στην διάρκεια δύσκολων εγχειρήσεων.

Βέβαια, «η καταφυγή στην ιατρική επιστήμη δεν αναιρεί την επίκληση της θείας βοηθείας. Οι Χριστιανοί, χωρίς να αρνούνται την ιατρική βοήθεια, πρέπει να προσεύχονται ώστε να φωτίσει ο Θεός τους γιατρούς να κάνουν την σωστή διάγνωση, να προβούν στις απαραίτητες εξετάσεις και να καθορίσουν την κατάλληλη θεραπεία». Όταν ο Θεός παρέχει την θεραπεία της ασθενείας μέσω της ιατρικής επιστήμης, η θεραπεία ακολουθεί τους φυσικούς νόμους που Εκείνος καθόρισε. Μπορεί βέβαια ο Θεός, το ίδιο εύκολα, να δώσει την θεραπεία με έναν θαυματουργικό τρόπο, παρακάμπτοντας τους φυσικούς νόμους. Θα πρέπει όμως να υπάρχει σοβαρός λόγος, και ο άνθρωπος να έχει πολύ πίστη και ταπείνωση.


Η θεία παρηγοριά
Στις δύσκολες ώρες της ασθενείας ο Θεός δεν εγκαταλείπει τον άνθρωπο αβοήθητο. Στέλνει κάποιον άλλον άνθρωπο για συμπαράσταση και ενίσχυση του ασθενούς, ή επεμβαίνει με υπερφυσικό τρόπο όταν λείπει η ανθρώπινη παρηγοριά. Ας δούμε πώς παρηγορούσαν οι Άγιοι, μέσα από την πείρα τους και την χάρη του Θεού.
Ο άγιος Βαρσανούφιος στηρίζοντας έναν αρχάριο Μοναχό, που δεν μπορούσε να σηκώσει το βάρος της αρρώστιας του, έλεγε: «Ας υπομείνουμε, παιδί μου, με ευχάριστη διάθεση αυτή την θλιβερή ασθένεια, για να μας επισκίαση πλούσια το έλεος του Θεού, και ας μην χάσουμε το θάρρος μας, για να μην βρεθούμε αιχμαλωτισμένοι από την ακηδία, από την οποία γίνεται η αρχή της απώλειας μας. Θυμήσου, παιδί μου, ότι αυτός που θα υπομείνει ως το τέλος, εκείνος θα σωθεί.
»Παιδί μου, μην αδιαφορείς για την ωφέλεια που φέρνει η παιδαγωγία του Κυρίου... Ο απ. Παύλος μας λέγει: "Αν είστε χωρίς παιδαγωγία, στην οποία έλαβαν μέρος όλα τα γνήσια παιδιά, αποδεικνύετε με αυτό ότι είστε νόθα και όχι παιδιά του Θεού". Αν λοιπόν κι εσύ σηκώσεις την αρρώστια σου με ευχαριστία, γίνεσαι υιός γνήσιος».
Η αγία Συγκλητική, η οποία εκτός από το οσιακό πήρε και το μαρτυρικό στεφάνι της ασθενείας, έλεγε: «Η αρρώστια είναι το καλύτερο και αποτελεσματικότερο φάρμακο για την ολοκληρωτική εξάλειψη του σαρκικού φρονήματος. Και η μεγαλύτερη άσκηση είναι τουτη, το να έχει κανείς εγκαρτέρηση στις αρρώστιες και να ευχαριστεί τον Θεό... Ας μην αδημονούμε λοιπόν όταν αρρωσταίνουμε, αλλ’ ας ευχαριστούμε τον Θεό που όλα τα οικονομεί για το συμφέρον μας, και πολλές φορές, με την πρόσκαιρη αρρώστια του φθαρτού σώματος, χαρίζει στην αθάνατη ψυχή υγεία και σωτηρία αιώνια».
Η φιλανθρωπία του Θεού χαρίζει ένα μέρος από την ουράνια απόλαυση σ’ εκείνους που στερούνται την ανθρώπινη παρηγορία πάνω στο κρεβάτι του πόνου: Πριν από μερικές δεκαετίες ζούσε στα Κατουνάκια του Αγίου Όρους ένας πολύ απλός Γέροντας, ο π. Γεώργιος. Έμενε μόνος του ηλικιωμένος και εγκαταλελειμμένος. Κάποτε αποφάσισε να τον επισκεφθεί γνωστός του μοναχός. Όταν πλησίασε στην γειτονική καλύβη, ρώτησε για τον Γέροντα, αλλά δεν τον είχαν ιδεί...
Έφθασε λοιπόν στην καλύβη με αγωνία και, όταν είδε ησυχία μεγάλη έξω και μέσα, ανησύχησε περισσότερο. Άρχισε να φωνάζει δυνατά και να χτυπάει την πόρτα, αλλά τίποτε. Τελικά πίεσε την πόρτα και την άνοιξε και μπήκε μέσα. Βλέπει τον Γέροντα ξαπλωμένο στο κρεβάτι και του λέει:
— Ευλογείτε, Γέροντα, τι κάνεις;
— Ήρθα να σε ιδώ.
Εκείνος απήντησε πολύ στενοχωρημένος:
— Ευλογημένε μου, καλύτερα να μην ερχόσουν, γιατί μόλις μπήκες, μου έδιωξες τον άγιο Άγγελο που με υπηρετούσε. Γι’ αυτό δεν σου άνοιγα. Άλλη φορά να μην έρθεις, ευλογημένε μου, γιατί μου διώχνεις τον άγιο Άγγελο!
Έφυγε ο αδελφός για το Κελλί του, και έμεινε ό Γέροντας ξαπλωμένος στα σανίδια του κρεβατιού, τελείως μεν εγκαταλελειμμένος από τους ανθρώπους, αλλά για να έχει εγκαταλείψει τον εαυτό του στα χέρια του Θεού, ο Θεός τον αξίωσε να υπηρετείται από Αγγέλους.
Ο γέροντας Παΐσιος είχε και ο ίδιος ανάλογη εμπειρία.
Διηγείται:
Κάποτε ήμουν επί δεκαπέντε μέρες άρρωστος με πυρετό, ρίγος, χωρίς σόμπα, μόνος, δεν μπορούσα να κάνω ένα τσάι, ούτε να βγω έξω. Πίστευα ότι θα πέθαινα, και έριξα επάνω μου το Σχήμα του γέροντα μου, του παπα-Τύχωνα. Τότε αισθάνθηκα τέτοια χάρη! Βρέθηκα έξω από το Κελλί μου μέσα σε φως, και έβλεπα με άλλα μάτια τα πάντα. Τα πουλιά, τα ψάρια, τους πλανήτες, τον κόσμο όλο. Και όλα αυτά μιλούσαν και έλεγαν ότι, όλα τα έκανε ο Θεός για σένα, τον άνθρωπο.
Παρακαλούσα τον Θεό, όταν πεθάνω να είμαι μόνος, και μόνο μ’ αυτή τη σκέψη πλημμύριζα από χαρά και αγαλλίαση. Η ανθρώπινη εγκατάλειψη και η στέρηση της ανθρώπινης παρηγοριάς φέρνει πλούσια την θεϊκή.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος αναφέρει για έναν Άγιο πού ζούσε στην Ρώμη:
Ήταν φτωχός σε υλικά αγαθά, αλλά πλούσιος σε αρετές. Το σώμα του παρέλυσε από μία πολύχρονη αρρώστια ώστε να μην μπορεί να μετακινήσει καθόλου ούτε πόδι ούτε χέρι. Για τις ανάγκες του του παραστεκόταν η μητέρα του με τον αδελφό του, και ό,τι δεχόταν από ελεημοσύνη το έδινε σε άλλους φτωχούς. Όσο για τον πόνο τον υπέμεινε με ευχαριστία, υμνολογώντας νύχτα-μέρα τον Θεό.
Σαν έφθασε ο καιρός να ανταμειφθεί η τόση του υπομονή, το σώμα του σταμάτησε να πονάει. Και καθώς κατάλαβε πως πλησίαζε στον θάνατο, παρακάλεσε αυτούς που φιλοξενούσε, να σηκωθούν και να ψάλουν μαζί του ύμνους στον Θεό...
Ξαφνικά, και ενώ κι ο ίδιος ο ετοιμοθάνατος έψαλλε μαζί τους, τους σταμάτησε λέγοντας:
- Σωπάστε! Δεν ακούτε πώς αντηχούν οι ύμνοι στον ουρανό;
Προσέχοντας σ’ αυτούς τους ύμνους, που άκουγε μυστικά με τ’ αυτιά της καρδιάς, λύθηκε από τα δεσμά του σώματος η αγία εκείνη ψυχή. Και καθώς έβγαινε, τόση ευωδία σκορπίστηκε στον τόπο εκείνο, που όλοι οι παρευρισκόμενοι γέμισαν από ανέκφραστη γλυκύτητα, ώστε και μ’ αυτό το σημείο να γίνει φανερό ότι την ψυχή υποδέχθηκαν οι Άγγελοι που έψαλλαν εκείνους τους ουράνιους ύμνους.


«ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΠΙΣΤΟΣ»
ΙΕΡΟΜ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου