Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Από τη σοφία της Κυριακής Προσευχής- Πάτερ ημών. (+Ανδρέα Θεοδώρου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών.)



 
Προσευχή είναι η νοερή επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό. Είναι έργο σαφώς πνευματικό. Ο Θεός είναι πνεύμα καθαρό και αμιγές, με το οποίο μπορεί να έλθει σε επικοινωνία μόνο ένα άλλο πνεύμα μικρό έστω και πεπερασμένο. Τα φυσικά κτίσματα δεν προσεύχονται στο Θεό, γιατί δεν νοιώθουν καμιά ανάγκη να το κάνουν. Ο άνθρωπος είναι μεν και αυτός ον αισθητό, όμως στη φύση του υπάρχει και το νοερό στοιχείο, η άϋλη ψυχή, η οποία είναι κτισμένη κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού. Έτσι είναι το μόνο ον που μοιάζει με το Θεό (έχει λογικότητα και ελευθερία) και προσεύχεται στο Θεό, εκφράζοντας τα πολλά προς αυτόν συναισθήματα που κάθε φορά κατακλύζουν τη ψυχή του.
Η προσευχή δεν είναι έργο εύκολο. Όπως δε είναι δύσκολο – μάλλον αδύνατο – να εισχωρήσει κανείς στην απειρία του μυστηρίου της θείας ουσίας, έτσι είναι δύσκολο να βρει τον τρόπο επίτευξης μιας σωστής προσευχής. Στην προσευχή συνομιλείς νοερά με τον Θεό. Το εγχείρημα είναι άνισο. Ζώντας οι μαθητές στους μυστικούς κυματισμούς του μυστηρίου του Χρίστου και συναισθανόμενοι το συντριπτικό βάρος της προσευχής, ζήτησαν κάποτε από το Διδάσκαλο να τους μάθει να προσεύχονται. Κι εκείνος τους παρέδωσε τήν Κυριακή προσευχή (Λουκ. ια’ 1-4).
Ο Κύριος είχε και πολλές άλλες αφορμές να διδάξει περί προσευχής. Έτσι:
α) Η προσευχή πρέπει να γίνεται στην ησυχία και τη μόνωση. Πρέπει να γίνεται στο ταμιείον της ψυχής με αυτοσυγκέντρωση και περισυλλογή (Ματθ. ς’ 6), αγγίζοντας τον εσώτερο πυρήνα της ψυχής, ώστε αυτή, ελεύθερη από ό,τι εξωτερικό, από τις βιοτικές μέριμνες και τους περισπασμούς της καθημερινής ζωής, άσαρκη και άϋλη, ν’ ανυψωθεί στο θρόνο της θείας μεγαλοσύνης. Γιατί, όταν την ώρα της προσευχής τα νοήματα σου συμπλέκονται με τις παραστάσεις και το φόρτο των εντυπώσεων του εξωτερικού κόσμου, τότε η προσευχή σου δύσκολα μπορεί να πετύχει το στόχο των προσπαθειών της. Την ησυχία, σαν το κατάλληλο πλαίσιο μιας καρποφόρας προσευχής, ένοιωθε συχνά και ο Κύριος. Μετά το θόρυβο του χορτασμού των πεντακισχιλίων, αφού απέλυσε τους όχλους, ανέβη μόνος στο όρος «κατ’ ιδίαν προσεύξασθαι» (Ματθ. ιδ’ 23).
β) Η προσευχή πρέπει να είναι ολιγόλογη και περιεκτική. Ο Κύριος επέκρινε έντονα τη βαττολογία, δηλαδή τα πολλά και φλύαρα λόγια με την οποίαν προσεύχονταν οι εθνικοί (ειδωλολάτρες), που αγνοούσαν την αληθινή φύση του Θεού (Ματθ. ς’ 7). Νόμιζαν ότι με την πολυλογία τους θα έκαμπταν τον Θεό να εκπληρώσει τα αιτήματα τους. Η αντίληψη αυτή είναι αφελής και παιδαριώδης. Ο Θεός δεν είναι σαν τον άνθρωπο, που κολακεύεται από τα πολλά και επιδεικτικά λόγια. Δεν έχει καν ανάγκη ν’ ακούσει τα λόγια των ανθρώπων. Ως παντογνώστης γνωρίζει εκ των προτέρων τα αιτήματα μας. Ζητά λίγα λόγια μόνο μεστά και περιεκτικά. Υπάρχουν βέβαια και οι περιπτώσεις πολύ μακρών και παρατεταμένων προσευχών. Σ’ αυτές όμως δεν προφέρονται λόγια, αλ­λά το πνεύμα χάνεται εκστατικά στην απειρία του μυστηρίου της Τρια­δικής θεότητας.
γ) Η προσευχή πρέπει να είναι ταπεινή και όχι επιδεικτική. Ο Χρι­στός εμακάρισε τους «πτωχούς τω πνεύματι» (Ματθ. ε’ 3), δηλαδή τους ταπεινούς, οι οποίοι αισθανόμενοι τη δική τους ασημαντότητα, πτύσ­σουν μπροστά στην απειρία της θεότητας. Μετανοιωμένοι δε για τα πολλά τους αμαρτήματα, ζητούν απεγνωσμένα το έλεος και τη χάρη του Θεού. Αυτό ακριβώς έκανε ο τελώνης της παραβολής (Λουκ. ιη’ 14). Αντίθετα η επιδεικτικότητα στην προσευχή είναι σατανική σπορά στις ψυχές. Έτσι έκαναν οι φαρισαίοι της εποχής του Κυρίου (Ματθ. ς’ 5). Δεν προσεύχονταν αληθινά στον Θεό. Αυτό λίγο τους ένοιαζε. Όντας ανθρωπάρεσκοι, ήθελαν να φαίνονται προς τα έξω ότι προσεύχονται για ν’ αποσπούν τον έπαινο των ανθρώπων, να κερδίζουν το σεβασμό τους και να κάνουν καλύτερα τη δουλίτσα τους. Τον τελειότερο τύπο μιας τέτοιας επιδεικτικής και εωσφορικής προσευχής μάς περιέγραψε ο Σωτήρας στο πρόσωπο του φαρισαίου της ομώνυμης παραβολής (Λουκ. ιη’ 11-13).
δ) Η προσευχή έχει μεγάλη δύναμη όταν ζωογονείται από θερμή πίστη και αγάπη. Ό,τι ζητάει ο άνθρωπος στο πνεύμα μιας τέτοιας προ­σευχής, είναι βέβαιο ότι θα το πάρει από το Θεό. Από την άλλη η αληθινή προσευχή είναι θαυματουργική. Ο Χριστός είπε ότι και με λίγη αληθινή πίστη (σαν ένα κόκκο σινάπεως) μπορεί ο άνθρωπος να μετα­κινήσει τα βουνά και να τα ρίψει στις θάλασσες. Όσο ο Πέτρος πίστευε στη δύναμη του Διδασκάλου, περπατούσε στην αφρισμένη θάλασσα. Όταν όμως τον κυρίεψε ο φόβος, άρχισε να καταποντίζεται. Η αληθινή προσευχή είναι όπλο δυνατό και ακαταμάχητο στον πνευματικό αγώνα των πιστών. Το γένος των δαιμόνων δεν φεύγει από τον άνθρωπο παρά μόνο με προσευχή και νηστεία (Μαθτ. ιζ’ 21). Τους πειρασμούς, τα βά­σανα και τα πολλά προβλήματα της ζωής και γενικά τη δύναμη της α­μαρτίας ο άνθρωπος καταγωνίζεται με τη δύναμη της προσευχής. Ο προσευχόμενος έχει στήριγμα και σύμμαχο το Θεό. Από τί έχει να φοβηθεί;
Στο Πάτερ ημών ο Κύριος αποτύπωσε την ουσία και το αληθινό νόημα της προσευχής. Πρόκειται για μια λιτή και πολύ πυκνή προσευχή. Είναι η προσευχή που μας δίδαξε ο ίδιος ο Θεός, το πρότυπο της ατομικής και συλλογικής προσευχής της Εκκλησίας. Η Κυριακή Προσευχή περιλαμβάνει έξι βασικά αιτήματα.
Το πρώτο, που είναι και το εναρκτήριο, είναι:
«Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς· αγιασθήτω το όνομά σου ελθέτω η βασιλεία σου γενηθήτω το θέλημά σου, ως εν ουρανώ και επί της γης».
Εδώ γίνεται αναφορά στο Θεό, που είναι ο ουράνιος Πατέρας των ανθρώπων και στη βασιλεία του, που πρέπει ν’ απλωθεί σ’ ολόκληρη τη γη.
Ο χριστιανικός Θεός, όπως μας τον φανέρωσε ο σαρκωθείς Λόγος Του, δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα όπως τη φαντάζονται πολλοί, ψυχρή και αδιάφορη για τα συμβαίνοντα στον κόσμο και κυρίως στον άν­θρωπο. Ένας τέτοιος Θεός δεν υπάρχει. Κι αν υπήρχε, θα ήταν άχρη­στος. Ο δικός μας Θεός είναι Πατέρας, γεμάτος στοργή και αγάπη για τα πλάσματα του, τα όποια προστατεύει και φροντίζει. Είναι Θεός τρισυπόστατος και πολυδύναμος. Όταν δε εμείς απομακρυνθήκαμε από κοντά του με την αποστασία του Αδάμ, αυτός ήλθε κοντά μας, ντύθηκε τη σάρκα μας και μας έσωσε από τη δυνάστευση της αμαρτίας με το λυτρωτικό και σωτήριο έργο του.
Στην προσευχή λέμε ότι ο Θεός είναι Πατέρας που κατοικεί στους ουρανούς. Ο λόγος φυσικά είναι μεταφορικός. Ο Θεός, ως το άπειρο πνεύμα δεν μπορεί να έχει την κατοίκηση του στον ουρανό, που δεν υπάρχει πραγματικά, άλλ’ είναι «πανταχού παρών» και πληροί κάθε τόπο και κάθε χρόνο. Λέμε δε ότι κατοικεί στον ουρανό, για να τον απομακρύνουμε από την κακότητα της γης και να τονίσουμε την άπειρη δόξα και το μεγαλείο της θεότητας.
Η βασιλεία του δε είναι ο πνευματικός χώρος στον οποίο αγιάζεται το όνομά του και τελείται το θείο του θέλημα. Είναι βασιλεία καθαρά πνευματική, από την οποία απουσιάζει κάθε αισθητό και ένυλο και απλώνεται στις καρδιές και τα αμόλυντα πνεύματα των ανθρώπων (Ματθ. ε’ 8). Είναι βασιλεία καθαρή και αγία, η οποία αντίκειται στην σκοτεινή βασιλεία του διαβόλου, που είναι μιαρή και άναγνη. Ζώντας στη βασι­λεία του Θεού ο άνθρωπος καταξιώνει τη ζωή και την ύπαρξη του στα μέτρα της θεότητας, πετυχαίνοντας τη σωτηρία του. Με την προσευχή μας ζητάμε από το Θεό την εγκατάσταση της βασιλείας του στη γη, ό­που δυστυχώς βασιλεύουν το θέλημα του Σατανά, η φθορά και ο θάνα­τος. Προσευχόμαστε η βασιλεία του Θεού, που το πλήρωμα της βρί­σκεται στον ουρανό, να μεταφερθεί και εγκατασταθεί στον αμαρτωλό πλανήτη μας. Σαν να λέμε, οι αμαρτωλοί άνθρωποι να γίνουν άγγελοι. Όσοι πιστεύουν αληθινά στο Θεό αγαπούν αυτό που είναι δικό τους, τη θεία βασιλεία. Θλίβονται για την κακότητα που επικρατεί στη γη, για την ανομία των ανθρώπων που βλαστημάνε το Θεό και καταπατούν το νόμο και τα θεία του προστάγματα. Και αγωνίζονται με τα όπλα του φωτός (Ρωμ. ιγ’ 12,Εφεσ. ς’ 11) ενάντια στην ποικιλόμορφη αμαρτία, για να γίνει πραγματικότητα στη γη η βασιλεία του Θεού. Αγωνίζονται με όλες τις δυνάμεις τους υπέρ του αγαθού του Θεού, την εξάπλωση του μυστηρίου του Χριστού στη γη.
Το δεύτερο αίτημα της προσευχής περιορίζεται στα επίγεια και τα εγκόσμια: «Τον αρτον ημών τον επιούσιον δος ημίν σήμερον».
Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο πνεύμα, ώστε ν’ αρκείται αποκλειστικά στα πνευματικά και επουράνια, αλλά και σώμα το οποίο έχει ανάγκες υλικές. Και αυτό ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να το φροντίζει και να το περιποιείται. Το σώμα είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο κι ο άνθρωπος οφείλει να αγαπά και φροντίζει το δώρο του Θεού (Εφεσ. ε’ 29). Το σώμα για να ζήσει έχει ανάγκη υλικής διατροφής. Αν δεν την έχει, μαραίνεται και πεθαίνει. Τη διατροφή αυτή η προσευχή χαρακτηρίζει «άρτον επιούσιον». Ο άρτος, που συντηρεί την ανθρώπινη ζωή, εδώ έχει έννοια περιληπτική. Δεν είναι μονάχα το ψωμί, αλλά και ό,τι άλλο έχει σχέση με τη σωματική μας συντήρηση. Το αίτημα αυτό δεν σημαί­νει φυσικά ότι εμείς, από την πλευρά μας, πρέπει να είμαστε απαθείς, περιμένοντας μοιρολατρικά από το Θεό την υλική μας διατροφή. Πρέπει κι εμείς να δουλέψουμε. Αλλιώτικα δεν υπάρχει ψωμί καθημερινό. Το δικό μας μόχθο ευλογεί ο Θεός με τη χρηστότητα και τη χάρη του.
Περιεχόμενο του τρίτου αιτήματος είναι η άφεση των αμαρτιών μας από το Θεό, με την υπόσχεση ότι κι εμείς συγχωρούμε όσους μας φταίνε: «Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Η εχθρότητα και η μνησικακία είναι σατανική σπορά στη ψυχή. Τη σκοτώ­νουν κυριολεκτικά και την αφανίζουν, παρεμποδίζοντας την ενέργεια της λυτρωτικής χάριτος του Θεού. Οφείλημα είναι κάθε παράβαση του νόμου του Θεού. Οφειλέτης δε είναι εκείνος που τον παρα­βαίνει και τον καταπατεί. Στην περίπτωση αυτή ο παραβάτης καθίσταται ένοχος και πρέπει να τιμωρηθεί από το Θεό για την ανάρμοστη συμπε­ριφορά του. Ηθικά δε οφειλήματα και χρέη δεν υπάρχουν μόνο απέ­ναντι στο Θεό, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων. Ο ένας φταίει στον άλλο. Στο σώμα όμως της Εκκλησίας τα πταίσματα αυτά κάνουν μεγάλο κακό. Η εμπάθεια και το μίσος σκοτώνουν την αγάπη, που είναι ο συνεκτικός δεσμός του σώματος του Χριστού. Ατομικά η κατάσταση αυτή, αν παραμείνει και γιγαντωθεί, μπορεί να οδηγήσει τη ψυχή στον αιώνιο πνευματικό θάνατο. Το μόνο φάρμακο είναι η συγγνώμη, η παροχή συγχώρησης στους αδελφούς μας που μας φταί­νε. Τη συγγνώμη τη δίδαξε ο άγιος Θεός, ο όποιος πέθανε για τ’ αμαρ­τήματα όλων των ανθρώπων. Τα συγχωρεί, κάτω όμως από μια προϋπό­θεση, να συγχωρούν και αυτοί τα προς αυτούς αμαρτήματα των άλλων. Αν δεν το κάνουν, δεν πρέπει να περιμένουν από το Θεό άφεση των δικών τους αμαρτημάτων, που σημαίνει κόλαση αιώνια. Τη μεγάλη αυτή αλήθεια διατύπωσε άριστα ο Σωτήρας στην παραβολή του κακού δού­λου. Και αυτός μεν ζήτησε με συντριβή παράταση αποπληρωμής του δι­κού του μεγάλου χρέους. Και ο γενναιόδωρος Δεσπότης του χάρισε ολόκληρο το χρέος, βλέποντας τον να κλαίει απεγνωσμένα και να συν­τρίβεται κάτω από τη μεγάλη συμφορά. Κι όμως· δεν πρόλαβε να λάβει τη μεγάλη δωρεά, και απέπνιγε ένα φτωχό σύνδουλό του, που του χρω­στούσε ένα ασήμαντο χρηματικό ποσό, απειλώντας να τον ρίψει στη φυλακή. Το αποτέλεσμα; Ρίχτηκε αυτός στη φυλακή μέχρις ότου απο­δώσει και τον έσχατον κοδράντην (Ματθ. ε’ 26), δηλαδή στα δεσμωτήρια της αιώνιας κόλασης. Αλλά και σε άλλα σημεία της λυτρωτικής διδαχής του ο Σωτήρας μας τόνισε τη μεγάλη σημασία να συγχωρούμε τα αμαρτήματα των αδελφών μας (Ματθ. ς’ 14-15). Η μοχθηρία, η κακότητα και η μνησικακία εμποδίζουν την είσοδο στη βασιλεία των ου­ρανών.
Στο τέταρτο αίτημα θίγεται το ζήτημα των πειρασμών, που είναι τόσο βασικό για την πνευματική εξέλιξη των πιστών. Είναι το ζήτημα των δοκιμασιών, με τις οποίες είναι στενότατα συνυφασμένη η ζωή των ανθρώπων. Είναι δύσκολες και γεμάτες οδύνη περιπτώσεις του βίου, που δοκιμάζουν τη δύναμη της πίστης και τις πνευματικές αντοχές των αν­θρώπων και κυρίως την ηθική ολοκλήρωσή τους. Ορισμένο είδος πειρασμών προέρχεται από την απειράγαθη πρόνοια του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν δοκιμάζει τον άνθρωπο για να μάθει τις όποιες ηθικές αντοχές και την πίστη του. Αυτό μόνον οι ατελείς άνθρωποι το κάνουν, των οποίων το γνωστικό πεδίο είναι μικρό και περιορισμένο. Ο Θεός είναι παντογνώστης και προγνωρίζει την έκβαση όλων των πραγμάτων και των καταστάσεων του ανθρώπινου βίου. Οι πειρασμοί έχουν άλλη σημασία. Ο άνθρωπος είναι εκείνος που πρέπει να δοκιμαστεί, για να έχει επίγνωση της φύσης και των αντοχών του και με προοπτική να γίνει καλύτερος και τελειότερος. Αύτη την έννοια δεν είχε η απαγόρευση βρώσης του καρπού του δένδρου της γνώσεως του καλού και του κακού, που έδωσε ο Θεός στους πρωτοπλάστους στην Εδέμ; Ο Θεός προγνώριζε την έκβαση της δοθείσης εντολής. Ο Αδάμ όμως ήταν εκείνος που έπρεπε να λάβει αίσθηση της ηθικής φύση του, κατά πόσον αγαπούσε αληθινά το Θεό και ήταν αφοσιωμένος στο θέλημά του. Στην περίπτωση του δυστυχώς η δοκιμασία λειτούργησε αρνητικά. Η πτώση έκτοτε είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην αντιμετώπιση των ποικίλων του βίου πειρασμών. Ο Θεός φυσικά δεν επιτρέπει τους πειρασμούς πέρα από τις φυσικές και ηθικές δυνατότητες του άνθρωπου, δίνοντας του τη δύναμη να υπερκεράσει τη δυσκολία του (Α’ Κορ. Γ 13).
Κλασσικά παραδείγματα πειρασμών του είδους αυτού έχουμε στην Π. Διαθήκη τη δοκιμασία του Αβραάμ και του δικαίου Ιώβ. Ο Αβραάμ ήταν πιστός άνθρωπος, αφοσιωμένος στον Θεό και τα άγια προ­στάγματά του. Όλα αυτά βέβαια τα γνώριζε ο Θεός. Έπρεπε όμως να δημοσιευτούν για να γίνουν παράδειγμα εποικοδομητικό και σε άλλους ανθρώπους. Ο δρόμος δεν ήταν άλλος από την ηθική δοκιμασία Μια μέρα ο Θεός ζήτησε από τον Αβραάμ να του προσφέρει θυσία το μοναχογιό του Ισαάκ. Ο Ισαάκ ήταν υιός επαγγελίας (υπόσχεσης). Από το σπέρμα του θα προερχόταν ο Σωτήρας του κόσμου. Ξαφνιάστηκε ο Αβραάμ από την απαίτηση του Θεού. Ράγισε η καρδιά του. Το μυαλό του μπήκε σε ένα άγριο στροβιλισμό. Πώς μπόρεσε να του ζητήσει κάτι τέτοιο ο Θεός; Πώς μπορούσε ο ίδιος να γίνει παιδοκτόνος; Ο άλλος όμως Αβραάμ, ο άνθρωπος της θερμής πίστης και της αγάπης, δεν μπορούσε να προσπεράσει την εντολή του Θεού, έστω κι αν δεν την κατανοούσε. Πάλεψε με τον εαυτό του φοβερά. Η πίστη στο Θεό νίκησε τελικά. Ο Θεός εμπόδισε το φιλόστοργο πατέρα να σκοτώσει το παιδί του. Με τη συμπεριφορά του αύτη ο Αβραάμ έγινε πατέρας των πιστών!
Το άλλο παράδειγμα είναι ο πολύαθλος Ιώβ. Κι αυτός ήταν δίκαιος, σε τέτοιο μάλιστα σημείο που τον ζήλεψε ο διάβολος και ζήτησε να τον ανατρέψει. Υπό το πρόσχημα ότι ο Ιώβ ήταν δίκαιος, γιατί όλα του ήσαν ευνοϊκά στη ζωή και καλά, ζήτησε την άδεια από το Θεό να τον δοκιμάσει. Κι αφού την πήρε, βάλθηκε με όλη την κακουργία της σκοτεινής φύσης του να τον εξοντώσει. Σκότωσε τα παιδιά του, φόνευσε τα ζώα του και πλήγωσε ελεεινά το σώμα του. Τη ψυχή του μόνο δεν έβλαψε. Ο δίκαιος κατέστη θέαμα αλγεινό και σπαραξικάρδιο. Όλοι τον αποστρέφονταν και τον περιφρονούσαν. Κι όμως εκείνος δεν παραπονέθηκε. Δέχτηκε με καρτερία και υπομονή την επίσκεψη του Θεού, αφοσιωμένος στην αγάπη του ουρανίου Πατέρα. Ο Θεός αντάμειψε πλουσιοπάροχα την πίστη του δούλου του, του οποίου η υπομονή έμει­νε παροιμιώδης στην πνευματική ιστορία του κόσμου.
Στους πειρασμούς είναι ανοικτοί όλοι οι άνθρωποι. Αφού και ο ίδιος ο Θεάνθρωπος δεν τους απέφυγε. Πειράσθηκε από το πνεύμα της πονηρίας στην έρημο (Ματθ. δ’ 1-11) με επίκεντρο το φαγητό, τη μάταιη δόξα και την κατάκτηση όλων εκείνων που συγκροτούν το μαμωνά και την κοσμική κατάκτηση και κατίσχυση. Επίσης δοκιμάσθηκε στις δύσκολες ώρες της ζωής του (Εβρ. β’ 18), κυρίως δε κατά το μαρτυρικό πάθος του (Ματθ. κς’ 39· κζ’ 46). Πρέπει όμως να σημειωθεί, ότι οι πειρασμοί αυτοί του Σωτήρα ήσαν πειρασμοί εξωτερικοί, μη έχοντας το παραμικρό έρεισμα στην καθαρή και πανάσπιλη φύση του Κυρίου, ο οποίος ευχερώς τους απέκρουε. Το ίδιο όμως δεν συμβαίνει και με τον αμαρτωλό άνθρωπο. Εδώ οι πειρασμοί αναβλύζουν εσωτερικά από τη φθαρμένη και αμαρτωλή φύση του (Ιακ. α’ 14-15). Στους πειρασμούς αυτούς καμιά αναφορά δεν έχει ο Θεός, ο οποίος είναι «απείραστος κακών» (Ιακ. α’ 13). Ο άνθρωπος αυτοπειράζεται, παρωθούμενος από τις πολλές επιθυμίες και τα πάθη του. Επομένως πρέπει να είμεθα πολύ προσεκτικοί, να μην ανάγουμε στο Θεό τις δικές μας αδυναμίες και τα δικά μας ολισθήματα. Κάνοντας αυτό αμαρτάνουμε.
Οι πειρασμοί γενικά αποβλέπουν στη δική μας ηθική διόρθωση και εποικοδομή. Στον Παύλο δόθηκε από το Θεό «σκόλοψ τη σαρκί» (Β’ Κορ. ιβ’ 7). Οι δοκιμασίες, σωστά αντιμετωπιζόμενες, κρατύνουν την αγωνιστικότητα και το μαχητικό τόνο της ψυχής, καταδεικνύοντας συγχρόνως (περίπτωση ασθενειών και θανάτου) τη ματαιότητα των εγκόσμιων και κρατύνοντας το αίσθημα εξάρτησης από το Θεό και προσήλωσης στο θείο λυτρωτικό αγαθό. Φυσικά η επενέργεια των πειρασμών δεν είναι μονόδρομα θετική και εποικοδομητική, αλλά πολλές φορές είναι αμφίδρομη, σκληρύνοντας τον άνθρωπο στο κακό και απομακρύνοντάς τον από την αγαθή πρόνοια του Θεού.
Την αμφίδρομη αυτήν έννοια των πειρασμών βλέπουμε διατυπούμενη και σε ένα ερώτημα που διατυπώνουν οι άνθρωποι. Αφού οι πειρασμοί έχουν κατά βάθος χαρακτήρα εποικοδομητικό, γιατί προσευχόμαστε στο Θεό: «και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν;» Δεν έπρεπε να λέμε το αντίθετο, αποβλέποντας στο ψυχικό όφελος και την ηθική μας εποικοδόμηση; Το ερώτημα έχει κάποια βάση. Όμως πρέπει να γνωρίζουμε ότι, όπως γενικότερα στα ζητήματα της ηθικής τελείωσης και της σωτηρίας, παράλληλα με τη θεία δύναμη πρέπει να συμβάλει και ο ανθρώπινος παράγοντας, σε περίπτωση δε που η συμβολή του είναι ανύπαρκτη το πνευματικό έργο και η σωτηρία μένουν ανεπίτευκτα, έτσι και στην περίπτωση των πειρασμών η όποια επενέργεια τους δεν παραμένει άσχετη με τον ανθρώπινο παράγοντα. Πρέπει να υπάρχει η αίσθηση στον άνθρωπο του νοήματος των δοκιμασιών, να ξέρει που βαδίζει και πως να συμπεριφερθεί στην αγαθή πρόνοια του Θεού. Αλλιώτικα ο πειρασμός μπορεί να σκληρύνει τη ψυχή και να τη στρέψει ενάντια στο Θεό. Άσχετα όμως με αυτό και στις θετικές ακόμη περιπτώσεις αν­τιμετώπισης των πειρασμών, υπάρχει πάντοτε ο ανθρώπινος παράγον­τας, ελλοχεύει η ασθενής φύση, που, σε συνδυασμό με την κακότητα του πνεύματος της ακαθαρσίας, μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο σε πτώση από το αγαθό και κίνδυνο απώλειας της ψυχής. Από την άποψη αυτή το αίτημα της προσευχής είναι απόλυτα δικαιολογημένο και οι πιστοί πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί στις όποιες εκτιμήσεις τους.
Η Κυριακή Προσευχή τελειώνει με ένα άλλο αίτημα εξίσου σημαν­τικό με το τελευταίο. Παρακαλούμε το Θεό, τον σπλαγχνικό Πατέρα μας, να μας λυτρώσει από τον πονηρό, το πνεύμα της αποστασίας και της πλάνης και κύριο συντελεστή της απώλειας της ψυχής μας. «Αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού». Σ’ οποίο σημείο κι αν βρισκόμαστε κατά την προσβολή των πειρασμών και γενικότερα της θέσης μας στο λυ­τρωτικό μυστήριο του Χριστού. Εσύ, Πατέρα μας αγαθέ, άπλωσε το χέ­ρι σου και κράτησε μας στη σωτήρια χάρη σου, σώζοντας μας από την κακότητα και το φονικό μένος του εχθρού.
Ο πονηρός βέβαια δεν είναι άλλος από το διάβολο, το πνεύμα της αποστασίας και της πλάνης. Είναι ο εχθρός του Θεού (Ματθ. ιγ’ 28) και παντός ό,τι βγήκε από τη δημιουργική του ενέργεια. Αυτός μηχανεύεται ανύστακτα την καταστροφή του ανθρώπου, φθονώντας το ιδιαίτερο προνόμιο του να είναι το σημαντικότερο πλάσμα της δημιουργίας, τη φύση του οποίου έλαβε ο Χριστός και σ’ αυτή απέθανε για τη σωτηρία των ανθρώπων. Το θεωτικό μεγαλείο του ανθρώπου καίει αφόρητα τη φύση του δαίμονα και, όσο του επιτρέπεται, προσπαθεί να παραπλανήσει τον άνθρωπο, να τον οδηγήσει μακριά από τον Θεό στην άβυσσο της πνευματικής απώλειας και καταστροφής. Βρυχάται σαν μανιασμένο λιοντάρι θέλοντας να κατασπαράξει τον άνθρωπο (Α’ Πέτρ. ε’ 8). Η κακότητα του εμφωλεύει στην πεσμένη φύση των ανθρώπων, υποδαυ­λίζοντας τα πάθη της, την ηδονική φθορά της σάρκας και τις πολλές α­σθένειες της ψυχής. Αυτός στήνει έντεχνα τις δελεαστικές παγίδες του, για να συλλάβει σ’ αυτές τις απρόσεκτες και αστήρικτες φύσεις και να τις οδηγήσει στον όλεθρο. Αυτός σπέρνει τα σκάνδαλα τους διχα­σμούς και τις εχθρότητες, προκαλώντας μάχες και πολέμους αιματη­ρούς. Αναστατώνει τις ανθρώπινες κοινωνίες, τα κράτη, τους λαούς και κυρίως την Εκκλησία του Χριστού, στην οποία σπέρνει τα ζιζάνια των σκανδάλων και του ατάσθαλου βίου (Ματθ. ιγ’ 39). Είναι ο πειραστής, ο αρχαίος πτερνιστής, που μετά την πτώση του σήκωσε πόδι ενάντια στο δημιουργό του. Αυτός βρίσκεται πίσω από όλα σχεδόν τα ατομικά δράματα των ανθρώπων, που όλα ένα μόνο σκοπό έχουν, τον πνευμα­τικό θάνατο των λογικών όντων, των «εικόνων» του Θεού. Από την άλλη, αν αποβλέψουμε στο γεγονός ότι η φύση μας, παρ’ όλον ότι έχει αναγεννηθεί διά του ιερού βαπτίσματος, εξακολουθεί να είναι επιρρε­πής και ευόλισθη στην αμαρτία, κατανοούμε το αίτημα της προσευχής να μας λυτρώσει ο Θεός από τον πονηρό. Παρ όλο που οι πειρασμοί μπορούν θετικά να μας βοηθήσουν, να ενισχύσουν την υπομονή και την πίστη μας και να τονώσουν τις αντοχές μας στις δυσκολίες της ζωής, εν τούτοις, αποβλέποντας στην αδυναμία της φύσης μας, η οποία εύκολα οδηγείται στην αμαρτία και από φόβο ότι στη διάρκεια του πειρασμού μπορεί να κλονιστεί και να χάσει την πνευματική ισορροπία της, παρα­καλούμε τον ουράνιο Πατέρα μας να μας λυτρώσει από την κακή επή­ρεια του διαβόλου. Τον παρακαλούμε γιατί αυτός μόνο είναι σε θέση ν’ απλώσει το πατρικό χέρι του και να μας προστατεύσει. Είναι ο μόνος αγαθός και παντοδύναμος Θεός.
Επιστέγασμα της Κυριακής Προσευχής είναι υμνητική αναφορά της προσευχόμενης ψυχής προς τον τριαδικό Θεό, που είναι ο αποδέκτης της προσευχής της Εκκλησίας του και το πνευματικό θεμέλιο του κόσμου: «Ότι σου έστιν η βασιλεία και η δύναμις και η δόξα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
Ο Θεός, στον όποιο προσευχόμαστε, δεν είναι κάποιος ισχυρός και δοξασμένος βασιλιάς σαν αυτούς του κόσμου τούτου, που είναι εφήμεροι και η δύναμη τους είναι αμφίβολη και ασταθής, αλλ’ είναι ο κύριος των δυνάμεων, ο δημιουργός και συντηρητής του κόσμου. Είναι ο πατέ­ρας που αγαπά τα πλάσματά του, τα οποία έσωσε με τη θεία του ενανθρώπιση από τη δυνάστευση του Σατανά, εγκαθιδρύοντας τη μεγαλοδύναμη και μεγαλόπρεπη βασιλεία του στη γη. Είναι ο πραγματικός βα­σιλιάς των ψυχών, ο βασιλιάς του ουρανού και της γης, των ανθρώπων και των αγγέλων. Αυτός θα ακούσει την προσευχή μας, γιατί ενδιαφέ­ρεται για μας και μας αγαπά. Θα μας χορηγήσει την υλική διατροφή μας και ό,τι άλλο έχουμε ανάγκη στον προσωρινό αυτό τόπο της εξορίας μας. Θα μας παράσχει άφεση αμαρτιών και στους πολλούς πειρασμούς, τις συμφορές και τις θλίψεις του βίου, θα μας σκεπάζει με την αγαθόδωρη χάρη του, θα μας λυτρώνει από τις επιβουλές των αντιθέτων δυνά­μεων και θα μας οδηγεί στο γαλήνιο λιμάνι της βασιλείας του, που απο­τελεί την αλήθεια και τον υπέρτατο στόχο της ύπαρξής μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου