Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

«Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι» Θεολογική καί ἱστορική προσέγγιση.

  Από τα ωραιότερα στοιχεία της Προηγιασμένης, χαρακτηριστικά της Λειτουργίας αυτής ως εσπερινής σύναξης, είναι o σταυρο­ειδής φωτισμός-ευλογία του λαού με τη σχε­τική εκφώνηση «φως Χριστού φαίνει πάσι», και η ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου...» μετά από τα αναγνώσματα.
Το πρώτο λέγεται από τον ιερέα μαζί με το «Σοφία· ορθοί» μετά το Παλαιοδιαθηκικό ανά­γνωσμα από τη Γένεση, το δεύτερο προκείμε­νο που ακολουθεί, και το «Κέλευσον» που λέ­γει ο αναγνώστης. Τότε ο ιερέας κρατώντας θυμιατό στο δεξί χέρι και λαμπάδα, «μανουάλιον μετά κήρου», στο αριστερό, στέκεται μπροστά στην Αγία Τράπεζα και φωτίζει σταυροειδώς το λαό, λέγοντας το «Σοφία· ορθοί». Κατόπιν σφραγίζει σταυροειδώς πάλι το λαό, λέγοντας το «φως Χριστού φαίνει πάσι».

Για τη λειτουργική και θεολογική σημασία αυτής της ευλογίας έχουν εκφρασθεί διάφορες άπόψεις. Κατά μίαν ερμηνεία το «φως Χριστού...» αναφέρεται στα αναγνώσματα της Πα­λαιάς Διαθήκης, των οποίων οι συγγραφείς φω­τίσθηκαν και εμπνεύσθηκαν από το φως του Χριστού. Επομένως, πρέπει να σχετισθούν με το αληθινό φως της θεογνωσίας που πηγάζει από το Χριστό και να ερμηνευθούν στην προοπτική του ευαγγελικού φωτός.
Ο Σμέμαν μιλά για την εκπλήρωση των προφητειών στο πρόσωπο του Χριστού, και ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης δικαιολογεί την ένταξη της εν λόγω φράσης μεταξύ των δύο αναγνωσμάτων ως εξής· «Η μεν Γένεσις τα απαρχής διηγείται, την δημιουργίαν των όντων και την έκπτωσιν του Αδάμ. Η Παροιμία δε αινιγματωδώς τα περί τον Υίον του Θεού εκδιδάσκει και τοις δι' αυτόν υιοθετηθείσι παραι­νεί, ώσπερ υιοίς, και Σοφίαν αυτόν τον Υιόν ονομάζει καί οίκον οικοδομήσαι εαυτή λέγει, το πανάγιον αυτού σώμα,... και φως εστί τα άνω και τα κάτω φωτίζων»*
Το αισθητό, λοιπόν, φως που ευλογείται και ανάπτεται την ώρα αύτη γίνεται τύπος του Χρι­στού, της Σοφίας του Θεού, για την οποίαν «αινιγματωδώς» κάνουν λόγο οι Παροιμίες· «ότι δε τύπον του αληθινού φωτός Ιησού Χριστού σημαίνει τούτο το φως».
Όρισμένοι επίσης συνδέουν το «φως Χριστού...» με τους κατηχουμένους και κυρίως τους φωτιζόμενους, οι οποίοι από τα μέσα της Με­γάλης Τεσσαρακοστής προετοιμάζονταν για το βάπτισμα που γινόταν το βράδυ του Μεγά­λου Σαββάτου. Το φως του Χριστού «φαίνει πάσι», και -περισσότερο στους φωτιζόμενους, των οποίων μάλιστα σε μία ευχή ζητείται ο καταυγασμός της διάνοιάς των. «Το φως του βαπτίσματος, ενσωματώνοντας τους κατηχουμένους στο Χριστό, θα ανοίξει το νου τους στην κατανόηση των ρημάτων Του»*
Ο συσχετισμός αυτός όμως, σημειώνει ο κα­θηγητής Ιωάννης Φουντούλης, είναι εντελώς εξωτερικός· «.Στην εσπερινή σύναξι δεν παρίσταντο μόνον οι κατηχούμενοι και οι φωτιζό­μενοι, αλλά και οι πιστοί. Το "φως Χριστού" εξάλλου λέγεται σ' όλες τις Προηγιασμένες και προ της Τετάρτης της Μεσονηστισίμου εβδο­μάδος ήμερες, κατά τις οποίες δεν παρίστατο η τάξις των φωτιζόμενων, γιατί δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί. Αλλά καί κατά τον Ι αιώνα, οπό­τε για πρώτη φορά απαντά το "φως Χριστού..."στην Προηγιασμένη,οι διακρίσεις των τάξε­ων των κατηχουμένων είχαν πια ατονήσει».
Οι ρίζες επομένως της λειτουργικής αυτής πράξης θα πρέπει να αναζητηθούν αλλού,και οπωσδήποτε στο αρχαϊκότατο έθος, κατά το οποίο η υποδοχή του φωτός, το άναμμα των λύχνων στην εσπερινή σύναξη της Εκκλη­σίας συνοδευόταν με ύμνους, ευλογίες και επευφημίες.
Για τη συνήθεια αυτή μιλούν σαφέστατα ο Τερτυλλιανός, ο Ιππόλυτος Ρώμης κ.ά. Χα­ρακτηριστική βεβαίως είναι η μαρτυρία του Μεγάλου Βασιλείου, σύμφωνα με την οποία οι Πατέρες μας υποδέχονταν «την χάριν του εσπερινού φωτός» όχι σιωπηλά, αλλά με Ευχα­ριστία και με σχετικό ύμνο, την «αρχαίαν φωνήν», το γνωστό δηλαδή τροπάριο του Εσπερινού, «φως ιλαρόν», που το έλεγε ο λαός.
Ανάλογη επευφημία κατά την υποδοχή και ευλογία του εσπερινού φωτός είναι και το «φως Χριστού φαίνει πάσι» που διασώθηκε στην Προηγιασμένη ως κατάλοιπο της αρχαίας εσπερινής λατρευτικής πράξης. Είναι ένα είδος αναδίπλωσης του επιλυχνίου ύμνου «φως ιλαρόν..,».
Κατά παλαιά συνήθεια το «φως Χριστού...», φράση που τον τέταρτο-πέμπτο αιώνα τη βρίσκουμε χαρα­γμένη ολόκληρη ή συντε­τμημένη (ΦΧΦΠ) σε λυ­χνίες, το έλεγε ο διάκονος, ο οποίος μετέφερε και την αναμμένη λυχνία στην εσπερινή σύναξη του Ναού. 'Ηταν κατά κάποιον τρόπο σύνθημα για το άναμμα των φώτων, τα οποία μέχρι την ανάγνωση των Παροιμιών στην Προη­γιασμένη ήσαν κλειστά.
Από το «φως Χριστού...» άρχιζε ουσιαστικά και το έργο του νεωκόρου. Αυτό φαίνεται και από ορισμένες μαρτυρίες, σύμφωνα με τις οποίες το «Κέλευσον» δεν το έλεγε ο αναγνώστης, άλλα ο «κανδηλάπτης», ζητώντας τρόπον τινά την άδεια να επιτελέ­σει τό υπούργημά του.
Τον αρχαίο τρόπο ανάμματος, μεταφοράς από το διάκονο και ευλογίας του εσπερινού φωτός στη λειτουργία των Προηγιασμένων μάς τον διασώζουν τόσο τα λειτουργικά χειρόγραφα, όσο και ο άγιος Συμεών Θεσσαλο­νίκης. Κατ' αυτόν η σταυροειδής σφράγιση και ευλογία του λαού δε γινόταν από το ιερό βήμα, αλλά από το μέσον του Ναού.
Εκεί κατέληγε ο διάκονος εν πομπή, μετά την ευλογία του φωτός που ζητούσε από τον Ιερέα, «κρατών την λαμπάδα και το θυμιατήριον και προπορευόμενων των αναγνωστών...Και πληρωθείσης της Γενέσεως, φαίνεται ευθύς μετά των φώτων, τας βασιλικάς πύλας εισιών, ανισταμένων απάντων. "Ως και εις το μέσον στας του Ναού,ποιείται σταυρού τύπον τω θυμιατηρίω εκφώνως λέγων "Σοφία· ορθοί. Φως Χριστού φαίνει πάσι". Και εις το άγιον βήμα εισέρχεται»
Η εισόδευση του διακόνου στο μέσον του Ναού, κατά τη μαρτυρία του Τυπικού της Αγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως του Θ'-Ι αιώνα, δε γινόταν μεταξύ των δύο αναγνωσμάτων, αλλά αμέσως μετά από αυτά. «Και εις το τέλος των δύο αναγνωσμάτων λαμβά­νει ο διάκονος το μανουάλιον και εισοδεύει λέγων το "φως Χριστού φαίνει πάσι". Και ευθέως λέγει ο διάκονος "Σοφία" και ο πρεσβύτερος "Ειρήνη πάσι" και ο ψάλ­της το "Κατενθυνθήτω"». Αυτή ήταν και η αρχική θέση του «φως Χριστού...», που σημαίνει ότι δεν έχει σχέση με τα αναγνώσματα, αλλά με το «Κατευθυνθήτω». «Η μετάθεσίς του με­ταξύ των αναγνωσμάτων έγινε αργότερα, προφανώς για να δοθή χρόνος για το άναμμα των φώτων του Ναού, ώστε κατά τό "Κατευθυνθήτω" να είναι ο Ναός φωταγωγημένος».
Από τό σημείο μάλιστα αυτό αλλάζει και το κλίμα της όλης ακολουθίας και εισερχό­μαστε στο κύριο μέρος της λειτουργίας των Προηγιασμένων, που είναι η θεία κοινωνία. Το αξιοπαρατήρητο δε, που εδώ μας ενδια­φέρει, είναι η επανάληψη του «Κατευθυνθήτω», δευτέρου στίχου του 140ού ψαλμού, και η κατανυκτική ψαλμωδία του έξι φορές από τον ιερέα και τους χορούς, ενώ ο ιερέας θυμιά την 'Αγία Τράπεζα.

Του Παναγιώτου Ι.Σκαλτσή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου