Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Βίος Οσίου Γρηγορίου του εν Νικομήδεια ασκήσαντος.


Ο Όσιος Γρηγόριος ο εν Νικομήδεια ασκήσας τιμάται στις 2 Απριλίου.



Τα πρώτα χρόνια
Ο Όσιος Γρηγόριος κατήγετο από τα μέρη της Βιθυνίας και γεννήθηκε περί το 1190 μ.Χ.. Οι γονείς του ήσαν ευσεβείς και ευγενείς. Ευγενείς μεν κατά το γένος, ευγενέστεροι δε
κατά την γνώμην και την αρετήν. Αφού δε ανετρέφετο από τέτοιους γονείς, δεν έδινε σημασία στα παιχνίδια των παιδιών με τα οποία χαίρονται οι νέοι αλλά συνέχεια απασχολείτο
με τα θεία λόγια των Γραφών. Όμως δεν σταμάτησε έως εδώ, αλλά θέλησε να μάθει και τα Ελληνικά μαθήματα και να επιλέξει από αυτά, ότι ήταν καθαρό από κακία. Έτσι, με την
εξυπνάδα του και με την μελέτη και άσκηση σε λίγο καιρό έμαθε όλα τα καλά και ωφέλιμα μαθήματα, για να μπορεί με αυτά να μη συλλαμβάνεται από τις παγίδες και από τα
σοφίσματα των εχθρών της Ορθοδοξίας, αντίθετα να μπορεί να πολεμά αυτούς από μακρυά με την δύναμη των λόγων του ή να τους αντικρούει με τα άρματα της φωτισμένης
γλώσσας του, όταν τύχαινε να συνομιλούν.
Επειδή λοιπόν ωφελήθει αρκετά από τα εξωτερικά μαθήματα, αμέσως κατάλαβε τον εαυτόν του, και μέσω αυτού ήλθε εις αίσθησιν του Θεού. Γι' αυτό ζήτησε να βρει δασκάλους
και οδηγούς στους αγώνες της αρετής. Πήγε τότε σε ένα από τα καλλίτερα Μοναστήρια της εποχής εκείνης και αφού ενεδύθη το Σχήμα των Μοναχών, επεδόθη ολόκληρος στους
πνευματικούς αγώνες.

Μαθαίνει τις παγίδες του πονηρού
Μαθαίνει τον κρυφόν και άόρατον πόλεμον του διαβόλου και με ποίο τρόπο να μη κτυπιέται από αυτόν, αλλά αυτός μόνον να τον κτυπά και να μη πληγώνεται, αλλά να τον
πληγώνη. Μαθαίνει τις έπιθέσεις των πονηρών λογισμών, οι όποιοι κάθε στιγμήν πολεμούν τους άνθρώπους, ποία είναι η ειρήνη του νου και η φύλαξις των λογισμών και ποίοι
από τους λογισμούς είναι δικοί μας και ποιοι του εχθροί). Ποιοι είναι εκείνοι που ενοχλούν και ταράζουν την άκινησίαν και σταθερότητα των λογισμών και ποίους πρέπει να
καταφρονή με σοβαρότητα.
Μαθαίνει για τις πνευματικές αρετές
Εκεί έμαθε πως να αποχωρίζεται και να διώχνει τα αισθητά μαζί με τις αισθήσεις και τα ωραία χρώματα και τις απαλότητες των σωμάτων και όλα εκείνα με τα οποία γκρεμίζεται το
ηγεμονικό του νου και πλανάται και δηλητηριάζεται. Έμαθε κανόνες και όρους της ψαλμωδίας, πως να προσεύχεται, πως να φυλάττει τον νουν, μέτρα νηστείας και εγκράτειας και
ότι όλα αυτά είναι ενωμένα όταν συνοδεύονται και από την ταπεινοφροσύνη. Αφού συγκέντρωσε όλα αυτά στον εαυτόν του ο θείος Γρηγόριος, απέδωσε τριακονταπλάσια και
εξηκονταπλάσια και εκατονταπλάσια. Και όσες μεν αρετές είχε αποκτήσει δεν τις υπολόγιζε καθόλου, εκείνα δε τα οποία του έλειπαν φρόντιζε να κερδίσει.

Συκοφαντείται ότι έκλεψε
Ο φθονερός διάβολος μη υποφέροντας να βλέπει τον Άγιο, τόσον νέον κατά την ηλικία, να είναι στολισμένος με τόση γνώσιν, σωφροσύνη, ανδρεία και πραότητα, τι κάνει και τι
μεθοδεύεται; Ενώ μετά από τους υπερβολικούς εκείνους κόπους και αγώνες της αρετής τους οποίους έκανε ο Άγιος Γρηγόριος και ήταν το σώμα του ταλαιπωρημένο από την
πολλή νηστεία, βάζει σε υποψία μερικά διεφθαρμένα ανθρωπάρια, άχρηστα και ψευδόλογα, ότι δήθεν ο θείος αυτός Γρηγόριος έκλεψε μερικά ιερά σκεύη, τα οποία είχαν χαθεί
τότε. Αυτοί συκοφάντησαν τον άγιο άνθρωπο του Θεού, και ζητούσαν με όρκους να βεβαιώσουν τις ψευδομαρτυρίες τους. Και οι απλοί αυτοί χυδαίοι και ανόητοι άνθρωποι
νόμιζαν, ότι τούτο ήταν νίκη του διαβόλου κατά του Αγίου, οι δε γνωστικοί και διακριτικοί έκριναν τούτο σαν ένα αξιογέλαστο παιχνίδι.
Γνωρίζοντας όμως ο θείος Γρηγόριος τον δόλο και τις τέχνες του διαβόλου, αναχώρησε από εκεί και πήγε σε άλλο Μοναστήρι, για να μη προκαλεί αιτία μεγαλύτερης κολάσεως
στους συκοφάντες εκείνους. Μετά όμως από λίγες μέρες φανερώθηκε εκείνος ο οποίος έκλεψε τα ιερά σκεύη και με αυτό το γεγονός περιπαίχθηκε ο διάβολος, με τα ίδια τα
μέσα με τα οποία επεχείρησε να περιπαίξει τον Άγιο.

Προσείλκυσε την αγάπη όλων των Μοναχών
Αφού πήγε ο Όσιος στο άλλο Μοναστήρι, στο όποιο ήταν και ο κατά σάρκα αδελφός του, υποτασσόμενος και ασκούμενος στην αρετή, αγωνιζόταν πάλι όμοια με τους πρώτους
αγώνες της ασκήσεως. Έτσι έκανε υποταγή και υπακοή στον Ηγούμενο και στους συνασκουμένους αδελφούς και υπέμεινε κάθε άσκηση καλής πολιτείας, νηστεύοντας,
αγρυπνώντας, ψάλλοντας, προσευχόμενος, υπηρετώντας και ταπεινούμενος. Γι' αυτό προσείλκυσε στην αγάπη του και όλην εκείνην την αδελφότητα.
Αφού λοιπόν, έζησε πολύ καιρό εκεί ενεδύθη και το μέγα και Αγγελικό Σχήμα και έγινε Μεγαλόσχημος. Έπειτα παρεκινήθη πολύ από τον Ηγούμενο και όλη την αδελφότητα να
γίνει Ιερεύς. Παρακινούμενος όμως από αυτούς και για δεύτερη φορά και κατά κάποιο τρόπο πιεζόμενος, υπεχώρησε, σκεπτόμενος ότι η ευπείθεια και υπακοή είναι θεμέλιον
όλων των αρετών. Δέχθηκε την Ιερωσύνη, όχι διότι ήταν άξιος, διότι πάντοτε συνέτριβε τον λογισμό τούτον της κενοδοξίας, αλλά σαν μια διακονία, την οποία ήταν υποχρεωμένος
να εκτελέσει.

Αναχωρεί από το Μοναστήρι μαζί με τον αδελφό του
Έπειτα από τρία χρόνια ανεχώρησε από το Μοναστήρι επιθυμόντας να ησυχάσει μόνος του. Αφού ανεχώρησε λοιπόν από το Μοναστήρι μαζί με τον αδελφό του, πήγε σε κάποιο
χωριό εκεί κοντά, το όποιο ήταν κατάλληλο για ησυχία και ζώντας εκεί αρκετό καιρό και ελευθερώνοντας λίγο-λίγο τις αισθήσεις του από την εξωτερική οχλοκρατία, την σύγχυση
και την ταραχή του κόσμου, ζητούσε ακόμη περισσότερη ησυχία. Γι' αυτό ο Όσιος ανέβηκε στο όρος το οποίον βρίσκεται πλησίον του χωριού και ονομάζεται του Προφήτου Ηλία.
Ανέβηκε, λοιπόν, μαζί με τους χωριανούς και αφού βρήκε τούτο πολύ κατάλληλο για ησυχία ανεφώνησε το ρητό του ψαλμού. «Αυτή η κατάπαυσίς μου εις αιώνα αιώνος, ώδε
κατοικήσω, ότι ηρετισάμην αυτήν» (Ψαλ. ρλα' 14).
Αμέσως λοιπόν έστησε την ασκητική του καλύβη και έμεινε εκεί, όπου, αφού γύμνωσε τον νουν του από τις αισθήσεις, τις δε αισθήσεις από την ύλη και την περιπλάνηση στα
γήινα, ενώθηκε με τον Θεό από τον όποιον δεν χωρίσθηκε ποτέ.

Χαριτώνεται από τον Κύριον
Αφού λοιπόν ο Όσιος Γρηγόριος ενώθηκε με τον Θεό, έγινε φίλος Θεού. Και επειδή εκείνα τα οποία έχουν οι φίλοι είναι κοινά, δια τούτο και ο Θεός έκανε κοινά και τα μυστήρια
Του στον φίλο Του, τον θείον Γρηγόριο. Έτσι ο Όσιος έγινε θεωρός των θεϊκών μυστηρίων και διδάχθηκε τους σκοτεινούς και απόκρυφους λόγους και αποκαλύφθηκε σε αυτόν
η γνώσις των μελλόντων και έλαβε δώρο από τον Θεό, άξιο του Θεού, ο οποίος του το έδωσε, δια μόνη την αγαθότητά Του, ο δε Όσιος έλαβε τούτο δια την καθαρότητα του νου
του και δια τον έρωτα αυτού προς τον Θεό. Τοποθετούσε λοιπόν, επάνω σε πλούσια τράπεζα, όλα εκείνα τα πνευματικά φαγητά, τα οποία χρειαζόταν ο κάθε ένας για να φάγει,
εκείνους δε που χρειαζόντουσαν συμβουλή, τους συμβούλευε με σοφία. Όταν ήταν καιρός να προβλέψει και να προγνωρίσει, απεκάλυπτε τα μέλλοντα σε αυτούς που είχαν
ανάγκη, με ταπεινοφροσύνη και μετριότητα. Αν δε πήγαιναν προς αυτόν ασθενείς και πτωχοί, δεν τους άφηνε να φύγουν με άδεια χέρια και χωρίς ελπίδα. Αλλά σηκώνοντας
τους οφθαλμούς του προς τον Θεό και βάζοντας τα χέρια του με μεγάλη ταπείνωση πάνω σε αυτούς, τους γιάτρευε.



Τον κατηγορούν για Μάγο
Συνήθεια έχει ο πονηρός διάβολος να πολεμά πολλές φορές και να ενοχλεί τους ανθρώπους. Έτσι θέλοντας να αναιρέσει το προγνωστικό του Οσίου, έπεισε μερικά
ανθρωπάρια, άξια περιφρονήσεως, να λέγουν, ότι ο Άγιος δεν γνωρίζει τα μέλλοντα από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, αλλά από την ενέργεια του διαβόλου με τέχνη μαγική.
Γι' αυτό έφεραν στον Άγιο μερικούς κλέπτες και ιερόσυλους και κακοποιούς οι οποίοι τον πείραζαν, αφού τον ρωτούσαν τι άνθρωποι ήσαν ο κάθε ένας από αυτούς. Ο δε Όσιος,
γνωρίζοντας την κακή τους προαίρεση, δεν σιώπησε, για να μη τους δώσει αφορμή να κατηγορούν και να περιπαίζουν τα θεία χαρίσματα, αλλά φανέρωσε τι άνθρωποι ήσαν ο
κάθε ένας και με ποίο τρόπο ήλθαν σε αυτόν, δηλαδή με κακή προαίρεση. Θέλοντας δε να ελέγξει την απιστία τους, απεκάλυψε και το αμάρτημα του κάθε ενός εξ αυτών,
λέγοντας, ότι και ο τάδε άνθρωπος, ο οποίος ήταν ναυαγός, για την ταλαιπωρία που είχε και για να παρηγορήσει την πείνα του, μπήκε στο αμπέλι και πήρε σταφύλια. Τούτο δε
το απεκάλυψε ο Άγιος, όχι για να δοξασθεί από τους ανθρώπους, ως διορατικός, αλλά για να ντροπιάσει εκείνους, οι οποίοι τον κατηγορούσαν σαν μάγο.

Συνετίζει την πόρνη
Παρ' όλα αυτά όμως δεν σταμάτησε η κακία τους, αλλά βρήκαν κάποια πόρνη και αφού την πλήρωσαν την έστειλαν στον Όσιο, για να μεταχειρισθεί κάθε τρόπο να του κινήσει
την επιθυμία και να τον μολύνει. Πήγε λοιπόν η πόρνη στον Όσιο και τον ενοχλούσε. Συμπεριφερόταν και γελούσε άσεμνα, παίζοντας και λέγοντας πορνικούς λόγους. Αλλά ο
Όσιος φρόντιζε με νουθεσίες και συμβουλές να σωφρονίσει και να καταπαύσει τα άσεμνα σχήματα και τους αισχρούς της λόγους. Όμως η πόρνη έκανε τα ίδια, χωρίς να
συνετίζεται από τις συμβουλές του Οσίου. Έτσι ξαφνικά της ήλθε κλονισμός από τον δαίμονα και αμέσως την ρίχνει κάτω στη γη, έβγαιναν δε αφροί από το στόμα της, έτριζαν τα
δόντια της και έκανε όλα τα άτακτα σχήματα των δαιμονιζομένων. Μόλις είδαν αυτό εκείνοι, οι οποίοι την παρακίνησαν, μετανόησαν και παρακαλούσαν τον Όσιο να την λυπηθεί
και να την κάνει καλά. Αμέσως τότε ο Όσιος, χωρίς να περιμένει να τον παρακαλέσουν για δεύτερη φορά, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό, και παρακαλώντας θερμά τον Θεό,
γιάτρεψε την γυναίκα και την συμβούλεψε να φυλάει στο εξής σωφροσύνη, για να μη πάθει κακό περισσότερο και να καθαρίσει την κατ' εικόνα Θεού πλασθείσα ψυχή της, με
νηστείες, προσευχές και όλες τις άλλες αρετές. Αφού δε την καθοδήγησε στον δρόμο της μετανοίας, με τα λόγια αυτά και άλλα πολλά, έφυγε γεμάτη ειρήνη.

Περπατάει στην θάλασσα με το άλογό του
Αλλά ας που με και την άλλη μηχανή του διαβόλου, την οποίαν έκανε κατά του Οσίου. Θέλοντας ο μισόκαλος να ενοχλήσει και να κακοποιήσει τον Άγιο, παρακίνησε μερικούς
κληρικούς που φθονούσαν τον Όσιο, οι οποίοι πήγαν στον Αρχιερέα της Νικομήδειας, και του είπαν πολλές κατηγορίες και συκοφαντίες για τον θείον Γρηγόριο, μεταχειριζόμενοι
κάθε τρόπο, για να ξεσηκώσουν τον Αρχιερέα εναντίον του.
Ο Αρχιερεύς της Νικομήδειας, σαν απλός που ήταν κατά την γνώμη, επειδή ο άκακος άνδρας πιστεύει σε κάθε λόγο (Παρ. ιδ' 15), πίστεψε στα λόγια τους, και αφού θύμωσε
πολύ, έστειλε ανθρώπους στον Άγιο, διατάζοντας τον να πάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ο Όσιος τότε κατάλαβε την τέχνη του διαβόλου, και την συκοφαντία την οποία του
έκαναν και αφού προσέφερε ατούς απεσταλμένους ψωμί και αλάτι για να φάνε, τους είπε να πάνε το γρηγορότερο διότι αυτός θα πάει στον Αρχιερέα πιο μπροστά από αυτούς.
Έτσι, επειδή ήταν απονεκρωμένος κατά το σώμα από την πολλή άσκηση και ταλαιπωρία και σχεδόν ακίνητος, ανέβηκε σε ένα άλογο και προχωρούσε κατευθείαν προς τον
Αρχιερέα δια μέσου της θαλάσσης. Και ω του θαύματος! σαν να πάγωσε το νερό της θαλάσσης και σαν να έγινε ξερή γη, πέρασε την θάλασσαν ο Άγιος και έφθασε στο
απέναντι μέρος, στο οποίο καθόταν ο Επίσκοπος Νικομήδειας, χωρίς να βραχούν καθόλου τα πόδια του άλογου του.

Μετανοούν οι συκοφάντες του
Όταν ο Αρχιερεύς είδε τον Όσιο να έρχεται πάνω στο άλογο και να περπατά πάνω στην θάλασσα σαν να βάδιζε σε στερεά γη, θυμήθηκε τον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος
περπάτησε πεζός πάνω στα κύματα της θάλασσας, και αφού έπεσε στην γην, τον προσκύνησε δοξάζοντας τον Θεό και λέγοντας. «Ευλογητός, εί, Κύριε, και υπερένδοξος,
διότι σήμερα έδειξες σε μας άλλον Πέτρο. Ως θαυμαστά τα έργα Σου! Πόσοι δούλοι Σου είναι άγνωστοι σε μας και δεν τους γνωρίζουμε, γνωστοί δε σε Σένα προτού ακόμη
γεννηθούν!».
Αμέσως δε μόλις πλησίασε σε αυτόν ο Όσιος, έπεσε στα πόδια του ο Αρχιερεύς και τον υποδέχθηκε με πολλή ευλάβεια και τιμήν και σχεδόν ευχαριστούσε εκείνους, οι οποίοι
συκοφάντησαν τον Όσιο, διότι έγιναν αιτία να δει έναν τέτοιον Άγιο και θαυματουργό άνδρα και τον παρακαλούσε να συγχωρέσει την αμαρτία τους.
Τούτο το θαύμα όταν είδαν και εκείνοι που τον συκοφάντησαν, μετανόησαν και αφού ζήτησαν με δάκρυα συγχώρηση από τον Όσιο τον εσέβοντο στο εξής και τον τιμούσαν ως
θείον και ουράνιο άνθρωπο και ως θεράποντα και φίλον Θεού και όλοι όσοι άκουσαν το εξαίσιο αυτό θαύμα εξεπλάγησαν και θαύμαζαν. Ο δε Όσιος επέστρεψε πάλι στην
καλύβη του και αγωνιζόταν τους συνηθισμένους αγώνες του.

Το Όσιο τέλος του
Επειδή συμπλήρωσε τους ασκητικούς αγώνες ο Όσιος και κατά το γεγραμμένον: «Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς» (Σοφ. Σολ. δ' 13), όταν έγινε πενήντα ετών,
ποθούσε να αναχωρήσει από αυτόν τον κόσμον και να πάει στον Χριστόν. Έτσι, αφού αρρώστησε και έμεινε στο κρεββάτι, παρήγγειλε στους μαθητές του να φυλάττουν
απαρασάλευτο την καλήν παρακαταθήκη της πίστεως και να μη εγκαταλείψουν ούτε μια στιγμή την άσκηση, την σταύρωση μαζί και την νέκρωση της σάρκας, την οποίαν
υπεσχέθησαν στον Θεό να φυλάττουν στην παρούσα ζωήν. Τους έδωσε και άλλες πολλές τέτοιες πνευματικές παραγγελίες και αφού τους ασπάσθηκε, άφησε το σώμα, το
οποίο είχε εγκαταλείψει και προηγουμένως σε όλη του την ζωήν και απήλθε το 1240 προς εκείνον τον οποίον ποθούσε, τον Χριστόν.


Στίχος
Έφιππος άλα Γρηγόριε καθάπερ, Xέρσον διήλθες, ω τεραστίου ξένου!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου