Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Η κρίση ως διέξοδος.



Μπορεί να είναι κανείς αισιόδοξος εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, την ώρα που ένα πέπλο μελαγχολίας και κατάθλιψης έχει σκεπάσει τη χώρα; Αλλά από πού προέρχεται αυτή η μελαγχολία; Μα, κατεξοχήν, από το γεγονός ότι τα χρόνια της ανεμελιάς φαίνεται πως πέρασαν ανεπιστρεπτί και από το ότι η ανασφάλεια καταλαμβάνει τη θέση μιας ακλόνητης σιγουριάς που δεν ξέρουμε καλά καλά από πού πήγαζε. Κι αυτό διότι ούτε οι παραγωγικές δυνάμεις της χώρας ούτε ο κόπος και ο μόχθος των εργαζομένων ούτε η δυναμική της παιδείας μας προδιέθεταν για μια παρατεταμένη υλική ευδαιμονία, που, θάλεγε κανείς, ότι και πολύ κράτησε… Αλλά και τα αξιακά χαρακτηριστικά που συνόδευαν τη ζωή των Ελλήνων τις τελευταίες δεκαετίες ούτε χαρακτηριστικά της παράδοσής μας ήταν ούτε υπερήφανους μπορούν να μας κάνουν. Η καταναλωτική ευωχία, η ιδιοτέλεια, η ανομία με σκοπό την πάση θυσία εξυπηρέτηση του ατομικού συμφέροντος, η αγένεια και ο ξιπασμός του νεόπλουτου κλπ. είναι φαινόμενα που ενδέχεται να περιοριστούν λόγω της οικονομικής κρίσης. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς μήπως έχουμε μπροστά μας μια ευκαιρία ανασυγκρότησης ως προϊόν του αναστοχασμού πάνω στις πρακτικές των τελευταίων δεκαετιών.
Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης και ύφεσης όμως δικαιούται κανείς να είναι απαισιόδοξος διότι το πιο πιθανό είναι να δημιουργηθούν κοινωνικές εντάσεις και έκνομες ενέργειες που μπορεί να είναι απρόβλεπτες και να βυθίσουν τη χώρα σε ένα καθεστώς αταξίας. Είναι επίσης βέβαιο ότι η ανασφάλεια θα οδηγήσει πολλούς στο να σκέφτονται ακόμη περισσότερο τον εαυτό τους, επιδιώκοντας τρόπους να εξασφαλιστούν οι ίδιοι εις βάρος όλων των υπολοίπων. Είναι λογικό να περιμένει κανείς ότι στη μαζική κοινωνία του ατομισμού και της ανωνυμίας η οικονομική κρίση θα οδηγήσει σε περαιτέρω φαινόμενα εσωστρέφειας, κοινωνικής αναλγησίας και αλληλοφαγωμάρας. Στο κάτω κάτω ο άνθρωπος σκέφτεται ανθρώπινα όταν και οι συνθήκες στις οποίες ζει είναι λίγο πολύ ανθρώπινες, ενώ στην αντίθετη περίπτωση το ένστικτο της επιβίωσης μπορεί να επιβάλει το νόμο της ζούγκλας.
Όλα τούτα θα εξαρτηθούν και από το μέγεθος της οικονομικής κρίσης και από ένα χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας που δεν υπήρχε παλιότερα: ο σημερινός άνεργος τίθεται σχεδόν αυτομάτως στο περιθώριο και με ελάχιστες πιθανότητες επανένταξης στην παραγωγή. Παλαιότερα η κοινωνία μεριμνούσε για τους ανέργους, αφού θα τους είχε εκ νέου ανάγκη στην παραγωγικη διαδικασία. Σήμερα ο άνεργος θεωρείται άχρηστος, ένα βάρος στους φορολογούμενους και εν τέλει επικίνδυνος για την ανάπτυξη και πρόοδο της κοινωνίας. Ομοίως και ο συνταξιούχος. Η σύνταξη δεν είναι πια τόσο απόδειξη αλληλεγγύης και φιλανθρωπίας απέναντι σε ανθρώπους που είναι πλέον ανήμποροι να εργαστούν, αλλά βάρος και περιττό έξοδο. Είναι επομένως πιθανό η οικονομική κρίση να μην δημιουργήσει απλά συνθήκες λιτότητας, που στο κάτω κάτω μπορεί και να μας βγάλει από την καταναλωτική μονομανία των τελευταίων δεκαετιών, αλλά συνθήκες απόλυτης φτώχειας και εξαθλίωσης. Το γεγονός ότι στις λεγόμενες κοινωνίες της αφθονίας (ΗΠΑ, Γαλλία κ.α.) υπάρχουν εκαταμμύρια άστεγοι είναι ένα εντελώς παράλογο φαινόμενο που δεν πρέπει διόλου να μας διαφεύγουν και οι ηθικές του παράμετροι. Θέλω να πω ότι ειδικά σήμερα ο άνθρωπος δε φαίνεται να ορίζει καθόλου τη ζωή του -τουλάχιστον στον οικονομικό τομέα- και αισθάνεται ότι το κακό που μπορεί να τον βρει μπορεί να είναι εντελώς αναπάντεχο, να έρχεται από πολύ μακριά, να μην εξαρτάται από τις δικές του ικανότητες ή ελλείψεις κτό.
Από την άλλη, ενδέχεται να ξαναθυμηθούμε και να εφαρμόσουμε στοιχεία της παράδοσής μας, όπως και κάθε πραγματικά ανθρώπινης παράδοσης, που επιμελημένα θέσαμε στο περιθώριο της ζωής μας τις τελευταίες δεκαετίες. Να εργαστούμε φιλότιμα, να αγαπήσουμε την Ελλάδα και την παράδοσή μας που περιφρονήσαμε όσο τίποτα, να φανούμε αλληλέγγυοι στον διπλανό μας, να δραστηριοποιηθούμε αφήνοντας την «παρηγοριά» της τηλεόρασης, να βρούμε την ικανότητα να παραμείνουμε πρόσωπα με αξιοπρέπεια, δηλαδή εφοδιασμένα με θέληση να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες και, επιτέλους, να μην θεωρούμε το χρήμα και την κατανάλωση ως τη μόνη πρόταση ζωής και ευτυχίας. Εξυπακούεται ότι είναι και ευκαιρία για την Εκκλησία, η οποία σε δύσκολους καιρούς πάντοτε συμπαραστεκόταν στον λαό, να βρει τρόπους αναζωογόνησης των ενοριών ως μιας μορφής κοινοτικής συνύπαρξης, αλληλεγγύης και αγάπης προς τον διπλανό.
Εν τέλει αν ο θησαυρός της καρδιάς του καθενός ήταν στο χρήμα τότε αυτός δεν έχει παρά να δρέψει τώρα τους καρπούς της αφοσίωσής του σ΄ αυτό. Για όσους, ελάχιστους, ο θησαυρός τους ήταν ο Θεός και ο άλλος άνθρωπος, δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα, η απόγνωση δεν τους αγγίζει. Αυτά στα οποία ελπίζουν δεν κλονίζονται από την οικονομική κρίση. Γι αυτούς ισχύει το του Ισαάκ του Σύρου: «Ότε ο άνθρωπος εν τη διανοία εαυτού κόψει την ελπίδα εκ της ζωής αυτού, ουδέν θαρσαλεώτερον. Και ουκ έστι θλίψις ής τινός η φήμη εξασθενήσαι το φρόνημα αυτού ποιεί. Διότι πάσα θλίψις γινομένη, υποκάτωθεν του θανάτου εστί. Και αυτός έκυψε δέξασθαι καθ’ εαυτού τον θάνατον». Για τους υπόλοιπους, τους πολλούς από τους χριστιανούς, που κινούνται στο μεταίχμιο των δυο παραπάνω άκρων είναι ίσως μοναδική ευκαιρία να επανακαθορίσουν, με τρόπο οριστικό και σαφή, το περιεχόμενο του θησαυρού της δικής τους καρδιάς.
του Γιώργου Μπάρλα, Θεολόγου-Φιλολόγου
Απόσπασμα από το βιβλίο του «ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΜΟΥ«, που μόλις κυκλοφορήθηκε απο τις εκδόσεις «ΑΡΧΟΝΤΑΡΙΚΙ».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου