Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Μία σύγχρονη ἀπατημένη ὀρθόδοξη σύζυγος.

Μία πολύ γλυκιά κυρία, μοῦ διηγήθηκε τά παρακάτω:
-Τόν ἄνδρα μου τόν παντρεύτηκα μέ προξενιό. Ὅμως χωρίς νά τό ξέρω, ἐκεῖνος ἀγαποῦσε καί εἶχε χρόνια δεσμό μέ μία κοπέλα, πού οἱ δικοί του δέν τήν ἤθελαν, ἀλλά αὐτός δέν ἔπαψε ποτέ νά τήν ἀγαπᾶ. Παντρευτήκαμε. Ἡ μέρα τοῦ γάμου ἦταν πολύ ὄμορφη. Ὅμως οἱ ὄμορφες μέρες ἦταν μόνο τρεῖς. Ἀπό τήν τέταρτη μέρα καί ἐπί δέκα ἑπτά χρόνια ἡ ζωή μου δίπλα του ἦταν μία κόλαση. Ὅταν τόν ρώτησα γιατί μου φερόταν τόσο ἄσχημα, μοῦ ἀποκάλυψε πώς ἀγαποῦσε ἄλλη γυναίκα κι ὄχι ἐμένα. Ἔπεσα ἀπό τά σύννεφα!
-Τότε γιατί μέ παντρεύτηκες;
-Γιατί μέ πίεσαν οἱ γονεῖς μου. Ἐκείνη, βλέπεις, δέν τήν ἤθελαν.
-Καί ἐγώ τί φταίω νά μοῦ φέρεσαι ἔτσι;
-Σήκω καί φύγε, ἅμα δέν σού ἀρέσει.
-Ποῦ νά πάω; Ντρέπομαι τά ἀδέλφια μου καί τόν κόσμο.
-Ἐ! Τότε κάτσε ἐδῶ καί βούλωστο.
Αὐτή ἦταν ἡ ἀπάντησή του. Μαζί κοιμόμασταν, ὅταν τσακωνόταν μέ τήν ἄλλη. Ὡστόσο ἔμεινα ἔγκυος! 
Μόλις τοῦ τό εἶπα, ἔγινε.... θηρίο ἕτοιμο νά μέ κατασπαράξει! Μοῦ ζήτησε νά τό ρίξω. Ἐγώ ὅμως, δέν τό κάνα. Γιά κανέναν καί γιά τίποτε δέν θά σκότωνα τό παιδί μου. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο γέννησα τρία κορίτσια.
-Ἐργάζεστε;
-Ναί! Ἔχω δικό μου κομμωτήριο. Ποτέ ὅμως οἱ πελάτισσές μου δέν μέ εἶδαν κλαμένη ἤ πικραμένη. Οὔτε καί τά παιδιά μου. Τήν πίκρα μου τήν ἔκρυβα βαθιά μές’ στήν ψυχή μου, τή μοιραζόμουν μόνο μέ τόν Θεό. Ξέρεις τί σημαίνει νά κοιμᾶσαι μέ τόν ἄνδρα σου, ὅποτε τσακώνεται μέ τή φιλενάδα του;
-Δέν τό ἔχω ζήσει, ὅμως μπορῶ νά σέ καταλάβω. Καλά, αὐτή δέν βρῆκε κάποιον νά παντρευτεῖ, νά κάνει οἰκογένεια;
-Παντρεύτηκε, ἔχει καί δύο παιδιά. Ἀλλά μέ τόν ἄνδρα μου δέν χώρισαν ποτέ.
-Ὁ ἄνδρας της δέν τό ἔχει καταλάβει;
-Δέν ξέρω.
-Τά παιδιά σας δέν ἔχουν καταλάβει τίποτε;
-Ὄχι! Πάντα τόν δικαιολογοῦσα, τόν κάλυπτα. Ἀλλά καί ποτέ δέν μαλώσαμε. Γιατί ποτέ δέν τόν ρώτησα οὔτε ποῦ ἦταν οὔτε γιατί ἄργησε οὔτε ἄν ἦταν μέ αὐτήν. Τίποτα! Ὅποια ὥρα κι ἄν ἐρχόταν, ἄν ἦταν μπροστά τά παιδιά, τοῦ ἔλεγα: Καλῶς τόν Δημητράκη! Καί ἑτοίμαζα τό τραπέζι γιά νά φάει.
-Πῶς τό ἄντεχες αὐτό;
-Δέν μποροῦσα νά κάνω κι ἀλλιῶς. Ἔπρεπε νά δώσω τό καλό παράδειγμα στά παιδιά μου. Ἤθελα νά μάθουν τήν ἀξία τοῦ σεβασμοῦ, τήν ἀξία τῆς ἀγάπης, τήν ἀξία τῆς ὑπομονῆς.
-Καί, δόξα τῷ Θεῶ, ἐσύ διαθέτεις πολλή ὑπομονή.
Ἐδῶ χαμογέλασε. Συνέχισα:
-Τά παιδιά σου, ποιός σου τά κρατοῦσε, τίς ὧρες ποῦ ἐσύ ἐργαζόσουν;
-Ἡ μητέρα μου. Καί ξέρεις πῶς τούς περνοῦσα τά μηνύματα γιά ὁτιδήποτε ἤθελα νά ἀποφύγουν;
-Πῶς;
-Τούς τά ἔγραφα σέ κασέτα. Ἀπό τόν καιρό πού ἦταν μωρά, ἔγραφα κάθε μέρα κάτι στήν κασέτα, τήν ἔδινα στή μητέρα μου καί τῆς ἔλεγα νά τούς βάζει νά τήν ἀκοῦνε. Ἔτσι δέν ἐνίωθαν πολύ τήν ἀπουσία μου.
Αὐτό γινόταν ἐπί δεκαεπτά χρόνια. Ὅ,τι μήνυμα ἤθελα νά τούς περάσω, τό παρουσίαζα πώς τό εἶχα ἀκούσει στό κομμωτήριο. Γιά τά ναρκωτικά, ἄς ποῦμε, τούς ἔλεγα πώς εἶχε ἔρθει μία πελάτισσα στό μαγαζί, πού ἦταν πολύ πικραμένη, γιατί τό παιδί τῆς εἶχε μπλέξει μέ κάποιους φίλους, πού τόν παρέσυραν στά ναρκωτικά… ἤ ἄλλοτε πώς γνώρισα κάποιο κορίτσι, πού ἔμπλεξε μέ κάποιο ἀγόρι καί ἔμεινε ἔγκυος καί ἀπό τήν ἀνεπιθύμητη ἐγκυμοσύνη τῆς προέκυψαν πολλά δυσεπίλυτα προβλήματα.
Ὅταν μεγάλωσαν, δέν πήγαιναν στή γιαγιά τους, ἀλλά προτιμοῦσαν νά καθίσουν σπίτι νά διαβάσουν. Τούς ἔλεγα πώς, ὅταν ἔρθει ὁ πατερούλης, ἔπρεπε νά τοῦ σερβίρουν τό φαγητό, νά τόν περιποιοῦνται, ἀφοῦ ἐκεῖνος ἀγωνίζεται γιά μας, γιατί μᾶς ἀγαπάει πολύ. Ἔτσι, κάθε μέρα γυρίζοντας ἀπό τό σχολεῖο, θά ἔβαζαν πρῶτα νά ἀκούσουν τό μήνυμα τῆς μαμᾶς.
-Συγγνώμη. Ὅλα αὐτά πῶς τά ἄντεχες;
-Σού εἶπα: Τήν πίκρα μου τή μοιραζόμουν μέ τό Θεό, γι’ αὐτό καί ἄντεχα. Ἄν συζητοῦσα μέ κάποια φίλη τά προβλήματά μου, σίγουρα θά εἶχα χωρίσει. Ἄκου τή συνέχεια, γιά νά δεῖς τήν κατάληξη.
-Εἶμαι ὅλη ἀφτιά! Ἀκούω.
-Λοιπόν! Ἐπί δεκαεπτά χρόνια, διακοπές πήγαινα μόνη μέ τά παιδιά μου. Ἐκεῖνος δέν ἦρθε ποτέ, μέ ὅσα παρακάλια κι ἄν τοῦ ἔκαναν τά παιδιά. Μία χρονιά, γυρνώντας ἀπό τίς διακοπές μας, βρῆκα μία κασέτα στό κομοδίνο μου, πού ἔγραφε πάνω «Σ’ ἀγαπῶ». Παραξενεύτηκα! Τί κασέτα ἦταν αὐτή; Σκέφθηκα πώς θά ἦταν γιά τή φιλενάδα του. Ὅταν τό βράδυ κοιμήθηκαν τά παιδιά, ἔβαλα νά τήν ἀκούσω.
Ἐδῶ γέλασε.
-Γιατί γελᾶτε; τή ρώτησα περίεργα.
-Γιατί ἡ κασέτα ἦταν γραμμένη ἀπό τόν ἄνδρα μου γιά μένα!
-Τί ἔλεγε ἡ κασέτα;
-Πρίν σου πῶ τί ἔλεγε ἡ κασέτα, θά σού πῶ τί ἔκανε πρίν.
-Τί ἔκανε;
-Εἶχε μαλώσει ἄσχημα μέ τή φιλενάδα του καί χώρισαν. Πῆγε σπίτι καί κατευθύνθηκε πρός τό δωμάτιο τῶν παιδιῶν. Γνώριζε πώς τούς γράφω κασέτες, πῆρε μία στήν τύχη καί τήν ἄκουσε. Κι ὕστερα κι ἄλλες… Ἔτσι ἄκουσε τί ἔλεγα στά παιδιά καί συγκινήθηκε. Πῆρε λοιπόν καί αὐτός μία κασέτα καί μοῦ ἔγραψε:
«Συγχώρεσε μέ γιά ὅτι σου ἔχω κάνει. Τώρα καταλαβαίνω πόσο πολύ σ’ ἔχω πληγώσει, πόσο πολύ σ’ ἔχω ταπεινώσει. Καί ἐσύ οὔτε μία ἄσχημη κουβέντα δέν εἶπες ποτέ, πάντα τρυφερή καί γλυκιά μαζί μου. Ἄκουσα μερικές κασέτες σου, πού μιλᾶς στά παιδιά μας. Δέν μέ κατηγόρησες ποτέ. Μόνο καλά λόγια ἔβγαιναν ἀπό τά χείλη σου. Τώρα κατάλαβα γιατί μ’ ἀγαποῦν τόσο πολύ τά παιδιά μας. Σέ παρακαλῶ, συγχώρεσε μέ, καί σού ὑπόσχομαι, ὅτι σου στέρησα ὅλα αὐτά τά χρόνια, νά σού τά δώσω ἁπλόχερα ἀπό ἐδῶ καί πέρα. Θά εἶσαι ἡ βασίλισσα τῆς καρδιᾶς μου. Σέ παρακαλῶ, συγχώρεσε μέ. Αὐτή τήν ὥρα πού σου μιλάω, πίστεψε μέ πώς αἰσθάνομαι πολλή ἀγάπη γιά σένα, μοῦ λείπεις. Σ’ ἀγαπῶ».
Ἀκούγοντας τά ὅλα αὐτά, ἐνίωσα ὄμορφα, δυσκολευόμουν ὅμως νά τά πιστέψω. Στή σκέψη μου ἦρθαν, σάν κινηματογραφική ταινία, ὅσα μου ἔκανε καί ὅσα μου ἔλεγε. Ἔτσι μέ πῆρε ὁ ὕπνος.
Ὅταν γύρισε τό βράδυ, τόν ἄκουσα, μά δέν σηκώθηκα, ὅπως ἔκανα πάντα, γιά νά τοῦ βάλω φαγητό. Ἔκανα πώς κοιμόμουν. Ἐκεῖνος ἦρθε καί ξάπλωσε δίπλα μου, σιγά-σιγά, γιά νά μή μέ ξυπνήσει καί μέ πῆρε ἀγκαλιά, γιά πρώτη φορά στά δεκαεπτά μας χρόνια. Καί ὄχι μία ἁπλή ἀγκαλιά, ἀλλά πολύ τρυφερή… Μέ φίλησε ἁπαλά στήν πλάτη καί ψιθύρισε: «Συγχώρεσε μέ, σ’ ἀγαπῶ!»
Ἀπό ἐκείνη τήν βραδιά ἡ ζωή μου ἄλλαξε τελείως. Ὁ Δημήτρης ἔγινε ἄλλος ἄνθρωπος… Τρυφερός, στοργικός, δέν μοῦ χάλασε ποτέ χατίρι. Μέ λίγα λόγια γίναμε οἰκογένεια.
Νά ξέρεις πώς στή ζωή, ὅταν ἀγωνίζεσαι, θά χάνεις μάχες, μά στό τέλος τόν πόλεμο ἐσύ θά τόν κερδίσεις.
Καί κάτι ἄλλο: Χωρίς πίστη στόν Θεό, δέν ἔχεις ὄπλα νά παλέψεις!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου