Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ

(Μάτθ. Θ΄ 27-35)

Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν ἀντιμετώπισε δυσκολίες στὴ ζωή του, ὅσο εὐχάριστη κι ἂν φαινόταν, στὴν ἀρχὴ τουλάχιστον, ἡ πορεία τῆς ζωῆς.
Καὶ ὑπάρχουν, ἀρκετὲς περιπτώσεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ σταυρὸς τῆς δοκιμασίας, φαίνεται ἀβάστακτος. Ὅμως, μέσα σ΄ αὐτὸ τὸν πόνο καὶ τὴ συντριβή, κατὰ ἕνα θαυμαστὸ τρόπο, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀρνεῖται ν' ἀνοίξει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς του στὴν φοβερὴ ἀπογοήτευση, αἰσθάνεται στὰ βάθη τῆς ψυχῆς τοῦ ἕνα φῶς καὶ μία δύναμη ποὺ τοῦ δίνει κουράγιο καὶ τὸν κάνει νὰ συνεχίζει νὰ ἀγωνίζεται καὶ νὰ ἔρχεται σὲ ἐπαφὴ μὲ Αὐτὸν ποὺ πραγματικὰ μπορεῖ νὰ τὸν σώσει.
 Αὐτὸ ἀκριβῶς βλέπουμε καὶ στὴν περίπτωση τῶν δύο τυφλῶν της Εὐαγγελικῆς μας περικοπῆς.
Κανένας δὲν μποροῦσε ἢ καὶ ἴσως νὰ μὴν εἶχε διάθεση νὰ τοὺς βοηθήσει. Ὅμως, ἂν καὶ βυθισμένοι στὸ σκοτάδι, οἱ δύο αὐτὲς ταλαίπωρες ὑπάρξεις, δὲν τὸ ἔβαλαν κάτω.
Ἀκολουθοῦν τὸν Ἰησοῦ, ποὺ εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου, καὶ ἀφοῦ εἶχαν καὶ τὴν ἀπαιτούμενη, βεβαίως, πίστη, τελικῶς λαμβάνουν τὸ ποθούμενο. “Και ἀνεώχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί”! (Μάτθ. Θ΄30).
Ἀλήθεια, πόσες φορὲς κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν ἔχουμε αἰσθανθεῖ στὴ ζωή μας (κι ἂν δὲν ἔχουμε ὡς τώρα, ὁπωσδήποτε θὰ ἔρθουν καὶ αὐτὲς οἱ πικρὲς στιγμὲς ἢ ἡμέρες ἢ τὰ χρόνια...), ὅτι εἴμαστε μόνοι – μονοτατοι, παρὰ τοὺς φίλους καὶ τοὺς πολλοὺς συγγενεῖς... Νιώθουμε μόνοι, ὄχι βεβαίως πάντοτε διότι ἀρνοῦνται νὰ μᾶς προσφέρουν τὴ βοήθειά τους οἱ συνάνθρωποι, ὄχι, ἀλλὰ λόγω του ὅτι οἱ δοκιμασίες εἶναι τέτοιας φύσεως, ποὺ οἱ ἄνθρωποι δὲν μποροῦν νὰ δώσουν λύσεις.
Πόνοι, πικρίες καὶ στεναγμοί, μᾶς κάνουν νὰ βιώνουμε τὸν Δαυϊτικὸ λόγο: “ Ὅτι ἐπλήσθη κακῶν ἡ ψυχή μου καὶ ἡ ζωή μου τῷ ἅδη ἤγγισε.” (Ψὰλμ ΠΖ΄4) Καὶ ὅσο θὰ μπορέσει κανεὶς νὰ μετρήσει τὰ φύλλα τῶν δένδρων μέσα στὸ δάσος, ἄλλο τόσο θὰ κατορθώσει νὰ ἀπαριθμήσει τὰ βάσανα τῶν τέκνων τοῦ Ἀδάμ...
Ἀρρώστιες σωματικές, ἀλλὰ καὶ ἀσθένειες ψυχικές. Πόνοι τοῦ σώματος, μὰ καὶ περιπέτειες ποὺ συνθλίβουν τὴν ψυχή μας. Καὶ πῶς ἀλήθεια νὰ ταξινομήσουμε τὸν πόνο; Ποῦ νὰ θέσεις τὴν διαχωριστικὴ γραμμή, μεταξύ της ὕλης καὶ τοῦ πνεύματος, ἀφοῦ ὅταν ὑποφέρει τὸ σῶμα, μαραζώνει καὶ ψυχή, καὶ ὅταν τραυματίζεται τὸ πνεῦμα (ψυχή), ἐξασθενεῖ καὶ ἡ σάρκα;
Καὶ θὰ εἴμαστε ἐκτὸς πραγματικότητας ἐὰν δὲν παραδεχθοῦμε ὅτι πολλὲς φορὲς στὸν πόνο, ἡ μόνη καταφυγὴ μᾶς εἶναι τὰ δάκρυα. Ἀλλὰ ταυτοχρόνως εἶναι καὶ ἡ εὐεργετικὴ ἀντιμετώπιση σὲ ἔκτακτες περιστάσεις. Εἶναι ἡ σιωπηλὴ παραδοχὴ στὶς ἄγνωστες βουλὲς τοῦ Ὑψίστου. Γίνονται διαμαρτυρία μας, ὅταν χτυπιέται ἡ ἀθωότητα καὶ τὸ δίκαιο ἢ ὅταν ἀντιμετωπίζουμε τὴ βάρβαρη συμπεριφορὰ τῶν συνανθρώπων μας. Νὰ θυμηθοῦμε στὸ σημεῖο αὐτὸ τὴν Ἰφιγένεια; Πόσο ὄμορφα καὶ ἀληθινὰ περιγράφει ὁ μεγάλος τραγικὸς Εὐριπίδης, τὴν ψυχικὴ αὐτὴ ἀνάπαυση τῶν δακρύων, στὸ ἔργο τοῦ “Ἰφιγένεια ἐν Αὐλίδι”! Ὅταν πληροφορήθηκε ἡ ἡρωίδα τὴν τραγικὴ εἴδηση πὼς πρέπει νὰ θυσιαστεῖ, στὰ δάκρυά της προσέφυγε. Δική της τέχνη καὶ δική της σοφία εἶναι τὰ δάκρυα. Αὐτὰ τώρα θὰ χρησιμοποιήσει. “Νυν δέ, ταπ' ἐμοῦ σοφά, δάκρυα παρέξω. Ταῦτα γὰρ δυναῖμεθ΄ ἄν...” Καταφύγιο λοιπὸν τὰ δάκρυα καὶ ὄχι μόνο. Καταφύγιο ἀλλὰ καὶ δύναμη ποὺ ὁδηγοῦν σταθερὰ στὴν ὑπακοή, στὸ χρέος, στὴν θυσία, τέλος δὲ στὴν παρέμβαση τοῦ Θεοῦ ποὺ χαρίζει καὶ τὴν πολυπόθητη νίκη! Καὶ ὁπωσδήποτε, ἕνα ἀπὸ τὰ χειρότερα ποὺ μπορεῖ νὰ πάθει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι τὸ νὰ ἀδυνατεῖ νὰ δακρύσει. Ἀλλοίμονο δὲ στὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει τόσο πολὺ σκληρυνθεῖ καὶ τὰ μάτια του, μὰ κυρίως ἡ καρδιά του, μένουν στεγνὰ στὸν πόνο τῶν ἄλλων ἀλλὰ καὶ στὸν δικό του.
Πόσο δίκαιο, πράγματι, εἶχε ἕνας Γέροντας ὅταν ἔλεγε: “Νὰ φοβᾶσαι τὸν ἄνθρωπο ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ χαμογελάσει, μὰ κυρίως νὰ δακρύσει”.
Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι σ΄ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις ἀνήκουν ὅσοι συνειδητὰ ἀρνοῦνται τὴν ὕπαρξη Τοῦ Θεοῦ....Τραγικὲς ὄντως φιγοῦρες ποὺ βολοδέρνουν μέσα στὰ μανιασμένα κύματα τῆς κοινωνίας καὶ τῆς κάθε ἐποχῆς. Ἄνθρωποι δίχως φωτισμένο νοῦ, δίχως ἰσορροπία στὴν ψυχή, ἄγευστοί της καρδιακῆς εἰρήνη. Θλιβερὲς ψυχὲς ποὺ ζοῦν μέσα στὸν ζόφο τῆς σκληρότητας, χωρὶς νὰ μπορεῖ ν΄ ἀνθίζει τὸ χαμόγελο στὰ χείλη ἢ ν΄ ἀναβλύζει τὸ διαμάντι στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ...Ἀλήθεια, πῶς ἀντέχουν οἱ ὑπάρξεις αὐτές; Πῶς ζοῦν χωρὶς τὶς ὄμορφες καὶ ἁγνὲς συγκινήσεις; Πῶς μένει στεγνὸς μπροστὰ στὰ μεγαλεῖα του Θεοῦ καὶ στὸν ἀνθρώπινο πόνο “ὁ λύχνος τοῦ σώματός” τους; (Μάτθ. ΣΤ΄22 ). Τί νὰ πεῖ κανείς; Πράγματι, ὁ σαδισμὸς καὶ κυρίως ὁ μαζοχισμός, σὲ ὅλο τους τὸ “μεγαλεῖο”!
Καὶ ἐνῶ οἱ μακράν του Θεοῦ, μὲ τὴν θέλησή τους προγεύονται “τῷ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἠτοιμασμένον τῷ διαβόλω καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοὺ” (Μάτθ. ΚΕ΄41). ἡ ἀποκορύφωση τοῦ πειρασμοῦ γιὰ τὸν πιστὸ ἔρχεται ὅταν “ὁ ἐχθρὸς μὲ λύσσα σκύβει μεσ' στ' αὐτὶ κρυφὰ καὶ μὲ πονηριὰ τοῦ λέει “ποῦ 'ναι ὁ Θεός σου πιά;””.
Ὄντως, στιγμὲς ζοφερές. Στιγμὲς ποὺ τὶς αἰσθάνεται μόνο ὅποιος ἔζησε καταστάσεις “θεοεγκατάλειψης” (συστολῆς τῆς θείας χάριτος). Καὶ τότε τί γίνεται; Τὸ μόνο φυσικὰ ποὺ δὲν ταιριάζει τότε εἶναι ἡ ἀπογοήτευσις. Ὄχι, ἀπὸ τὸ λεξιλόγιο μὰ κυρίως ἀπὸ τὴν καρδιά μας ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἔχει διαγράψει ὁριστικὰ τὸν ἀπαίσιο αὐτὸ ὄρο. Ἀλλὰ σ΄ αὐτὲς τὶς σκληρὲς στιγμές, ὅταν βρισκόμαστε στὸ Σταυρό, μᾶς ἀναλαμβάνει ἔτι πλέον ὑπὸ τὴν κραταιά της προστασία ἡ Πλατυτέρα τῶν οὐρανῶν. Ἡ μητέρα μας. Ἡ Κυρία Θεοτόκος! Οἱ δὲ ὅσιοι ἡσυχαστὲς τῆς Ὀρθοδοξίας μας, μὲ τὴν εὔλαλη σιωπή τους, ἀλλὰ καὶ ὅσοι θητεύουν στὸ πανεπιστήμιο τοῦ πόνου, ὅσοι ἀδελφοί μας βρίσκονται καρφωμένοι στὸ κρεβάτι, ἔχουν πολλὰ νὰ μᾶς ποῦν καὶ στὸ σπουδαῖο αὐτὸ θέμα, ἀρκεῖ νὰ θέλουμε νὰ τοὺς ἀκούσουμε καὶ φυσικὰ νὰ διδαχθοῦμε...
Στὴν καρδιὰ τοῦ πραγματικοῦ πιστοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φυτρώσει ἡ διαβολικὴ αὐτὴ σπορὰ τῆς συγχύσεως καὶ τῆς ἀπογοητεύσεως. Τοῦτο εἶναι τὸ μόνο βέβαιο. Ἀφ' ἑνὸς λοιπὸν ἀρνούμαστε τὶς εἰσηγήσεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀφ' ἑτέρου στρέφουμε τὰ μάτια τῆς καρδιᾶς στὴν μόνη καταφυγή μας. Στὸν Κύριο καὶ Θεό μας. Καὶ πλησιάζουμε τὸ Θεανδρικὸ τοῦ πρόσωπο μὲ τὸ ἅρμα τῆς προσευχῆς ὡς ἄλλοι τυφλοί,“κράζοντες καὶ λέγοντες, ἐλέησον ἠμᾶς, υἱὲ Δαυίδ”!(Μάτθ.Θ΄27). Κύριε Ἰησοῦ Χρηστέ, ἐλέησον ἠμᾶς, καὶ χάρισέ μας τὰ αἰτήματα ποὺ ἀναπέμπει ἡ πονεμένη μᾶς ὕπαρξη, ὅταν καὶ ὅποτε Ἐσὺ ὁ ἴδιος θελήσεις.
Σὲ τέτοιες στιγμὲς φίλοι μου, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας, ἀνέρχεται ἡ προσευχὴ πρὸς τὸν παντοδύναμο Κύριο καὶ σιγοψάλλουμε μὲ τὸν προφητάνακτα: “Σῶσον μέ, ὁ Θεός, ὅτι εἰσήλθοσαν ὕδατα ἕως ψυχῆς μοὺ” (Ψάλμ. ΞΗ',2). Καὶ ὅπως τὸ μικρὸ παιδὶ ὅταν εἶναι θλιμμένο ἢ ζητᾶ κάτι ἀπὸ τὸν πατέρα του, λησμονεῖ τὸν πόνο του καὶ ἀναπαύεται ἡ καρδιὰ τοῦ ὅταν πέσει μέσα στὴν ζεστὴ πατρική του ἀγκαλιὰ (ἀνεξαρτήτως πότε ὁ καλός του πατέρας θὰ κρίνει νὰ πραγματοποιήσει τὸ αἴτημά του), ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἡ συνείδηση τοῦ πιστοῦ ποὺ ἀγωνίζεται νὰ βιώσει τὴν ζωὴ τῆς πίστεως, ἀναπαύεται ἐξ' ἀρχῆς στὴν πραγματικότητα τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ, παρὰ τὸν πόνο ποὺ ἀντιμετωπίζει. Ἐννοεῖται δέ, πὼς οὐδέποτε οἱ πιστοὶ φθάνουν νὰ ποῦν ὅτι ἡ προσευχὴ τοὺς ἔμεινε ἀναπάντητη, ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν συμφώνησε μὲ τὴ δική τους κρίση γιὰ κάποιο θέμα ἢ ἐὰν χρειάζεται κι ἄλλο νὰ ἐπιμείνουμε “προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τὴ προσευχὴ καὶ τὴ δεήσει...” (Πράξ. Ἄπ. Ἃ΄14).
Ὅλως ἀντιθέτως, ὅσο ὡριμάζει κανεὶς στὰ πνευματικά, τόσο ἐννοεῖ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τὴν σημασία τῆς Κυριακῆς φράσεως “γενηθήτω τὸ θέλημα Σού”!
Ἀλλὰ ὁ Κύριος, θέλει νὰ ἐπιμένουμε στὴν προσευχή. Νὰ ζητοῦμε πάλιν καὶ πολλάκις καὶ νὰ ἐπιμένουμε κρούοντας τὴν θύρα τοῦ ἐλέους του. Ὄχι ἁπλῶς νὰ κρούωμε, ἀλλὰ νὰ χτυποῦμε τόσο πολύ, ὥστε ἀπὸ τὴν τριβὴ τῶν χτυπημάτων νὰ δημιουργηθεῖ καρδιακὴ θερμότητα, ν΄ ἀνάψει ζῆλος ἅγιος καὶ ἔτσι ἡ ὕπαρξή μας νὰ μεταβάλλεται ὁλοένα καὶ περισσότερο σὲ ἕνα καμίνι ποὺ θὰ φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν δόξα τοῦ Χριστοῦ!
Κυρίως δέ, αὐτὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ προσέξουμε στὶς περιπτώσεις αὐτές, εἶναι οἱ παγίδες τοῦ βελίαρ. Οἱ παγίδες ὅτι δῆθεν ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τὶς προσευχὲς μᾶς (λὲς καὶ δὲν ἔχει ὦτα) ἢ ὅτι εἶναι τόσοι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ προσεύχονται, ὥστε ὁ Θεὸς τί νὰ πρωτοπρολάβει (λὲς καὶ εἶναι κανένας ὑπάλληλος καταστήματος... καὶ ἔπεσε πολλὴ ἐργασία). Μακριὰ ὅμως ἀπὸ ἐμᾶς τέτοιες σκέψεις.
Ὁ Θεός, ὄχι ἁπλῶς μᾶς ἀκούει, ἀλλὰ γνωρίζει τὶς ἀνάγκες μας, πρὶν ἀκόμα τοῦ τὶς ἀναφέρουμε καὶ ἐνεργεῖ “κατὰ τὸ συμφέρον τῆς αἰτήσεως”. Τότε βέβαια, ὁ πιστός, ὅταν λάβει αὐτὸ ποὺ ζήτησε, μὲ δάκρυα ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ ἀναφωνεῖ: “ἤκουσε Κύριος της δεήσεώς μου, Κύριος τὴν προσευχήν μου προσεδέξατο” (Ψάλμ. Ζ' 10).
Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἀδελφοί μου δὲν εἶναι ἐὰν μᾶς ἀκούει ὁ Θεός, οὔτε φυσικὰ ἐὰν μπορεῖ νὰ μᾶς βοηθήσει. Καὶ τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο εἶναι τὰ πλέον βέβαια στὴ ζωή μας. Τὸ μεγάλο ζήτημα ἔγκειται σ' ἐμᾶς τοὺς ἰδίους. Καὶ τοῦτο εἶναι ἐὰν ἔχουμε προθυμία γιὰ τὸ μοναδικὸ ἔργο τῆς προσευχῆς. Ἐὰν ἀκόμα ἔχουμε συνειδητοποιήσει, ὅταν ξεκινοῦμε τὴν προσευχή, σὲ ποιὸν ἀπευθυνόμαστε. Καὶ κυρίως ἐὰν ἔχουμε ἀγαπήσει τὸν Κύριο μέσα ἀπὸ τὶς ποικίλες θλίψεις ποὺ μᾶς περιβάλλουν καὶ συνεχῶς ὅλο καὶ περισσότερο αἰσθανόμαστε νὰ μᾶς περικυκλώνουν. Ἐὰν συμβαίνει αὐτό, τότε οἱ στενοχώριες, οἱ θλίψεις καὶ οἱ ἀναπόφευκτες πίκρες, λειτουργοῦν εὐεργετικὰ στὴν ὕπαρξή μας, ἀφοῦ γίνονται αἰτία νὰ πλησιάζουμε Αὐτὸν τὸν Δημιουργό μας!
Καὶ ἐνῶ γιὰ τοὺς μακράν του Θεοῦ ἀνθρώπους, οἱ δοκιμασίες γίνονται αἰτίες δυσφορίας καὶ ἀγανακτήσεως (κι ἐὰν δὲν διορθωθεῖ ἡ κατάσταση, ἀλλοίμονο, μεταβάλλονται ὡς ὁδηγοὶ πρὸς τὴν κόλαση), ἀντιθέτως γιὰ τοὺς πιστούς, οἱ ποικίλες δοκιμασίες γίνονται αἰτία εὐλογίας καὶ ὑπομονῆς στὸν ἀγώνα, ἀκριβῶς μέσω τῆς Θεοπαράδοτης προσευχῆς.
Οὐδέποτε δὲ νὰ ξεχνοῦμε, ὅτι ἡ προσευχητικὴ μᾶς πορεία, δήλ.ἡ εὐλογία καὶ τὸ οὐράνιο χάρισμα τῆς συνομιλίας μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἀνάγκη νὰ καλλιεργοῦμε μὲ τὴν ὅλη ψυχοσωματική μας ὑπόσταση, δὲν εἶναι τόσο ἕνα μέσον γιὰ νὰ ἀποκτήσουμε αὐτὰ ποὺ θέλουμε, ὅσο κυρίως ἕνας τρόπος, γιὰ νὰ γίνουμε αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς θέλει νὰ γίνουμε. Τέκνα δήλ. τῆς ὑπακοῆς στὸ πανάγιο καὶ σωστικὸ θέλημά του.
Μιμητὲς τῶν Ἁγίων καὶ ἄνθρωποι ποὺ θ΄ ἀναπαύεται στὶς καρδιές μας τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον.
Ἔχει κανεὶς ἀντίρρηση ὅτι ὁ λόγος τοῦ Ὁσίου Ἐφραίμ, ποὺ φθάνει ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων, συγκινεῖ καὶ ἐνδυναμώνει τὶς καρδιές μας στὸ ἱερὸ αὐτὸ ἔργο τῆς συνομιλίας μὲ τὸν Θεό;
“Ιστάμενος ἐν προσευχή, γνώθι τίνι παρίστασαι, καὶ ἔστω ἡ ψυχή σου καὶ ἡ καρδία σου ὅλη πρὸς Αὐτόν”.
Ἀμήν.
 Ἀρxιμ. π. Ἰωὴλ Κωνστάνταρος
Ἱεροκῆρυξ Ἱ. Μ. Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανῆς κ΄ Κονίτσης
 
πηγή:orthodoxia-ellhnisos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου