Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Κυριακὴ Η΄ Ματθαίου


(Μάτθ. ΙΔ΄, 14 – 22)

Ὅλοι οἱ πιστοὶ ἀπὸ τὰ μικρά τους χρόνια, γνωρίζουν τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπή της Ἡ' Κυριακῆς του Ματθαίου. Ἡ συγκλονιστικὴ ἄλλωστε ἀκολουθία τῆς ἀρτοκλασίας ποὺ τελοῦμε στὶς ἑορτές, αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ περιστατικὸ τοῦ χορτασμοῦ τῶν πεντακισχιλίων ἀνδρῶν “ἄνευ γυναικὼν καὶ παίδων” μᾶς ὑπενθυμίζει.
Καὶ ὅπως πάντοτε, ἔτσι καὶ ἐδῶ, πολλὰ διδάγματα βγαίνουν ἀπὸ τὸν κάθε στίχο τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Διδάγματα ποὺ φωτίζουν τὸν νοῦ καὶ θερμαίνουν τὴν καρδιὰ στὸ νὰ ἀγαπήσουμε ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ἀλλὰ καὶ νὰ βιώσουμε τὴν ἁγία αὐτὴ διδασκαλία.
Ἐμεῖς, θὰ σταθοῦμε σ' ἕνα σημεῖο, σ' ἕνα λόγο ποὺ σημειώνει ὁ Ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος καὶ θὰ προσπαθήσουμε νὰ ἑστιάσουμε τὴν προσοχή μας, ἀφοῦ ἀποκαλύπτει τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Χριστοῦ στοὺς ἀνθρώπους: “Ὁ Ἰησοῦς εἶδεν πολὺν ὄχλον καὶ εὐσπλαγνίσθη ἐπ' αὐτοίς”!
Βεβαίως, ὅταν κανεὶς μελετᾶ μὲ προσοχὴ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, βλέπει ὅτι δὲν εἶναι ἡ μόνη φορὰ ποὺ ὁ Κύριος ἔδειξε τὴν εὐσπλαγχνία Του. Συνεχῶς, παντοῦ καὶ πάντοτε ἔδειχνε μὲ τὰ ἔργα τῆς Θεϊκῆς του Ἀγάπης τὸ πόσο ἀγαπᾶ καὶ σπλαγχνίζεται τὸν ἄνθρωπο. Καὶ αὐτὴ ἡ εὐλογία δὲν σταματοῦσε, οὔτε φυσικὰ σταματᾶ ποτέ, ἀρκεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ βλέπει καὶ νὰ βιώνει τὴν πραγματικότητα.
Εὐσπλαγχνία ποὺ μεταφράζεται σὲ εὐεργεσία. Ἀγάπη ποὺ στοχεύει τόσο στὴν ψυχικὴ ὅσο καὶ στὴν σωματικὴ θεραπεία. Εὐσπλαγχνία ποὺ ἀποδεικνύει ὅτι πράγματι “ουτω ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἴνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀποληται ἀλλ' ἔχει ζωὴν αἰώνιον” (Ἰωάν. Γ', 16).
Ὅταν ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι κάνουμε λόγο περὶ τῆς εὐσπλαγχνίας, περιορισμένοι μέσα στὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία μας, δὲν μποροῦμε νὰ συλλάβουμε τὸ ὕψος αὐτῆς τῆς ἀρετῆς στὸ Θεανδρικὸ πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ. Ἐμεῖς γιὰ παράδειγμα, ἀγαποῦμε καὶ σπλαγχνιζόμαστε τὰ πρόσωπα ποὺ μᾶς ἀνταποδίδουν αὐτὸ ποὺ τοὺς προσφέρουμε ἢ ἔχουν κάτι τὸ θελκτικὸ στὴν ὅλη ὕπαρξή τους. Θὰ λέγαμε ὅτι ἡ δική μας εὐσπλαγχνία ἔχει ἰδιοτέλεια, ὅταν σταματᾶ μπροστὰ στοὺς δῆθεν ἐχθρούς μας. Ἀντιθέτως τὴν ἀγάπη καὶ εὐσπαγχνία τοῦ Θεοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ τὴν σταματήσει κανένα εἴτε ἠθικὸ εἴτε ὑλικὸ ἐμπόδιο. Σπλαγχνίζεται καὶ τὸν τελευταῖο ἁμαρτωλό, ὅπως καὶ τὸν μεγάλο ἅγιο. Ἴσως μάλιστα τὸν ἀποστάτη ἄνθρωπο ἀκόμα περισσότερο, ἀφοῦ ἔχει μεγαλύτερη ἀνάγκη “ὡς πρόβατο μὴ ἔχον ποιμένα”. Καὶ δὲν θὰ εἴμαστε ἐκτὸς πραγματικότητας ἐὰν ὑποστηρίξουμε ὅτι αὐτὴ ἡ εὐσπλαγχνία ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Ἰησοῦ, εἶναι ἕνα μυστήριο. Ἕνα μεγάλο μυστήριο ποὺ ἡ πεπερασμένη καὶ διεφθαρμένη ὕπαρξή μας εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ συλλάβει.
Κάνοντας ὅμως λόγο περὶ τῆς εὐσπαγχνίας καὶ τῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, δὲν ἐννοοῦμε ὅτι ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγάπη, ὅπως ἰσχυρίζονται ἐντελῶς λανθασμένα πολλοὶ ἀθεολόγητοι οἰκουμενιστές. Ἄνθρωποι δήλ.τῶν ὁποίων ἡ διδασκαλία καὶ κυρίως ὁ τρόπος ζωῆς δὲν ἔχει καμμία ἀπολύτως σχέση μὲ τὴν διδαχὴ καὶ τὸν βίο τῶν ἁγίων Πατέρων μας, μὲ ἀποτέλεσμα “στὸ πέρασμα τους” νὰ ἰσοπεδώνουν τὰ πάντα. Γιὰ νὰ ἀκριβολογοῦμε καὶ νὰ μὴν ἀστοχοῦμε στὴν ἑρμηνεία τῆς Γραφῆς, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ αἰσθανόμαστε σωστὰ τὴν ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, καὶ στὸ σημεῖο αὐτό, θὰ πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι, ὁ Θεός, εἶναι μὲν ἀγάπη, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι Θεός.
Αὐτὸ ἂς τὸ προσέξουμε, διότι τελευταίως πολλὴ ἀγαπολογία διατρέχει τὴν περιρρέουσα ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἐν γένει ἀτμόσφαιρα, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀλλοιώνεται καὶ ἡ Ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη στὴν οὐσία της.
Καὶ μετὰ ἀπ' αὐτά, ἂς περάσουμε στὰ καθημερινὰ ἐπίπεδα, καὶ στὰ ὁποῖα συνήθως χωλαίνουμε, ἀφοῦ ἡ πίστις ἐὰν δὲν ἔχει τὴν πρακτική της ἐφαρμογή, παραμένει νεκρὰ ἢ ἁπλῶς καταντᾶ “θρησκευτικὴ φιλολογία”. Μία ἀποκρουστικὴ φιλολογία, τὴν ὁποία μποροῦν ἄνετα νὰ κηρύττουν ἀκόμα καὶ ἄθεοι.
Ἐννοεῖται πὼς ὅταν γίνεται λόγος περὶ εὐσπλαγχνίας, δὲν ἐννοοῦμε ἁπλὰ μία ἀνθρώπινη συμπεριφορὰ καὶ μία κοινωνικὴ συμπόρευση. Δὲν στεκόμαστε μόνο σ' αὐτὸ ποὺ ἔλεγε ὁ Μένανδρος: “Ξένους πένητας μὴ παραδράμης ἰδών”. Αυτό βεβαίως εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Ὅταν οἱ πιστοὶ ἀνοίγονται στοὺς πλατεῖς ὁρίζοντες τῆς εὐσπλαγχνίας, γνωρίζουν ὅτι ἡ ἀρετὴ αὐτὴ φιλτράρεται καὶ μορφοποιεῖται μέσα ἀπὸ τὸ αἰώνιο πρότυπό μας. Τὸν Κύριο καὶ Θεό μας. Πιὸ συγκεκριμένα, σὲ κάθε ἀδελφό, βλέπουμε αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ καὶ αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ἐπιτέλους πρέπει νὰ ἀρχίσουμε νὰ τὸ συνειδητοποιοῦμε.
Ὁπωσδήποτε φίλοι μου, ὁ λόγος περὶ χριστιανικῆς εὐσπλαγχνίας μᾶς ὁδηγεῖ στὶς ἱερές μας ὑποχρεώσεις καὶ μᾶς ἐπιβάλλει ἀσυζητητὶ τὰ καθήκοντα τῆς ἀγάπης ἔναντι ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Ξεκάθαρος καὶ ἀφυπνιστικὸς καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ Κυριακὸς λόγος: “Γίνεσθε οὒν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστὶ” (Λούκ. ΣΤ΄, 36). Δείξτε δήλ. εὐσπλαγχνία καὶ συμπόνοια, καλοσύνη καὶ ἔλεος στὶς δυστυχίες καὶ στὶς ἀνάγκες τῶν ἄλλων, καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀχάριστους καὶ τοὺς ἐχθρούς, ὅπως καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας σας!
Τὸ δὲ θαυμαστὸ στὴν ἀρετὴ αὐτὴ εἶναι τοῦτο. Ὅτι ἡ εὐσπλαγχνία ὡς πνευματικὴ περιουσία, στὴν ἀνάπτυξή της, εἶναι ἀντιστρόφως ἀνάλογη ἀπὸ τὴν ὑλικὴ περιουσία. Στὰ ὑλικά, ἀγωνιᾶ ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ συλλέξει καὶ ν' ἀποκτήσει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερα. Ἀντιθέτως, ἐδῶ στὴν ἀρετὴ τῆς εὐσπλαγχνίας, ποὺ εἶναι μητέρα καὶ θυγατέρα τῆς ἀγάπης, ὅσο περισσότερο προσφέρει κανεὶς τόσο καὶ περισσότερά του χαρίζει ὁ Θεὸς διὰ τῶν δωρεῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Διότι πράγματι, ὅταν κάνουμε λόγο περὶ εὐσπλαγχνίας, ὁμιλοῦμε περὶ ὑψίστης δωρεᾶς, ἀλλὰ καὶ συνόλου ἀρετῶν, οἱ ὁποῖες βεβαίως χρειάζεται νὰ καλλιεργοῦνται συνειδητὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ ἀρετὴ αὐτὴ ξεκινᾶ ἀπὸ τὴ δύσκολη μέν, ἀλλὰ εὐλογημένη καὶ ἀναγκαία συγχωρητικότητα, καὶ φθάνει ἕως τὰ δυσθεώρητα ὕψη τῆς ἀγάπης, ὁλοκλήρου της δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀποκορύφωμα βεβαίως τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς “ἐχθρούς”. Τῆς ἀγάπης μὲ ἔργα, ποὺ περικλείουν θυσία ζωῆς καὶ προσφορᾶς.
Αὐτὴ ἀκριβῶς τὴν πραγματικότητα καταγράφει καὶ ὁ χρυσοὺς ποταμὸς τῆς ἐκκλησίας μας, ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, καὶ μᾶς τὴν προσφέρει σὲ κάθε ἐποχή: “Οὗ γὰρ δύναται πατέρα καλεῖν, τὸν φιλάνθρωπον Θεόν, ὁ τὴν γνώμην ἔχων θηριώδη καὶ ἀπάνθρωπον, οὐδὲ γὰρ σώζει τοὺς χαρακτήρας τῆς ἐν τῷ ἐπουρανίω Πατρὶ ἀγαθότητος, ἀλλ' εἰς τὸ θηριῶδες εἶδος ἑαυτὸν μετεμόρφωσε καὶ τῆς θεϊκῆς εὐγενείας ἐξέπεσε”.
Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικότητα, ἀδελφοί μου, καὶ ἂς μὴ μᾶς διαφεύγει ποτὲ ἀπὸ τὴν ὀθόνη τῆς συνειδήσεώς μας ὅτι: “ἢ εὐσπλαγχνία εἶναι μία διάλεκτος ποὺ ὁ ἄλαλος μπορεῖ νὰ τὴν μιλήσει καὶ ὁ κουφὸς νὰ τὴν ἀκούσει καὶ νὰ τὴν καταλάβει”.
Αμήν.
Ἀρxιμ. π. Ἰωὴλ Κωνστάνταρος
Ἱεροκῆρυξ Ἱ. Μ. Δρυϊνουπόλεως Πωγωνιανῆς κ΄ Κονίτσης

πηγή:orthodoxia-ellhnismos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου