Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

Πατροκοσμᾶς: ὁ χτίστης τῆς Ρωμηοσύνης

Γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιός,
Δάσκαλος Κιλκὶς

«Τὰ γράμματα εἶναι τὸ στολίδι τοῦ ἀνθρώπου»
Εἶναι ἀπὸ ποίημα τοῦ Γεωργίου Ἀθάνα ἡ ὡραία φράση «χτίστης τῆς Ρωμηοσύνης». Παραθέτω τὸ τροπαιοφόρο στιχούργημα:


«Στὸ Μέγα Δέντρο ξεκινᾶ,
στὸ Καλοντάει ἁγιάζει,
χτίζει σχολειά, χτίζει ἐκκλησιές,
χτίζει τὴ Ρωμηοσύνη.
Πάτερ Κοσμᾶ, σὰν νὰ ‘τᾶν χτὲς
τὸ κήρυγμά σου ἀχάζει (=βροντᾶ)
στὴ Ρούμελη, στὴν Ἤπειρο
στὴν ἀπεραντοσύνη».

Στὶς 24 Αὐγούστου κάθε ἔτους ἡ Ἐκκλησία καὶ τὸ Γένος μᾶς τιμᾶ καὶ γεραίρει τὴν μνήμη τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, τοῦ Ἰσαποστόλου καὶ Ἐθναποστόλου, τοῦ ἁγιορείτη καλόγερου ποὺ προετοίμασε ἠθικῶς καὶ πνευματικῶς τὴν Ἑλληνικὴ Ἐπανάσταση. Τέσσερις ἀποστολικὲς περιοδεῖες ἔκανε. Μὲ βαθιὰ μόρφωση, κάτοχός της «θύραθεν» παιδείας, ἀλλὰ κυρίως μὲ τὸ ὅπλο τὸ ἀήττητόν της ἁγιότητας, ἀφήνει τὸ 1760 περίπου τὸ Ἅγιον Ὅρος (Μονὴ Φιλοθέου) πηγαίνει στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ζητάει τὴν εὐλογία καὶ ἄδεια τοῦ πατριάρχη Σεραφεὶμ Β’, προκειμένου νὰ ἀρχίσει κηρυκτικὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο στὴν κυρίως Ἑλλάδα, «ἐπειδὴ τὸ γένος μᾶς ἔπεσε εἰς ἀμάθειαν».

Ἔτσι ξεκινάει τὶς περιοδεῖες του πού, σχεδὸν χωρὶς διακοπῆ, διαρκοῦν εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια. Περιόδευσε σχεδὸν ὅλη τὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα, ἀπὸ τὴ Θράκη ὡς καὶ τὸ βόρειο μέρος τῆς Πελοποννήσου, πέρασε στὶς Κυκλάδες, ἔφτασε στὰ Ἑπτάνησα καὶ ἐπέμεινε κυρίως στὴν Ἤπειρο (καὶ στὴν σκλαβωμένη Βόρειο) καθὼς καὶ στὴ Δυτικὴ Μακεδονία, ὅπου ὑπῆρχαν καὶ τὰ περισσότερα κρούσματα ἀλλαξοπιστίας ἢ ἐγκατάλειψης τῆς «πατρίου φωνῆς», τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.
Περνοῦσε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ καὶ σταματοῦσε σὲ κάθε τόπο δύο μέρες. Ἔκανε ἕνα πρῶτο κήρυγμα τὸ βράδυ τῆς ἄφιξής του, ἕνα δεύτερο τὸ ἑπόμενο πρωὶ καὶ ἕνα τρίτο τὴν ἴδια μέρα τὸ βράδυ. Τὸ κήρυγμά του συγκλονίζει, ἀνασταίνει ψυχές, παρηγορεῖ, ἀφυπνίζει, τονώνει τὴν ἐλπίδα τῶν ὑπόδουλων Ἑλλήνων σὲ μία μελλοντικὴ ἀπελευθέρωση –ἀνάσταση τοῦ Γένους. Ἡ γλώσσα τοῦ ἁπλή, ζωντανὴ καὶ χυμώδης, ἡ γλώσσα τοῦ λαοῦ, ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ μέσα στοὺς αἰῶνες τῆς δουλείας μὲ τὰ ἡρωικὰ τραγούδια τῶν κλεφταρματολῶν καὶ ὄχι τὰ γλωσσικὰ ξεφτίδια καὶ οἱ πλαδαρὲς μεγαλοστομίες τοῦ λογιοτατισμοῦ.
(Ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Φλωρίνης Αὐγουστίνος Καντιώτης στὸ περισπούδαστο σύγγραμά του γιὰ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ μὲ ἀφορμὴ ἀναφορὰ τοῦ ἁγίου γιὰ τὸ ἔργο τῶν Ἀποστόλων, γράφει σὲ ὑποσημείωση στὴν σελίδα 100: «Τὸ ἔργον τῶν Ἀποστόλων, τῶν κηρύκων, τῶν τιμίων ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου, μεταβάλλει τὴν χέρσον γῆν εἰς κῆπον Χριστοῦ, εἰς ἐπίγειον παράδεισον. Ἐὰν ὅλοι οἱ κληρικοί, καὶ μάλιστα οἱ ἐπίσκοποι, μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἔθνους, εἰργάζοντο ὅπως εἰργάσθη κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, σήμερον ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο κατοικία Ἀγγέλων, ὁ πλέον εὐχάριστος τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ συνέρρεον οἱ ξένοι ὄχι διὰ νὰ ἴδουν τὰ ἀρχαία μνημεῖα, ἀλλὰ διὰ νὰ ἰδοῦν πῶς ἡ Ἑλλὰς ἔγινε καινὴ κτίσις, ὑπόδειγμα χριστιανικῆς ζωῆς καὶ πολιτείας». Μεγάλη ἀλήθεια! Ποῦ ἦταν οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ πνευματικοί, πλὴν τῶν τιμητικῶν ἐξαιρέσεων, ὅταν οἱ ἀνθρωποκάμπιες τῆς πολιτικῆς βυσσοδομοῦσαν κατὰ τοῦ κράτους καὶ τοῦ λαοῦ; Τί πράμα εἶναι αὐτό; νὰ μιλοῦν οἱ διεφθαρμένοι τζιτζιφιόγκοι καὶ νὰ σιωποῦν οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ποιμένες τοῦ λαοῦ; Τὸ λάβαρο τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ’21 τὸ κρατοῦσε ἕνας ἐπίσκοπος καὶ μόνο αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἔδινε ἀπερίστροφο δικαίωμα στὴν Ἐκκλησία νὰ περιφρουρεῖ «ἀνυστάκτως» τὰ παιδιά της. Ἀνεξέλεγκτοι οἱ ξένοι λυμεῶνες, συνεπικουρούμενοι ἀπὸ τοὺς ἡμέτερους κύκλους τῆς κακόνοιας «ὧν ὁ Θεὸς ἡ κοιλία, οἱ ἐχθροί του σταυροῦ», μετέτρεψαν τὴν πατρίδα μας ὄχι σὲ «καινή», ἀλλὰ σὲ κενὴ κτίση...).
Εἶχε συλλάβει μὲ ἐνάργεια ὁ Πατροκοσμᾶς ὅτι τὸ δοῦλον Γένος θὰ φθάσει στὸ «Παθούμενο» μόνο μὲ τὰ φῶτα τῆς Παιδείας. Γι’ αὐτὸ πρῶτο του μέλημα στὰ κηρύγματά του ἦταν τὸ χτίσιμο σχολείων. Ἀλλὰ τί σχολείων;
«Νὰ σπουδάζετε καὶ σεῖς ἀδελφοί μου, νὰ μανθάνετε γράμματα ὅσον μπορεῖτε. Καὶ ἂν δὲν ἐμάθετε οἱ πατέρες, νὰ σπουδάζετε τὰ παιδιά σας, νὰ μανθάνουν τὰ ἑλληνικά, διότι καὶ ἡ Ἐκκλησία μᾶς εἶναι εἰς τὴν ἑλληνικήν. Καὶ ἂν δὲν σπουδάσεις τὰ ἑλληνικά, ἀδελφέ μου, δὲν ἠμπορεῖς νὰ καταλάβεις ἐκεῖνα ὁπού ὁμολογεῖ ἡ Ἐκκλησία μας. Καλύτερον, ἀδελφέ μου, νὰ ἔχεις ἑλληνικὸν σχολεῖον εἰς τὴν χώρα σου, παρὰ νὰ ἔχεις βρύσες καὶ ποτάμια καὶ ὡσὰν μάθης τὸ παιδί σου γράμματα, τότε λέγεται ἄνθρωπος...».
Τὸ ἄκουγαν οἱ ἀγαθοὶ Ἕλληνες, φιλοτιμοῦνταν ἀπὸ τὴν θυσιαστικὴ τοῦ προσπάθεια, πρόσφεραν τὰ τιμαλφῆ τοὺς οἱ γυναῖκες καὶ πάνω ἀπὸ 1000 σχολεῖα χτίστηκαν χάρις στὴν ἐπίδρασή του... ἀλλὰ σχολεῖα ἑλληνικὰ καὶ ὄχι σχολεῖα-φυτώρια γενιτσαρισμοῦ σὰν τὰ σημερινά.
Σ’ ἐκεῖνα τὰ σχολεῖα τῆς σκλαβιᾶς, τὰ φανερὰ καὶ τὰ «κρυφὰ» ὅπου ὁ κατακτητὴς δὲν τὰ ἐπέτρεπε, «...ἡ ψυχὴ τοῦ Ἔθνους ἀγρυπνοῦσε. Φτωχοὶ παπάδες καὶ δάσκαλοι, ποὺ ἐτρέφοντο μὲ λίγο ψωμί, εἶχαν τὸ σθένος εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς τῶν, σθένος ποιητῶν. Καταλάβαιναν τὴν εὐθύνην ποὺ τοὺς ἐβάρυνε νὰ συνεχίσουν τὴν ἑλληνικὴν παράδοσιν• διηγοῦντο εἰς τὰ Ἑλληνόπουλα ποιὰ ἦταν ἄλλοτε ἡ πατρίδα τους καὶ τοὺς ἐδίδασκαν δύο ὀνόματα: Ἑλλὰς καὶ ἐλευθερία», γράφει ὁ ἀκαδημαϊκὸς Σίμος Μενάρδος (ἀρχιμ. Ἰω. Ἀλεξίου, «ἡ Παιδεία στὴν Τουρκοκρατία», σέλ. 181). Ἀπὸ τέτοια σχολεῖα ξεπήδησαν τὰ λιοντάρια τοῦ Εἰκοσιένα. Προφήτευσε κάποτε ὁ ἅγιος: «Τὸ κακὸ θὰ σᾶς ἔρθη ἀπὸ τοὺς διαβασμένους». Δὲν εἶπε μορφωμένους. Ὁ λαός μας τοὺς μορφωμένους τοὺς ἔλεγε γνωστικούς, ἐνῶ τοὺς διαβασμένους, πολύξερους. Πολύξεροι εἶναι οἱ ἀνόητοι ἡμιμαθεῖς ποὺ «μεταρρυθμίζουν», «ἀναγεννοῦν», «ἀναπτερώνουν» τὴν Παιδεία, γιὰ νὰ καταλήξουμε σήμερα, ἀντὶ νὰ ἔχουμε σχολεῖα «ἑλληνικά», ποὺ θὰ φωτίζουν τοὺς μαθητές, μὲ «ψυχὴ καὶ Χριστό», κατάντησαν μάνδρες ἀφιλοπατρίας, ἀθεΐας καὶ γλωσσικῆς ἀφασίας. Γιατί σχολεῖα ποὺ δὲν ἀρδεύονται ἀπὸ τὴν ἀείρροη πηγὴ τῆς παράδοσής μας «εἶναι ἕνα τίποτα». Ἀντιγράφω τὴν σκέψη τοῦ Ζ. Λορεντζάτου ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ «Ρωμιὲς» (Δόμος, 1990).
«Κάθε νιόκοπη γενιὰ ἂν δὲν φυσήξη τὸ κάρβουνο τῆς παράδοσης, νὰ τὸ κάνει νὰ κοκκινίσει, κάλλιο νὰ τὴν κλαῖς. Εἶναι γενιὰ νεκρὴ καὶ τὰ γεννήματά της κοιλάφαρνα. Αὐτὸ ποὺ λέμε πρωτοποριακὸ δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἕνα τίποτα. Ὅλα εἶναι παράδοση δηλαδὴ ζωὴ στὴν ἀνώτερη φάση της• ζωὴ καὶ παράδοση ταυτόσημες. Ὅλα τέλος εἶναι: παράδοση ἢ τίποτα. Καὶ αὐτὸ εἶναι παράδοση μέσα σὲ μία γλώσσα, στὸ προκείμενο τὴ γλώσσα τὴν ἑλληνική: ὁ Ὅμηρος- καὶ-ὁ Σολωμός: ἐσύ».
«Θὰ ‘ρθῆ πρῶτα ἕνα ψευτορωμαίικο• νὰ μὴν τὸ πιστέψετε• θὰ φύγη πίσω» ἔλεγε σὲ μία ἄλλη τοῦ προφητεία ὁ ἅγιος. Τὸ ψευτορωμαίικο, τὸ χαρτοβασίλειο τῆς κομματοκρατίας καταρρέει. Ἂς μὴ φοβόμαστε καὶ ἂς μὴν ἀκοῦμε τὶς ἐμετικὲς σειρηνωδίες τῶν ξένων-«ὁ φιλήκοος τῶν ξένων, εἶναι προδότης- ἔλεγε ὁ Καπποδίστριας. Ἔρχεται τὸ ἀληθινὸ ρωμαίικο. Τώρα ἀποτινάζουμε τὰ σάπια λέπια τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ μας. Λίγο σκάψιμο θέλει καὶ θὰ ξαναβροῦμε τὸν ἑαυτό μας. Κι ἂς γίνουν τὰ σπίτια καὶ οἱ αἴθουσες διδασκαλίας «κρυφὰ σχολειά». Φωνάζει καὶ βροντολαλεῖ τὸ ἁγιασμένο πετραχήλι τοῦ νεομάρτυρα ἁγίου Κοσμᾶ: «Εἶναι μία μηλιὰ καὶ κάνει ξινὰ μῆλα. Ἐμεῖς τώρα τί πρέπει, νὰ κατηγοροῦμεν τὴ μηλιὰ ἢ τὰ μῆλα; Τὴν μηλιά. Λοιπὸν κάμνετε καλὰ ἐσεῖς οἱ γονεῖς (καὶ οἱ δάσκαλοι) ὁπού εἴστενε ἡ μηλιά, νὰ γίνωνται καὶ τὰ μῆλα γλυκά».
Ἔτσι χτίζονται Ρωμηοσύνες...
*
(Τόσο πολὺ τιμᾶ ἡ κακορίζικη «Παιδεία» μας τὸν μεγαλύτερο Δάσκαλο τοῦ Γένους ὥστε στὸ Δημοτικὸ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἡ ἐλάχιστη ἀναφορὰ στὸ ἔργο του, ἐνῶ στὸ Γυμνάσιο στὴν «Ἱστορία Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας» Α, Β, Γ Γυμνασίου, στὴν σελίδα 42 διαβάζουμε στὶς 5-6 μόνο ἀράδες καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἀνάμεσα στοὺς πρώτους διαφωτιστὲς ἀνήκει καὶ ὁ Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός... Τὸ 1779 συνελήφθη ἀπὸ τὶς ὀθωμανικὲς ἀρχὲς καὶ ἐκτελέστηκε». Πρῶτον δὲν ἦταν διαφωτιστής, ὅπως τὸν θέλουν οἱ γραικύλοι... φωταδιστές. Δεύτερον τὰ «συνελήφθη καὶ ἐκτελέστηκε», ταιριάζουν σὲ κατάδικούς του ποινικοῦ δικαίου. Οἱ ἅγιοι ὁδηγοῦνται στὸ μαρτύριο, δοξολογώντας τὸν Θεὸ καὶ εὐλογώντας τὸν κόσμο.
Τρίτον, ἐνῶ ὁ Κοραὴς τιμᾶται, στὸ ἴδιο βιβλίο, μὲ τρεῖς σελίδες, ὁ ἅγιος ποὺ ἔδωσε καὶ τὸ αἷμα του γιὰ τὴν ἀνάσταση τοῦ Γένους τιμᾶται μὲ μόνο μὲ 7-8 σειρές, χωρὶς μάλιστα νὰ ἀναγράφεται τὸ ἐπίθετο «ἅγιος». Ἔργα καὶ ἡμέρες τοῦ ψευτορωμαίικου...).
 
πηγή:orthodoxia-ellhnismos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου