Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2012

Η πορεία της ανθρωπότητας προς την Βηθλεέμ


Αποτελεί εμπειρία της Εκκλησίας, αλλά και πόρισμα της σύγχρονης ψυχολογίας ότι το πλησίον μου τον γνωρίζω μόνον τόσο όσο γνωρίζω τον εαυτό μου. Επομένως στο πρόσωπο και στην εικόνα, στις αντιδράσεις και γενικά στη συμπεριφορά του πλησίον μου μελετώ και συγχρόνως αναζητώ μη συνειδητά συνήθως τον δικό μου εαυτό. Ο πλησίον μου δηλαδή προωθεί την αυτογνωσία μου. Η αναζήτηση επομένως λυτρωτού από τον προ Χριστού αλλά και τον χωρίς Χριστό άνθρωπο ανταποκρινόταν και ανταποκρίνεται πρώτα - πρώτα στην προσδοκία του να συναντήσει τον πραγματικό εαυτό του στην υπαρξιακή λειτουργικότητα και συμπεριφορά του κατ' εξοχήν πλησίον, του άλλου, του δυναμένου να τον σώσει από τον αλύτρωτα δαιμονοποιημένο εαυτό του.
Ο Απόστολος των Εθνών Παύλος εξομολογούμενος εκφράζει την μεταβολή αυτού του ιδίου και κάθε λυτρωμένου ανθρώπου από την απελπιστική κραυγή «Τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου» προσθέτοντας: «Ευχαριστώ τω Θεώ διά Ιησού Χριστού του Κυρίου ημών» (Ρωμ. Ζ΄ 24-25). Παρουσιάζει τον νέο Αδάμ, τον Θεάνθρωπο, ο οποίος ανταποκρινόμενος στην προσδοκία του σαρκικού ανθρώπου - «και αυτός προσδοκία εθνών» - του αποκαλύπτει το πραγματικό, το αυθεντικό και γνήσιο πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο, και εφόσον μετέχει σε αυτό, θα μπορέσει από το «κατ'εικόνα» να φθάσει στο «καθ' ομοίωσιν». Ο Χριστός ως μέθοδος σωτηρίας του ανθρώπου από την τυραννία της δαιμονικής βίας επρόκειτο ως πρότυπο του «καινού ανθρώπου» να αποτελέσει και καθρέπτη και εικόνα αυτογνωσίας του σαρκικού ανθρώπου, που θα περνούσε από την κατάσταση αυτή στην ελευθερία των τέκνων του Θεού γινόμενος «σύμμορφος της εικόνος του υιού αυτού» (Ρωμ. Η΄29).
Παρά τη συγκινητική προσπάθεια της ανθρωπότητας να φθάσει στην γνώση του Ενός και Αληθινού Θεού και να γεφυρώσει το χάσμα που είχε δημιουργήσει η αμαρτία, η λύτρωση φαινόταν αδύνατη. Η προσπάθεια ανόδου του ανθρώπου προς τον Θεό απέβη μάταιη. Αν και, κατά μία άποψη, ο άνθρωπος πήρε το όνομά του από την ανοδική αυτή κίνηση (άνω+θρώσκω = προχωρώ προς τα επάνω), η αληθινή θεογνωσία παρέμεινε γι' αυτόν βαθειά νοσταλγία. Δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί η λύτρωση, δηλαδή η επανασύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό, αφού όλες, εκτός από την Ιουδαϊκή, οι προχριστιανικές θρησκείες ήταν κατασκευάσματα ανθρώπινα.
Έτσι δημιουργήθηκε σιγά - σιγά στη συνείδηση της ανθρωπότητας η προσδοκία της καθόδου του Θεού στην γη με τη μορφή ανθρώπου, ο οποίος θα επανέφερε τη χρυσή εποχή της παραδεισίου καταστάσεως.
Αυτή η προσδοκία τον 5ο αιώνα π.Χ. αιώνα είχε ήδη γίνει σαφής και παγκόσμια. Για τους λόγους που αναφέραμε και για άλλους ου γνωρίζει η ψυχή του κάθε ανθρώπου και ο Θεός που την έπλασε, είχε πλέον ωριμάσει η πεποίθηση ότι ο φιλάνθρωπος Πατέρας και Κύριος του παντός δεν θα αφήσει το τιμημένο με λογική πλάσμα του να παραπαίει θεωρητικώς και πρακτικώς στους βάλτους της αμαρτίας, αποπλανημένο από τον νοητό εχθρό, προδομένο από τους «θεούς» του και τρεφόμενο από τα ξυλοκέρατα με τα οποία τρέφονται τα άλογα ζώα. Κατά τον φιλόχριστο Αύγουστο Νικόλαο «δεν υπήρχε λαός που να μην έχει αυτήν την προσδοκία».
Την επαγγελία του Θεού για την έλευση του Σωτήρος και Λυτρωτού συναντούμε σε όλα τα έθνη, κρυμμένη σαν θησαυρό πολύτιμο στα βάθη των καρδιών. Κανείς λαός, όσο και αν διεφθάρη, όσο και αν λησμόνησε τον αληθινό Θεό, δεν λησμόνησε την επαγγελία της σωτηρίας, αλλά την εφύλασσε ως πνευματική παρακαταθήκη, ως άγκυρα ελπίδας για όλους τους αιώνες και ως διαμαρτυρία κατά του κράτους του διαβόλου, κατά της βασιλείας του κακού. Ιουδαίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Αιγύπτιοι, Κινέζοι, Πέρσες, Ινδοί και Άραβες, και αυτοί οι κάτοικοι του νέου κόσμου, ανέμεναν την έλευση Λυτρωτού Θεού που θα ερχόταν με μορφή ανθρώπινη για να διδάξει όλη την αλήθεια, να εξαφανίσει την κακία, να φέρει την ειρήνη, να αδελφοποιήσει τα έθνη και να φέρει την Βασιλεία των Ουρανών στην γη.
Η Ελλάδα, η Ρώμη, η Ιουδαία, τα τρία αυτά έθνη που αντιπροσώπευαν την σοφία, την δύναμη και την ευσέβεια, όταν ευρίσκονταν στην ακμή τους δεν μπόρεσαν να αναδείξουν έναν τέλειο άνθρωπο για να καλέσει τα έθνη και να τον ακολουθήσουν. Κάθε ελπίδα σωτηρίας είχε χαθεί. Η πλήρης ανθρώπινη αδυναμία είχε γίνει φανερή. Η ανθρωπότητα έβαινε προς τον όλεθρο. Η κατάσταση παρουσίαζε δίλημμα: ή Θεία επίσκεψη που σημαίνει σωτηρία, ή εγκατάλειψη που σημαίνει πλήρης αφανισμός.
Κατά βάθος λοιπόν όλοι οι άνθρωποι πίστευαν ότι ο Θεός δεν θα εγκατέλειπε το πλάσμα του. Ήταν μάλιστα τόσο έντονη η Θεανθρωπική προσδοκία και τόσο άμεσα και ανυπόμονα ανέμεναν την εκπλήρωση της οι άνθρωποι, ώστε έπλαθαν στη φαντασία τους θεανθρώπους ανύπαρκτους, χωρίς ιστορικό έρεισμα, προδιαγράφοντας συγχρόνως και τον τρόπο με τον οποίο θα γινόταν η πραγματική ενανθρώπιση: ότι θα γεννηθεί από Παρθένο , χωρίς άνδρα, ότι το έργο του δεν θα είναι εύκολο και ανεμπόδιστο. Θα προκαλέσει σε Αυτόν θλίψεις και διωγμούς και πόνους εκ μέρους των αχάριστων και κακών και θα τον οδηγήσει στον θάνατο. Αλλά ως Θεάνθρωπος θα νικήσει το κακό και τον ίδιο τον θάνατο, θα αναστηθεί από τους νεκρούς, όπως η φύση αναθάλλει τον άνοιξη από τη χειμερία νάρκη της.
Ο φιλάνθρωπος Θεός προετοίμασε έναν λαό που ο ίδιος διαμόρφωσε, ώστε να είναι σε θέση να δεχθεί στους κόλπους του τον Υιό του. Αυτός ο περιούσιος λαός ήταν ο Ισραηλιτικός, τον οποίο πλούτισε με πολλές και ακριβείς προφητείες για το χρόνο, τον τρόπο και τον τόπο στον οποίο θα πραγματοποιηθεί το «από αιώνος απόκρυφον και Αγγέλοις άγνωστον μυστήριον» της Θείας Οικονομίας. Δεν εγκατέλειψε όμως και τους υπολοίπους λαούς, που ήταν και αυτοί παιδιά Του. Φώτισε τα μεγάλα πνεύματα της αρχαίας εποχής να αισθανθούν και να εκφράσουν ο καθένας με τον τρόπο του, τον Πανανθρώπινο πόθο της λυτρώσεως. Και μάλιστα, όσο πλησίαζε ο καιρός της Θείας Ενανθρωπήσεως, τόσο εντεινόταν και αποσαφηνιζόταν περισσότερο η βαθειά αυτή και προαιώνια νοσταλγία. Πριν να ανατείλει ο νοητός Ήλιος για να διαλύσει το ψηλαφητό σκότος που είχε επικρατήσει στην γη, προηγήθηκε, όπως συμβαίνει και με τον αισθητό ήλιο, η ελπιδοφόρος αυγή που Τον προμήνυσε σε όλους τους λαούς, ώστε τα μάτια τους να γίνουν ανθεκτικά για να αντικρίσουν το εκτυφλωτικό φως της Μεταμορφώσεώς Του.
Όλων τα μάτια είχαν στραφεί προς ένα κοινό σημείο, στην γηραιά και μυστηριώδη Ανατολή, στην κοιτίδα του πιο καταφρονημένου λαού των Ιουδαίων. Και ειδικότερα, οι Ανατολικοί λαοί ανέμεναν τον Λυτρωτή από την Δύση, ενώ οι Δυτικοί από την Ανατολή. Όλων οι προσδοκίες συναντιόνταν στη Μέση Ανατολή, όπως προφήτευσε ο Δαυίδ, σαν να ήταν ήδη γεγονός, λέγοντας «σωτηρίαν ειργάσω εν μέσω της γης, ο Θεός» (Ψαλμ. Ογ΄12). Εκεί όπου τελικά σαρκώθηκε στη Βηθλεέμ της Ιουδαίας, έζησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Υιός του Θεού. Από τότε θεωρείται ως το κέντρο ή ο Ομφαλός της γης, του οποίο σύμβολο έχει τοποθετηθεί και επιδεικνύεται μέχρι σήμερα στην Αγία Πόλη Ιερουσαλήμ, μέσα στον Πανίερο Ναό της Αναστάσεως μεταξύ του Φρικτού Γολγοθά και του Παναγίου Τάφου.
Πηγή Υλικού: Ιησούς Χριστός: Η προσδοκία των Εθνών, σωτ. Έτος 2000, Εκδόσεις Κάλαμος, Ιερόν Κελλίον Αγ. Νικολάου Μπουραζέρη Αγίου Όρους, σελ. 47-55
Επιλογή υλικού: 
Αικατερίνη Διαμαντοπούλου
Υπεύθυνη Υλικού του Ιστοχώρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου