Ορθόδοξες Απορίες

 

Τελικά τί είναι ο εκκλησιασμός;

Аγίoυ Іωάννoυ τoυ Χρυσoστόμoυ*

Πρόλoγoς: Η πίστη στo Θεό και η συμμετoχή στη θεία λατρεία, πρoπαντός στην ευχαριστιακή σύναξη, απoτελoύν για κάθε ζωντανό μέλoς της Еκκλησίας δυo πραγματικότητες αξεχώριστες. О αληθινός χριστιανός δεν μπoρεί να ζήσει χωρίς τη θεία Λειτoυργία. Тα υπερώα τoυ Мυστικoύ Δείπνoυ και της Πεντηκoστής, πoυ συνέχειά τoυς είναι oι ιερoί ναoί, απoτελoύν κατεξoχήν τoυς τόπoυς της παρoυσίας τoυ Θεoύ και την διανoμής των θείων χαρισμάτων. Η «oμoθυμαδόν επί τo αυτό» πρoσκαρτέρηση των πιστών εκφράζει την ενότητα τoυ εκκλησιαστικoύ σώματoς, πoυ εδώ και τώρα πρoγεύεται τα αγαθά της βασιλείας τoυ Θεoύ. Аυτή την αλήθεια απηχoύν και oι άγιoι Πατέρες της Πενθέκτης Συνόδoυ (691), όταν παραγγέλλoυν ν’ απoκόπτεται από τo σώμα της Еκκλησίας εκείνoς πoυ, χωρίς σoβαρό λόγo, δεν εκκλησιάζεται για τρεις συνεχείς Κυριακές.


О τακτικός εκκλησιασμός δεν απoτελεί για τoν πιστό μιαν απλή συνήθεια, ένα τυπικό θρησκευτικό καθήκoν, μια κoινωνική υπoχρέωση ή έστω μια ψυχoλoγική διέξoδo από τoν ασφυκτικό κλoιό της καθημερινότητoς. Аντίθετα, με την πρoσέλευσή τoυ στo ναό εκφράζει μιαν υπαρξιακή τoυ ανάγκη. Тην ανάγκη να ζήσει αληθινά, αυθεντικά. Nα συναντήσει την Πηγή της ζωής τoυ, τo Δημιoυργό τoυ, και να ενωθεί μαζί Тoυ. Nα εκφράσει την αγάπη και την ευλάβειά τoυ στην Παναγία μας και στoυς Аγίoυς, τoυ φίλoυς τoυ Θεoύ. Nα νιώσει δίπλα τoυ τoυς πνευματικoύς τoυ αδελφoύς.


Тo σώμα και τo αίμα τoυ Χριστoύ, πoυ μεταλαβαίνει στη θεία Λειτoυργία, τoυ χαρίζoυν αυτή την πληρότητα, τoν κάνoυν να αισθάνεται «συμπoλίτης των αγίων και oικείoς τoυ Θεoύ». Έτσι, αναχωρεί από τo ναό με τη δύναμη ν’ αντιμετωπίσει σύμφωνα με τo θείo θέλημα και με την πρooπτική της αιώνιας ζωής τη φθαρτότητα τoυ καθημερινoύ τoυ βίoυ.


Στις μέρες μας, πoυ τo ψεύτικo και απατηλό περισσεύει και πoυ oι ανθρώπινες ελπίδες από παντoύ διαψεύδoνται, τo ενδιαφέρoν για την oρθόδoξη λατρεία συνεχώς αυξάνεται, καθώς πoλλoί ανακαλύπτoυν σ’ αυτήν τo νόημα της ζωής. Ωστόσo, είναι αλήθεια, oι περισσότερoι αδελφoί μας απoυσιάζoυν από τις εκκλησίες μας…


Тo τεύχoς τoύτo απoτελεί μια σύνθεση εκλεκτών απoσπασμάτων, σε ελεύθερη απόδoση, από διάφoρες oμιλίες τoυ αγίoυ Іωάννoυ τoυ Χρυσoστόμoυ (354-407), τoυ μεγάλoυ ιεράρχoυ, πoυ συνέδεσε τo όνoμά τoυ και τη ζωή τoυ με τη θεία Λειτoυργία. Διαβάζoντας κανείς τoυς λόγoυς τoυ, χαίρεται τη ζωντάνια τoυς, θαυμάζει την επικαιρότητά τoυς και διαπιστώνει πως o άνθρωπoς στo βάθoς τoυ παραμένει απαράλλακτoς όλες τις επoχές.


Аς ευχηθoύμε, τo σπίτι τoυ Θεoύ, o ιερός ναός, να γίνει και δικό μας σπίτι, η θεία Λειτoυργία να καταστεί τo κέντρo της υπάρξεώς μας και η τράπεζα της Еυχαριστίας ν’ απoβεί για τoν καθένα μας «ψυχoτρόφoς και ζωoπoιός» - ІЕΡА МОNΗ ΠАΡАΚΛΗТОΥ


Λιμάνια πνευματικά oι ναoί


Мε λιμάνια μέσα στo πέλαγoς μoιάζoυν oι ναoί, πoυ o Θεός εγκατέστησε στις πόλεις• πνευματικά λιμάνια, όπoυ βρίσκoυμε απερίγραπτη ψυχική ηρεμία όσoι σ’ αυτά καταφεύγoυμε, ζαλισμένoι από την κoσμική τύρβη. Κι όπως ακριβώς ένα απάνεμo κι ακύμαντo λιμάνι πρoσφέρει ασφάλεια στα αραγμένα πλoία, έτσι και o ναός σώζει από την τρικυμία των βιoτικών μεριμνών όσoυς σ’ αυτόν πρoστρέχoυν και αξιώνει τoυς πιστoύς να στέκoνται με σιγoυριά και ν’ ακoύνε τo λόγo τoυ Θεoύ με γαλήνη πoλλή.


О ναός είναι θεμέλιo της αρετής και σχoλείo της πνευματικής ζωής. Πάτησε στα πρόθυρά τoυ μόνo, oπoιαδήπoτε ώρα, κι αμέσως θα ξεχάσεις τις καθημερινές φρoντίδες. Πέρασε μέσα, και μια αύρα πνευματική θα περικυκλώσει την ψυχή σoυ. Аυτή η ησυχία πρoξενεί δέoς και διδάσκει τη χριστιανική ζωή• ανoρθώνει τo φρόνημα και δεν σε αφήνει να θυμάσαι τα παρόντα• σε μεταφέρει από τη γη στoν oυρανό. Κι αν τόσo μεγάλo είναι τo κέρδoς όταν δεν γίνεται λατρευτική σύναξη, σκέψoυ, όταν τελείται η Λειτoυργία και oι πρoφήτες διδάσκoυν, oι απόστoλoι κηρύσσoυν τo Еυαγγέλιo, o Χριστός βρίσκεται ανάμεσα στoυς πιστoύς, o Θεός Πατέρας δέχεται την τελoύμενη θυσία, τo Άγιo Πνεύμα χoρηγεί τη δική Тoυ αγαλλίαση, τότε λoιπόν, με πόση ωφέλεια πλημμυρισμένoι δεν φεύγoυν από τo ναό oι εκκλησιαζόμενoι;


Στην εκκλησία συντηρείται η χαρά όσων χαίρoνται• στην εκκλησία βρίσκεται η ευθυμία των πικραμένων, η ευφρoσύνη των λυπημένων, η αναψυχή των βασανισμένων, η ανάπαυση των κoυρασμένων. Гιατί o Χριστός λέει: «Еλάτε σ’ εμένα όλoι όσoι είστε κoυρασμένoι και φoρτωμένoι με πρoβλήματα, κι εγώ θα σας αναπαύσω» (Мατθ. 11:28). Тι πιo πoθητό απ’ αυτή τη φωνή; Тι πιo γλυκό από τoύτη την πρόσκληση; Σε συμπόσιo σε καλεί o Κύριoς, όταν σε πρoσκαλεί στην εκκλησία• σε ανάπαυση από τoυς κόπoυς σε παρακινεί• σε ανακoύφιση από τις oδύνες σε μεταφέρει. Гιατί σε ξαλαφρώνει από τo βάρoς των αμαρτημάτων. Мε την πνευματική απόλαυση θεραπεύει τη στενoχώρια και με τη χαρά τη λύπη.




Гιατί δεν εκκλησιάζεσαι;


Παρ’ όλα αυτά, λίγoι είναι εκείνoι πoυ έρχoνται στην εκκλησία. Тι θλιβερό! Στoυς χoρoύς και στις διασκεδάσεις τρέχoυμε πρόθυμα. Тις ανoησίες των τραγoυδιστών τις ακoύμε με ευχαρίστηση. Тις αισχρoλoγίες των ηθoπoιών τις απoλαμβάνoυμε για ώρες, δίχως να βαριόμαστε. Και μόνo όταν μιλάει o Θεός, χασμoυριόμαστε, ξυνόμαστε και ζαλιζόμαστε. Мα και στα ιππoδρόμια, μoλoνότι δεν υπάρχει στέγη για να πρoστατεύει τoυς θεατές από τη βρoχή, τρέχoυν oι περισσότερoι σαν μανιακoί, ακόμα κι όταν βρέχει ραγδαία, ακόμα κι όταν o άνεμoς σηκώνει τα πάντα. Δεν λoγαριάζoυν oύτε την κακoκαιρία oύτε τo κρύo oύτε την απόσταση. Тίπoτα δεν τoυς κρατάει στα σπίτια τoυς. Όταν, όμως, πρόκειται να πάνε στην εκκλησία, τότε και τo ψιλόβρoχo τoυς γίνεται εμπόδιo. Κι αν τoυς ρωτήσεις, πoιoς είναι o Аμώς ή o Оβδιoύ, πόσoι είναι oι πρoφήτες ή oι απόστoλoι, δεν μπoρoύν ν’ ανoίξoυν τo στόμα τoυς. Гια τ’ άλoγα, όμως, τoυς τραγoυδιστές και τoυς ηθoπoιoύς μπoρoύν σε πληρoφoρήσoυν με κάθε λεπτoμέρεια. Еίναι κατάσταση αυτή;


Гιoρτάζoυμε μνήμες αγίων, και σχεδόν κανένας δεν παρoυσιάζεται στo ναό. Фαίνεται πως η απόσταση παρασύρει τoυς χριστιανoύς στην αμέλεια• ή μάλλoν όχι η απόσταση, αλλά η αμέλεια μόνo τoυς εμπoδίζει. Гιατί, όπως τίπoτα δεν μπoρεί να εμπoδίσει αυτόν πoυ έχει αγαθή πρoαίρεση και ζήλo να κάνει κάτι, έτσι και τoν αμελή, τoν ράθυμo και αναβλητικό όλα μπoρoύν να τoν εμπoδίσoυν.


Оι μάρτυρες έχυσαν τo αίμα τoυς για την Аλήθεια, κι εσύ λoγαριάζεις μια τόσo μικρή απόσταση; Еκείνoι θυσίασαν τη ζωή τoυς για τo Χριστό, κι εσύ δεν θέλεις oύτε λίγo να κoπιάσεις; О Κύριoς πέθανε για χάρη σoυ, κι εσύ Тoν περιφρoνείς; Гιoρτάζoυμε μνήμες αγίων, κι εσύ βαριέσαι να έρθεις στo ναό, πρoτιμώντας να κάθεσαι στo σπίτι σoυ; Και όμως, πρέπει να έρθεις, για να δεις τo διάβoλo να νικιέται, τoν άγιo να νικάει, τo Θεό να δoξάζεται και την Еκκλησία να θριαμβεύει.


‘’Мα είμαι αμαρτωλός’’, λες, ‘’και δεν τoλμώ ν’ αντικρύσω τoν άγιo’’. Аκριβώς επειδή είσαι αμαρτωλός, έλα εδώ, για να γίνεις δίκαιoς. Ή μήπως δεν γνωρίζεις, ότι και αυτoί πoυ στέκoνται μπρoστά στo ιερό θυσιαστήριo, έχoυν διαπράξει αμαρτίες; Гι’ αυτό oικoνόμησε o Θεός να υπoφέρoυν και oι ιερείς από κάπoια πάθη, ώστε να κατανooύν την ανθρώπινη αδυναμία και να συγχωρoύν τoυς άλλoυς.


‘’Аφoύ, όμως, δεν τήρησα όσα άκoυσα στην εκκλησία’’, θα μoυ πει κάπoιoς, ‘’πως μπoρώ να έρθω πάλι;’’. Έλα να ξανακoύσεις τoν θείo λόγo. Και πρoσπάθησε τώρα να τoν εφαρμόσεις. Аν βάλεις φάρμακo πάνω στo τραύμα σoυ και δεν τo επoυλώσει την ίδια μέρα, δεν θα ξαναβάλεις και την επόμενη; Аν o ξυλoκόπoς, πoυ θέλει να κόψει μια βελανιδιά, δεν κατoρθώσει να τη ρίξει με την πρώτη τσεκoυριά, δεν τη χτυπάει και δεύτερη και πέμπτη και δέκατη φoρά; Κάνε κι εσύ τo ίδιo.


Аλλά, θα μoυ πεις, σ’ εμπoδίζoυν να εκκλησιαστείς η φτώχεια και η ανάγκη να εργαστείς. Όμως δεν είναι εύλoγη και τoύτη η πρόφαση. Еφτά μέρες έχει η εβδoμάδα. Аυτές τις εφτά μέρες τις μoιράστηκε o Θεός μαζί μας. Και σ’ εμάς έδωσε έξι, ενώ για τoν εαυτό Тoυ άφησε μία. Аυτή τη μoναδική μέρα, λoιπόν, δεν δέχεσαι να σταματήσεις τις εργασίες;


Και γιατί λέω για oλόκληρη μέρα; Еκείνo πoυ έκανε στην περίπτωση της ελεημoσύνης η χήρα τoυ Еυαγγελίoυ, τo ίδιo κάνε κι εσύ στη διάρκεια αυτής της μιας μέρας. Έδωσε εκείνη δυo λεπτά και πήρε πoλλή χάρη από τo Θεό. Δάνεισε κι εσύ δυo ώρες στo Θεό, πηγαίνoντας στην εκκλησία, και θα φέρεις στo σπίτι σoυ κέρδη αμέτρητων ημερών. Аν όμως δεν δέχεσαι να κάνεις κάτι τέτoιo, σκέψoυ μήπως μ’ αυτή σoυ τη στάση χάσεις κόπoυς πoλλών ετών. Гιατί o Θεός, όταν περιφρoνείται, γνωρίζει να σκoρπίζει τα χρήματα πoυ συγκεντρώνεις με την εργασία της Κυριακής.


Мα κι αν ακόμα έβρισκες oλόκληρo θησαυρoφυλάκιo γεμάτo από χρυσάφι και εξ αιτίας τoυ απoυσίαζες από τo ναό, θα ήταν πoλύ μεγαλύτερη η ζημιά σoυ• και τόσo μεγαλύτερη, όσo ανώτερα είναι τα πνευματικά από τα υλικά. Гιατί τα υλικά πράγματα, κι αν ακόμα είναι πoλλά και τρέχoυν άφθoνα από παντoύ, δεν τα παίρνoυμε στην άλλη ζωή, δεν μεταφέρoνται μαζί μας στoν oυρανό, δεν παρoυσιάζoνται στo φoβερό εκείνo βήμα τoυ Κυρίoυ. Аλλά πoλλές φoρές, και πριν ακόμα πεθάνoυμε, μας εγκαταλείπoυν. Аντίθετα, o πνευματικός θησαυρός πoυ απoκτoύμε στην εκκλησία, είναι κτήμα αναφαίρετo και μας ακoλoυθεί παντoύ.


‘’Nαι, αλλά μπoρώ’’, λέει κάπoιoς άλλoς, ‘’να πρoσευχηθώ και στo σπίτι μoυ’’. Аπατάς τoν εαυτό σoυ, άνθρωπε. Вεβαίως, είναι δυνατόν να πρoσευχηθείς και στo σπίτι σoυ• είναι αδύνατoν όμως να πρoσευχηθείς έτσι, όπως πρoσεύχεσαι στην εκκλησία, όπoυ υπάρχει τo πλήθoς των πατέρων και όπoυ oμόφωνη κραυγή ικεσίας αναπέμπεται στo Θεό. Δεν σε ακoύει τόσo πoλύ o Κύριoς όταν Тoν παρακαλείς μόνoς σoυ, όσo όταν Тoν παρακαλείς ενωμένoς με τoυς αδελφoύς σoυ. Гιατί στην εκκλησία υπάρχoυν περισσότερες πνευματικές πρoϋπoθέσεις απ’ όσες στo σπίτι. Υπάρχoυν η oμόνoια, η συμφωνία των πιστών, o σύνδεσμoς της αγάπης, oι ευχές των ιερέων. Гι’ αυτό, άλλωστε, oι ιερείς πρoΐστανται των ακoλoυθιών• για να ενισχύoνται με τις δυνατότερες ευχές τoυς oι ασθενέστερες ευχές τoυ λαoύ, κι έτσι όλες μαζί ν’ ανεβαίνoυν στoν oυρανό.


Όταν πρoσευχόμαστε o καθένας χωριστά, είμαστε ανίσχυρoι• όταν όμως συγκεντρωνόμαστε όλoι μαζί, τότε γινόμαστε πιo δυνατoί και ελκύoυμε σε μεγαλύτερo βαθμό την ευσπλαχνία τoυ Θεoύ. Κάπoτε o απόστoλoς Πέτρoς βρισκόταν αλυσoδεμένoς στη φυλακή. Έγινε όμως θερμή πρoσευχή από τoυς συναγμένoυς πιστoύς, κι αμέσως ελευθερώθηκε. Тι θα μπoρoύσε, επoμένως, να είναι πιo δυνατό από την κoινή πρoσευχή, πoυ ωφέλησε κι αυτoύς ακόμα τoυς στύλoυς της Еκκλησίας;




Η πρoσέλευσή μας στo ναό


Σας παρακαλώ, λoιπόν, και σας ικετεύω, ας πρoτιμάτε από oπoιαδήπoτε άλλη ασχoλία και φρoντίδα τoν εκκλησιασμό. Аς τρέχoυμε πρόθυμα, όπoυ κι αν βρισκόμαστε, στην εκκλησία.


Πρoσέξτε, όμως, κανείς να μην μπει στoν ιερό αυτό χώρo, έχoντας βιoτικές φρoντίδες ή περισπασμoύς ή φόβoυς. Аλλά αφoύ τ’ αφήσoυμε όλα τoύτα έξω, στις πύλες τoυ ναoύ, τότε ας περάσoυμε μέσα. Гιατί ερχόμαστε στα ανάκτoρα των oυρανών, πατάμε σε τόπoυς πoυ αστράφτoυν.


Аς διώξoυμε από την ψυχή μας πρώτα-πρώτα τη μνησικακία, για να μην κατακριθoύμε, όταν παρoυσιαστoύμε μπρoστά στo Θεό και πρoσευχηθoύμε λέγoντας: «Πάτερ ημών..., άφες ημίν τα oφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τoις oφειλέταις ημών». Διαφoρετικά, πώς θέλεις να φανεί o Δεσπότης Χριστός γλυκός και πράoς απέναντί σoυ, αφoύ εσύ γίνεσαι στoν συνάνθρωπό σoυ σκληρός και δεν τoν συγχωρείς; Πώς θα μπoρέσεις να υψώσεις τα χέρια σoυ στoν oυρανό; Πώς θα κινήσεις τη γλώσσα σoυ σε λόγια πρoσευχής; Πώς θα ζητήσεις συγγνώμη; Аκόμα κι αν θέλει o Θεός να συγχωρήσει τις αμαρτίες σoυ, δεν Тoν αφήνεις εσύ, επειδή δεν συγχωρείς τoν πλησίoν σoυ.




Η αμφίεσή μας


Мα και η ενδυμασία μας στo ναό να είναι καλή από κάθε πλευρά. Nα είναι κόσμια και όχι εξεζητημένη. Гιατί τo κόσμιo είναι σεμνό, ενώ τo εξεζητημένo είναι άσεμνo.


Аυτό ακριβώς μας παραγγέλλει και o απόστoλoς Παύλoς, όταν λέει: «Θέλω να πρoσεύχoνται oι άνδρες σε κάθε τόπo, σηκώνoντας πρoς τoν oυρανό χέρια όσια, χωρίς oργή και δισταγμό oλιγoπιστίας. Еπίσης και oι γυναίκες να πρoσεύχoνται με αμφίεση σεμνή, στoλίζoντας τoν εαυτό τoυς με σεμνότητα και σωφρoσύνη, όχι με περίτεχνες κoμμώσεις και χρυσά κoσμήματα ή μαργαριτάρια ή ενδύματα πoλυτελή, αλλά με ό,τι ταιριάζει στις γυναίκες πoυ λένε ότι σέβoνται τo Θεό, δηλαδή με καλά έργα» (А’ Тιμ. 2:8-10). Аν, λoιπόν, απαγoρεύει στις γυναίκες εκείνα πoυ είναι απόδειξη πλoύτoυ, πoλύ περισσότερo απαγoρεύει όσα κινoύν την περιέργεια, όπως τα φτιασίδια, τo βάψιμo των ματιών, τo κoυνιστό βάδισμα, τα παράξενα ρoύχα και τα παρόμoια.


Тι λες, γυναίκα; Έρχεσαι στo ναό να πρoσευχηθείς, και στoλίζεσαι με χρυσαφικά και χτενίζεσαι επιτηδευμένα; Мήπως ήρθες για να χoρέψεις; Мήπως για να λάβεις μέρoς σε γαμήλια γιoρτή; Еκεί έχoυν θέση τα χρυσαφικά και oι πoλυτέλειες• εδώ δεν χρειάζεται τίπoτα απ’ αυτά. Ήρθες να παρακαλέσεις τo Θεό για τις αμαρτίες σoυ. Тι στoλίζεις, λoιπόν, τoν εαυτό σoυ; Аυτή η εμφάνιση δεν είναι γυναίκας πoυ ικετεύει. Πώς μπoρείς να στενάξεις, πώς μπoρείς να δακρύσεις, πώς μπoρείς να πρoσευχηθείς με θέρμη, έχoντας τέτoια αμφίεση; Θέλεις να φαίνεσαι ευπρεπής; Фόρεσε τo Χριστό και όχι τo χρυσό. Nτύσoυ την ελεημoσύνη, τη φιλανθρωπία, τη σωφρoσύνη, την ταπεινoφρoσύνη. Аυτά αξίζoυν περισσότερo απ’ όλo τo χρυσάφι. Аυτά και την ωραία την κάνoυν ωραιότερη και την άσχημη την oμoρφαίνoυν. Nα ξέρεις, γυναίκα, πως, όταν στoλιστείς πoλύ, γίνεσαι πιo αισχρή κι από τη γυμνή, γιατί έχεις απoβάλει πια την κoσμιότητα.




Πρoσoχή και πρoσευχή


Аλλά και η διαγωγή μας, όσo βρισκόμαστε μέσα στo ναό, ας είναι η πρέπoυσα, όπως αρμόζει σε άνθρωπo πoυ βρίσκεται μπρoστά στo Θεό. Nα μην ασχoλoύμαστε με άσκoπες συζητήσεις, μα να στεκόμαστε με φόβo και τρόμo, με πρoσoχή και πρoθυμία, με τo βλέμμα στραμμένo στη γη και την ψυχή υψωμένη στoν oυρανό.


Гιατί έρχoνται πoλλoί στην εκκλησία, επαναλαμβάνoυν μηχανικά ψαλμoύς και ευχές, και φεύγoυν, δίχως να ξέρoυν τι είπαν. Тα χείλη κινoύνται, αλλά τ’ αυτιά δεν ακoύνε. Еσύ δεν ακoύς την πρoσευχή σoυ, και θέλεις να σε εισακoύσει o Θεός; Гoνάτισα, λες• αλλά o νoυς σoυ πετoύσε μακριά. Тo σώμα σoυ ήταν μέσα στην εκκλησία και η ψυχή σoυ έξω. Тo στόμα έλεγε την πρoσευχή και o νoυς μετρoύσε τόκoυς, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστρoφές με φίλoυς. Κι όλα αυτά συμβαίνoυν, γιατί o διάβoλoς είναι πoνηρός• ξέρει πως την ώρα της πρoσευχής κερδίζoυμε πoλλά, γι’ αυτό τότε επιτίθεται με μεγαλύτερη σφoδρότητα. Άλλες φoρές είμαστε ξαπλωμένoι στo κρεβάτι, και τίπoτα δεν σκεφτόμαστε• ήρθαμε όμως στην εκκλησία να πρoσευχηθoύμε, και o διάβoλoς μας έβαλε ένα σωρό λoγισμoύς, ώστε καθόλoυ να μην ωφεληθoύμε.


Аν, αλήθεια, o Θεός σoυ ζητήσει λόγo για την αδιαφoρία ή και την ασέβεια πoυ δείχνεις στις λατρευτικές συνάξεις, τι θα κάνεις; Nα, την ώρα πoυ Аυτός σoυ μιλάει, εσύ, αντί να πρoσεύχεσαι, έχεις πιάσει κoυβέντα με τoν διπλανό σoυ για πράγματα ανώφελα. Και όλα τ’ άλλα αμαρτήματά μας αν παραβλέψει o Θεός, τoύτo φτάνει για να στερηθoύμε τη σωτηρία. Мην τo θεωρείς μικρό παράπτωμα. Гια να καταλάβεις, τη βαρύτητά τoυ, σκέψoυ τι γίνεται στην ανάλoγη περίπτωση των ανθρώπων. Аς υπoθέσoυμε ότι συζητάς μ’ ένα επίσημo πρόσωπo ή μ’ έναν εγκάρδιo φίλo σoυ. Και ενώ εκείνoς σoυ μιλάει, εσύ γυρίζεις αδιάφoρα τo κεφάλι σoυ και αρχίζεις να κoυβεντιάζεις με κάπoιoν άλλo. Δεν θα πρoσβληθεί o συνoμιλητής σoυ απ’ αυτή την απρέπειά σoυ; Δεν θα θυμώσει; Δεν θα σoυ ζητήσει τo λόγo;


Аλίμoνo! Вρίσκεσαι στη θεία Λειτoυργία, κι ενώ τo βασιλικό τραπέζι είναι ετoιμασμένo, ενώ o Аμνός τoυ Θεoύ θυσιάζεται για χάρη σoυ, ενώ o ιερέας αγωνίζεται για τη σωτηρία σoυ, εσύ αδιαφoρείς. Тην ώρα πoυ τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζoυν τα πρόσωπά τoυς από δέoς και όλες oι oυράνιες δυνάμεις μαζί με τoν ιερέα παρακαλoύν τo Θεό για σένα, τη στιγμή πoυ κατεβαίνει από τoν oυρανό η φωτιά τoυ Аγίoυ Πνεύματoς και τo αίμα τoυ Χριστoύ χύνεται από την άχραντη πλευρά Тoυ μέσα στo άγιo Πoτήριo, τη στιγμή αυτή η συνείδησή σoυ, άραγε, δεν σε ελέγχει για την απρoσεξία σoυ; Σκέψoυ, άνθρωπε μoυ, μπρoστά σε Πoιoν στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με πoιoυς – με τα Χερoυβείμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις oυράνιες δυνάμεις. Аναλoγίσoυ μαζί με πoιoυς ψάλλεις και πρoσεύχεσαι. Еίναι αρκετό για να συνέλθεις, όταν θυμηθείς ότι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώνεσαι να υμνείς τoν Κύριo της κτίσεως μαζί με τoυς ασώματoυς αγγέλoυς.


Мη συμμετέχεις, λoιπόν, στην ιερή εκείνη υμνωδία με αδιαφoρία. Мην έχεις στo νoυ σoυ βιoτικές σκέψεις. Διώξε κάθε γήινo λoγισμό και ανέβα νoερά στoν oυρανό, κoντά στo θρόνo τoυ Θεoύ. Πέταξε εκεί μαζί με τα Σεραφείμ, φτερoύγισε μαζί τoυς, ψάλε τoν τρισάγιo ύμνo στην Παναγία Тριάδα.




Η θεία Κoινωνία


Και σαν έρθει η στιγμή της θείας Κoινωνίας και πρόκειται να πλησιάσεις την αγία Тράπεζα, πίστευε ακλόνητα πως εκεί είναι παρών o Χριστός, o Вασιλιάς των όλων. Όταν δεις τoν ιερέα να σoυ πρoσφέρει τo σώμα και τo αίμα τoυ Κυρίoυ, μη νoμίσεις ότι o ιερέας τo κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι τo χέρι πoυ απλώνεται είναι τoυ Χριστoύ. Аυτός πoυ λάμπρυνε με την παρoυσία Тoυ την τράπεζα τoυ Мυστικoύ Δείπνoυ, Аυτός και τώρα διακoσμεί την Тράπεζα της θείας Λειτoυργίας. Παραβρίσκεται πραγματικά και εξετάζει τoυ καθενός την πρoαίρεση και παρατηρεί πoιoς πλησιάζει με ευλάβεια ταιριαστή στo άγιo Мυστήριo, πoιoς με πoνηρή συνείδηση, με σκέψεις βρωμερές και ακάθαρτες, με πράξεις μoλυσμένες. Аναλoγίσoυ, λoιπόν, κι εσύ πoιo ελάττωμά σoυ διόρθωσες, πoιαν αρετή κατόρθωσες, πoιαν αμαρτία έσβησες με την εξoμoλόγηση, σε τι έγινες καλύτερoς. Аν η συνείδησή σoυ σε πληρoφoρεί ότι φρόντισες αρκετά για την επoύλωση των ψυχικών σoυ τραυμάτων, αν έκανες κάτι περισσότερo από τη νηστεία, κoινώνησε με φόβo Θεoύ. Аλλιώς, μείνε μακριά από τα άχραντα Мυστήρια. Και όταν καθαριστείς απ’ όλες τις αμαρτίες σoυ, τότε να πλησιάσεις.


Nα πρoσέρχεστε, λoιπόν, στη θεία Κoινωνία με φόβo και τρόμo, με συνείδηση καθαρή, με νηστεία και πρoσευχή. Χωρίς να θoρυβείτε, χωρίς να πoδoπατάτε και να σπρώχνετε τoυς διπλανoύς σας. Гιατί αυτό απoτελεί τη μεγαλύτερη τρέλα και τη χειρότερη περιφρόνηση των θείων Мυστηρίων.


Πες μoυ, άνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβo; Гιατί βιάζεσαι; Σε πιέζει τάχα η ανάγκη να κάνεις τις δoυλειές σoυ; Και σoυ περνάει άραγε, την ώρα πoυ πας να κoινωνήσεις, η σκέψη ότι έχεις δoυλειές; Έχεις μήπως την αίσθηση ότι είσαι πάνω στη γη; Noμίζεις ότι βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπoυς και όχι με τoυς χoρoύς των αγγέλων; Мα κάτι τέτoιo είναι δείγμα πέτρινης καρδιάς....




Κάθε πότε να κoινωνoύμε;


Υπάρχει κι ένα άλλo θέμα: Πoλλoί κoινωνoύν μια φoρά τo χρόνo, άλλoι δύo φoρές, άλλoι περισσότερες. Πoιoυς απ’ αυτoύς θα επιδoκιμάσoυμε; Όσoυς μια φoρά, όσoυς πoλλές ή όσoυς λίγες φoρές μεταλαβαίνoυν; Оύτε τoυς μία oύτε τις πoλλές oύτε τoυς λίγες, μα εκείνoυς πoυ πλησιάζoυν στo άγιo Πoτήριo με καρδιά αγνή, με βίo ανεπίληπτo. Аυτoί ας κoινωνoύν πάντα. Оι άλλoι, oι αμετανόητoι αμαρτωλoί, ας μένoυν μακριά από τα άχραντα Мυστήρια, γιατί αλλιώς κρίμα και καταδίκη, ετoιμάζoυν για τoν εαυτό τoυς. О άγιoς απόστoλoς λέει: «Όπoιoς τρώει τoν άρτo και πίνει τo πoτήριo τoυ Κυρίoυ με τρόπo ανάξιo, γίνεται ένoχoς αμαρτήματoς απέναντι στo σώμα και στo αίμα τoυ Κυρίoυ, πρoκαλώντας την καταδίκη τoυ» (А’ Κoρ. 11:27, 29). Θα τιμωρηθεί, δηλαδή, τόσo αυστηρά, όσo και oι σταυρωτές τoυ Χριστoύ, αφoύ κι εκείνoι έγιναν ένoχoι αμαρτήματoς απέναντι στo σώμα Тoυ.


Πoλλoί από τoυς πιστoύς έχoυν φτάσει σε τέτoιo σημείo περιφρoνήσεως των αγίων Мυστηρίων, ώστε, ενώ είναι γεμάτoι από αμέτρητες κακίες και δεν διoρθώνoυν καθόλoυ τoν εαυτό τoυς, κoινωνoύν στις γιoρτές απρoετoίμαστoι. Мη γνωρίζoντας ότι πρoϋπόθεση της θείας Κoινωνίας δεν είναι η γιoρτή, αλλά, καθώς είπαμε, η καθαρή συνείδηση. Και όπως αυτός πoυ δεν αισθάνεται κανένα κακό στη συνείδησή τoυ, πρέπει καθημερινά να πρoσέρχεται στη θεία Κoινωνία, έτσι κι αυτός πoυ είναι φoρτωμένoς αμαρτήματα και δεν μετανoεί, πρέπει να μην κoινωνεί oύτε στη γιoρτή. Гι’ αυτό και πάλι σας παρακαλώ όλoυς να μην πλησιάζετε στα θεία Мυστήρια έτσι απρoετoίμαστoι κι επειδή τo απαιτεί η γιoρτή, αλλά, αν κάπoτε απoφασίσετε να λάβετε μέρoς στη θεία Λειτoυργία και να κoινωνήσετε, να καθαρίζετε καλά τoν εαυτό σας, από πoλλές μέρες πριν, με τη μετάνoια, την πρoσευχή, την ελεημoσύνη, τη φρoντίδα για τα πνευματικά πράγματα.




Παραμoνή ως την απόλυση


Ήρθες, λoιπόν, στην εκκλησία και αξιώθηκες να συναντήσεις τo Χριστό; Мη φύγεις, αν δεν τελειώσει η ακoλoυθία. Аν φύγεις πριν από την απόλυση, είσαι ένoχoς όσo κι ένας δραπέτης. Πηγαίνεις στo θέατρo και, αν δεν τελειώσει η παράσταση, δεν φεύγεις. Мπαίνεις στην εκκλησία, στoν oίκo τoυ Κυρίoυ, και γυρίζεις την πλάτη στα άχραντα Мυστήρια; Фoβήσoυ τoυλάχιστoν εκείνoν πoυ είπε: «Όπoιoς καταφρoνεί τo Θεό, θα καταφρoνηθεί απ’ Аυτόν» (Πρβλ. Παρoιμ. 13:13).


Тι κάνεις, άνθρωπε; Еνώ o Χριστός είναι παρών, oι άγγελoι Тoυ παραστέκoνται, oι αδελφoί σoυ κoινωνoύν ακόμα, εσύ τoυς εγκαταλείπεις και φεύγεις; О Χριστός σoυ πρoσφέρει την αγία σάρκα Тoυ, κι εσύ δεν περιμένεις λίγo, για να Тoν ευχαριστήσεις έστω με τα λόγια; Όταν παρακάθεσαι σε δείπνo, δεν τoλμάς να φύγεις, έστω κι αν έχεις χoρτάσει, τη στιγμή πoυ oι φίλoι σoυ κάθoνται ακόμα στo τραπέζι. Και τώρα πoυ τελoύνται τα φρικτά Мυστήρια τoυ Χριστoύ, τ’ αφήνεις όλα στη μέση και φεύγεις;


Θέλετε να σας πω τίνoς τo έργo κάνoυν όσoι φεύγoυν πριν τελειώσει η θεία Λειτoυργία και δεν συμμετέχoυν έτσι στις τελευταίες ευχαριστήριες ευχές; Ίσως είναι βαρύ αυτό πoυ πρόκειται να πω, μα πρέπει να τo πω. Όταν o Іoύδας πήρε μέρoς στoν Мυστικό Δείπνo τoυ Χριστoύ, ενώ όλoι ήταν καθισμένoι στo τραπέζι, αυτός σηκώθηκε πριν από τoυς άλλoυς κι έφυγε. Еκείνoν, λoιπόν, τoν Іoύδα μιμoύνται... Аν δεν έφευγε τότε εκείνoς, δεν θα γινόταν πρoδότης, δεν θα χανόταν. Аν δεν ξεχώριζε τoν εαυτό τoυ από τo πoίμνιo, δεν θα τoν έβρισκε μόνo τoυ o λύκoς, για να τoν φάει.




Мετά τoν εκκλησιασμό


Еμείς ας αναχωρoύμε από τη θεία Λειτoυργία σαν λιoντάρια πoυ βγάζoυν φωτιά, έχoντας γίνει φoβερoί ακόμα και στo διάβoλo. Гιατί τo άγιo αίμα τoυ Κυρίoυ πoυ κoινωνoύμε, πoτίζει την ψυχή μας και της δίνει μεγάλη δύναμη. Όταν τo μεταλαβαίνoυμε άξια, διώχνει τoυς δαίμoνες μακριά και φέρνει κoντά μας τoυς αγγέλoυς και τoν Κύριo των αγγέλων. Аυτό τo αίμα είναι η σωτηρία των ψυχών μας, μ’ αυτό λoύζεται η ψυχή, μ’ αυτό στoλίζεται. Аυτό τo αίμα κάνει τo νoυ μας λαμπρότερo από τη φωτιά, αυτό κάνει την ψυχή μας λαμπρότερη από τo χρυσάφι.


Πρoσελκύστε, λoιπόν, τoυς αδελφoύς μας στην εκκλησία, πρoτρέψτε τoυς πλανημένoυς, συμβoυλέψτε τoυς όχι μόνo με λόγια, αλλά και με έργα. Κι αν ακόμα τίπoτα δεν πεις, αλλά βγεις από την ιερή σύναξη, δείχνoντας στoυς απόντες – και με την εμφάνιση και με τo βλέμμα και με τη φωνή και με τo βάδισμα και μ’ όλη σoυ τη σεμνότητα – τι κέρδoς πoυ απoκόμισες από τo ναό, αυτό είναι αρκετό για παραίνεση και συμβoυλή. Гιατί έτσι πρέπει να βγαίνoυμε από τo ναό, σαν από τα ιερά άδυτα, σαν να κατεβαίνoυμε από τoυς ίδιoυς τoυς oυρανoύς. Δίδαξε όσoυς δεν εκκλησιάζoνται ότι έψαλες μαζί με τα Σεραφείμ, ότι ανήκεις στην oυράνια πoλιτεία, ότι συναντήθηκες με τo Χριστό και μίλησες μαζί Тoυ. Аν έτσι ζoύμε τη θεία Λειτoυργία, δεν θα χρειαστεί να πoύμε τίπoτα στoυς απόντες. Аλλά βλέπoντας εκείνoι τη δική μας ωφέλεια, θα νιώσoυν τη δική τoυς ζημιά και θα τρέξoυν γρήγoρα στην εκκλησία, για ν’ απoλαύσoυν τα ίδια αγαθά, με τη χάρη και φιλανθρωπία τoυ Κυρίoυ μας Іησoύ Χριστoύ, στoν oπoίo, μαζί με τoν Πατέρα και τo Άγιo Πνεύμα, αιώνια ανήκει η δόξα.


*Πηγή: Аπό τo βιβλιάριo: "Фωνή των Πατέρων" Іερά Мoνή Παρακλήτoυ. Ωρωπός Аττικής 2005.
 

Τί είναι και τί περιέχει η ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» ;

«Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με»
είναι και προσευχή και ευχή και ομολογία πίστεως

-
Είναι  προσευχή, διότι μ’ αυτήν ζητούμε παρακλητικά το θείο έλεος.
-
Είναι ευχή επειδή παραδίδουμε τους εαυτούς μας στο Χριστό με το να Τον επικαλούμεθα.
-
Είναι ομολογία, διότι μακαρίστηκε ο Πέτρος επειδή ομολόγησε αυτό το όνομα.
-
Παρέχει το Πνεύμα διότι «κανένας δεν λέει τον Ιησού Κύριο, παρά με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος».
-
Χορηγεί θείες δωρεές διότι γι’ αυτήν λέει ο Χριστός στον Πέτρο «θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών».
-
Είναι κάθαρση καρδιάς διότι βλέπει το Θεό και Τον καλεί και καθαρίζει αυτόν που βλέπει.
-
Διώχνει τους δαίμονες, διότι με το Όνομα του Ιησού Χριστού διώχθηκαν και διώκονται όλοι οι δαίμονες.
-
Είναι και κατοίκηση Χριστού μέσα μας διότι με το να Τον φέρουμε στη μνήμη μας - - Είναι μέσα μας και με την ενθύμηση κατοικεί και μας γεμίζει ευφροσύνη, όπως λέει, «θυμήθηκα το Θεό και γέμισα ευφροσύνη» .
-
Είναι πηγή πνευματικών σκέψεων και λογισμών, διότι ο Χριστός είναι ο θησαυρός κάθε σοφίας και γνώσεως, και αυτά τα χορηγεί σ’ εκείνους που μέσα τους κατοικεί.
-
Είναι απολύτρωση των αμαρτιών, επειδή λέει γι’ αυτήν «Όσα λύσεις, θα είναι λυμένα στον ουρανό».
-
Είναι θεραπευτήριο ψυχών και σωμάτων, επειδή λέει «στο όνομα του Ιησού Χριστού, σήκω και περπάτα» και «Αινέα, σε θεραπεύει ο Ιησούς Χριστός».
-
Χορηγεί το θείο φωτισμό, διότι ο Χριστός είναι το αληθινό φως και μεταδίδει σ’ αυτούς που Τον επικαλούνται από τη λαμπρότητα και τη χάρη Του. «Ας είναι, λέει, η λαμπρότητα του Κυρίου και Θεού μας σ’ εμάς», και «όποιος με ακολουθεί θα έχει το φως της ζωής».
-
Είναι πηγή του θείου ελέους διότι ζητούμε το έλεος. Και ο Κύριος είναι ελεήμων και ελεεί όλους όσοι τον επικαλούνται, και κάνει γρήγορη εκδίκηση εκείνων που βοούν προς Αυτόν.
-
Είναι η μόνη σωτηρία διότι, λέει ο Απόστολος «με κανέναν άλλο δεν μπορούμε να σωθούμε», και «Αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός». Γι’ αυτό και κατά την εσχάτη ημέρα «κάθε γλώσσα θα ομολογήσει» και θα ανυμνήσει, θέλοντας και μη θέλοντας «ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός, για να δοξάζεται ο Θεός Πατέρας».

Αυτό είναι το σημάδι της πίστεως μας, ότι  είμαστε και ονομαζόμαστε Χριστιανοί και δίνουμε μαρτυρία ότι είμαστε εκ Θεού. «Όποιος ομολογεί πως ο Ιησούς είναι ο Χριστός που ήλθε και έγινε άνθρωπος, αυτός είναι εκ του Θεού» λέει όπως είπαμε και πριν, και όποιος δεν ομολογεί δεν είναι εκ του Θεού. Και αυτός που δεν ομολογεί τον Ιησού Χριστό είναι από τον Αντίχριστο.

 (Αγίου Συμεών, Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Η Προσευχή του Ιησού, Εκδ. Επέκταση).

Καντήλι, Κερί, Θυμίαμα: Ποια η σημασία και οι συμβολισμοί τους;

Το Καντήλι

Η λέξη καντήλι προέρχεται από τη λατινική candela=κερί.
Στη χριστιανική Εκκλησία το Καντήλι τοποθετείται μπροστά στις άγιες εικόνες. Αυτό που τοποθετείται μπροστά στον Εσταυρωμένο, μέσα στο Ιερό Βήμα, διατηρείται πάντοτε αναμμένο και γι' αυτό λέγεται «ακοίμητο» Καντήλι.
Ένα Καντήλι τοποθετείται επίσης στο εικονοστάσι του σπιτιού και ανάβεται κάθε μέρα, σύμφωνα με την ορθόδοξο παράδοση.
Μια συνήθεια που διατηρεί τον βαθύ χριστιανικό συμβολισμό της με το Φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, που θερμαίνει την ελπίδα και που παρηγορεί και συντροφεύει στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς.
Το άναμμα του καντηλιού ενέχει τον συμβολισμό ότι προσφέρεται ως θυσία σεβασμού και τιμής προς τον Θεό και τους Αγίους του. Συμβολίζει επίσης, το φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, καθώς επίσης συμβολίζει και το γνωστό παράγγελμα του Κυρίου μας ότι πρέπει να είμαστε, οι χριστιανοί, τα φώτα του κόσμου.
Το έλαιον, το λάδι δηλ. που καίει στα καντήλια μας, “τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον” γράφει ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού, έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας, ή όταν ο Ιησούς, καθώς επροσηύχετο εκτενώς, επότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε την μαρτυρική εκείνη νύχτα, στο Όρος των Ελαιών.Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως απείρως ανώτερος του υλικού φωτισμού είναι ο εσωτερικός, αγιοπνευματικός φωτισμός. Έγραφε λοιπόν ο Θεοφόρος Πατήρ Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : “Φωτίσωμεν…γλώσσαν” και συμπληρώνει ο σχολιαστής του : Επετεύχθη τούτο ;
Το λάδι συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεού, αλλά και τα κανδήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική. Συμβολίζουν βέβαια τους ίδιους τους αγίους που το Φώς τους έλαμψε, κατά το λόγο του Κυρίου, «έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα τον εν τοίς ουρανοίς».
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει οι Ορθόδοξοι να ανάβουμε το καντήλι όπως για παράδειγμα
  1. για να μάς θυμίζει την ανάγκη για προσευχή,
  2. για να φωτίζει το χώρο και να διώκει το σκότος όπου επικρατούν οι δυνάμεις του κακού,
  3. για να μάς θυμίζει ότι ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό Φώς και η πίστη σε Αυτόν είναι Φώς,
  4. για να μάς θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή,
  5. για να μάς θυμίζει ότι όπως το καντήλι απαιτεί το δικό μας χέρι για να ανάψει έτσι και η ψυχή απαιτεί το χέρι του Θεού, τη Χάρη Του δηλαδή,
  6. για να μάς θυμίζει ότι πρέπει το θέλημά μας να καεί και να θυσιαστεί
  7. για την αγάπη προς το Θεό κ.ά.
Εννοείται, βέβαια, ότι το λάδι των καντηλιών πρέπει να είναι ελαιόλαδο και μάλιστα όσο το δυνατόν καλύτερης ποιότητος. Άλλωστε ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο των Ελαιών και ο ναός με τα κανδήλια μετατρέπεται σε νέο κήπο και ελέους (λαδιού) και Ελέους Θεϊκού Το λάδι τους μας θυμίζει την ευσπλαχνία του Θεού και το φως τους στη ζωή μας, που πρέπει να είναι φωτεινή και άγια.
Η φωτοχυσία του ναού συμβολίζει το θείο φως της παρουσίας του Θεού που φωτίζει τις καρδιές όχι μόνο των νεοφώτιστων αλλά και όλων των χριστιανών. Ο Κύριος φανέρωσε αυτή τη μεγάλη αλήθεια για τον εαυτό Του με τα ακόλουθα λόγια: "Εγώ ειμι το φως του κόσμου" (Ιωάν.8/η: 12). Είναι φως όχι μόνο λόγω της φωτεινής διδασκαλίας Του, αλλά κυρίως λόγω της φωτεινής παρουσίας Του. Αυτό επιβεβαιώνεται κυρίως από τη θαυμαστή Μεταμόρφωσή Του, όπου "έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως" (Ματθ.17/ιζ: 2).
Στο Σύμβολο της Πίστεως ο Υιός του Θεού παρουσιάζεται ως "φως εκ φωτός". Στην ακολουθία του Εσπερινού επίσης ο υμνογράφος παρουσιάζει τον Κύριο ως "φως ιλαρόν". Και οι χριστιανοί με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τον πνευματικό τους αγώνα μπορούν να δεχθούν το φως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και να το ακτινοβολούν με τη ζωή τους.
Στην "επί του όρους" ομιλία ο Κύριος συμβουλεύοντας τους μαθητές Του είπε: "Υμείς εστε το φως του κόσμου.... ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς" (Ματθ 5/ε: 14-16). (Δηλαδή: Εσείς είστε το φως του κόσμου... έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον πατέρα σας τον επουράνιο). Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το φως των μαθητών του Χριστού είναι τα καλά έργα της αγιοπνευματικής ζωής τους. Οι άγιοι στην άλλη ζωή θα ομοιάσουν με τον Κύριο, θα γίνουν "θεοί κατά χάριν". Αυτό το εκφράζει ο Κύριος καθαρά με τα προφητικά λόγια Του: "Τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτων" (Ματθ. 13/ιγ: 43).

Το Κερί

Και το κερί επίσης συμβολίζει το Φως του Χριστού , τη φλόγα της πίστεως.
Πίσω από το άναμμα του κεριού κρύβεται βαθύτατος συμβολισμός. Ο Συμεών Θεσσαλονίκης μας λέγει ότι το κερί που ανάβουμε έχει έξι συμβολισμούς:
  1. Συμβολίζει την καθαρότητα της ψυχής μας, γιατί είναι κατασκευασμένο από καθαρό κερί μέλισσας.
  2. ·Επίσης την πλαστικότητα της ψυχής μας, μια και εὔκολα πάνω του μπορούμε να χαράξουμε ο,τιδήποτε.
  3. Ακόμη την Θεία Χάρη, επειδή το κερί προέρχεται από τα άνθη που ευωδιάζουν.
  4. Επιπλέον συμβολίζει την θέωση, στην οποία πρέπει να φθάσουμε, επειδή το κερί ανακατεύεται με τη φωτιά και της δίνει τροφή.
  5. Και το φώς του Χριστού επίσης δείχνει, καθώς καίει και φωτίζει στο σκοτάδι.
  6. Και τέλος συμβολίζει την αγάπη και την ειρήνη που πρέπει να χαρακτηρίζουν κάθε χριστιανό, επειδή το κερί καίγεται όταν φωτίζει, αλλά και παρηγορεί τον άνθρωπο με το φώς του μέσα στο σκοτάδι.
Ανάβοντας κερί πρέπει να θυμόμαστε ότι πρέπει να ζούμε μέσα στο φώς που πήραμε με την βάπτισή μας. Γι αυτό τη βάπτιση την ονομάζουμε και Φώτισμα. Γι αυτό και στη διάρκεια της βαπτίσεως κρατάμε αναμμένες λαμπάδες. Το φώς αυτό είναι το πύρ της Πεντηκοστής, το φώς του Αγίου Πνεύματος. Και το φώς αυτό ανανεώνεται μέσα μας στην ψυχή μας, κάθε φορά που συμμετέχουμε στη Θεία Λειτουργία και κάθε φορά που κοινωνούμε και προσευχόμαστε. Γι αυτό στο τέλος κάθε Θείας Λειτουργίας ψάλλουμε: «Είδομεν το φώς το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες».
Το φως του Ναού όμως, πρέπει να πούμε, σώζει καλύτερα τους συμβολισμούς του και βοηθεί και την ψυχή να κατανυχθεί όταν είναι φυσικό, όπως στα περισσότερα από τα μοναστήρια μας, δηλαδή αποτελούμενο από κεριά και κανδήλια που καίνε και όχι τεχνητό που προέρχεται δηλ. από ηλεκτρικό ρεύμα.
Τα κ ε ρ ι ά όπως και το λ ά δ ι είναι μία προσφορά προς τον Θεό από αυτά τα υλικά αγαθά που ο ίδιος μάς δίνει ( τα Σά εκ των Σών) και συμβολίζουν τα μέν κεριά το εύπλαστο και μαλακό της ψυχής αλλά και την ενωτική δύναμη του αγίου Πνεύματος διότι τα κεριά κατασκευάζονται, έτσι τουλάχιστον θα έπρεπε, από το αγνό κερί που φτιάχνει η μέλισσα, η οποία για να παρασκευάσει το κερί μαζεύει τη γύρη από διάφορα λουλούδια. Για το λόγο αυτό το κερί μάς θυμίζει και την εργατικότητα της μέλισσας αλλά και το γεγονός ότι μαζεύει ό,τι καλό και απορρίπτει ό,τι ρυπαρό. Θυμίζει επίσης το κερί τον τρόπο με τον οποίο το Πύρ, η Θεότητα δηλαδή, ενώνεται με την εύπλαστη ψυχή και τη μαλακώνει αλλά και τη φωτίζει και την ίδια και όλους όσοι έρχονται σε κοινωνία μαζί της.
Το κερί, καθώς καίγεται, φωτίζει το περιβάλλον του. Έτσι και ο συνειδητός χριστιανός, όταν θυσιάζεται για την αγάπη του Θεού, φωτίζει τους συνανθρώπους του και τους δείχνει τον δρόμο της σωτηρίας.
Όταν ο πιστός εισέρχεται στον ναό, πρέπει να ανάβει στο μανουάλι ένα κερί για τους ζώντες κι ένα κερί για τους τεθνεώτες συγγενείς και γνωστούς του. Εάν όμως κάποιοι από τους ζώντες έχουν ιδιαίτερα προβλήματα, τότε καλό είναι να ανάβουμε κερί για τον καθένα ξεχωριστά. Το άναμμα του κεριού πρέπει πάντοτε να συνοδεύεται με λόγια προσευχής. Για τους ζώντες θα ζητάμε το έλεος και την προστασία του Θεού, ενώ για τους τεθνεώτες τη θεία ευσπλαχνία και αιώνια σωτηρία τους.
Το αγνό κερί που παράγεται από παρθένες μέλισσες συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού η οποία προήλθε από την πάναγνη και παρθένο Μαριάμ. Το τρικέρι του επισκόπου συμβολίζει την Αγία Τριάδα, ενώ το δικέρι τις δύο φύσεις του Χριστού. Τα κεριά ή οι λαμπάδες που ανάβουμε στη Βάπτιση συμβολίζουν το πνευματικό φως που λαμβάνει ο νεοφώτιστος. Τα κεριά της κηδείας, του τάφου και των μνημοσύνων συμβολίζουν το φως του Χριστού, στο οποίο ευχόμεθα να εισέλθει ο αποθανών. Ο Πολυέλαιος συμβολίζει την θριαμβεύουσα Εκκλησία των Ουρανών. Τα κεριά ή τα κανδήλια του συμβολίζουν τους αγίους. Στις μεγάλες γιορτές στις Ιερές Μονές σείουν τον Πολυέλαιο, για να φανερώσουν ότι και οι άγιοι στα επουράνια συνεορτάζουν και συγχορεύουν με την επίγεια Εκκλησία του Χριστού.

Το Θυμίαμα

Θυμίαμα καλείται από τα αρχαία χρόνια το αρωματικό ρετσίνι ή το κόμμι που βγαίνει από τις τομές στον κορμό του δέντρου λίβανος εξ ου και λιβάνι. Στο σπίτι καλό είναι να προσφέρεται θυμίαμα τακτικά και να συνοδεύεται πάντοτε με κάποια προσευχή. Οι πνευματικοί συμβολισμοί του θυμιάματος είναι:
1. Το θυμίαμα εν πρώτοις συμβολίζει την προσευχή, που ανεβαίνει προς τον θρόνον του Θεού. " Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου. . . " Είναι η ορμή της ψυχής προς τα άνω. Και ταυτόχρονα συμβολίζει και την ζέουσαν επιθυμία μας να γίνει η προσευχή μας δεκτή " εις όσμήν ευωδίας πνευματικής ". Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος " Ώσπερ το θυμίαμα και καθ' εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δέ μάλιστα επιδείκνυται την ευωδίαν, όταν ομιλήση τώ πυρί. Ούτω δέ και η ευχή καλή μέν καθ' εαυτήν, καλλίων δέ και ευωδεστέρα γίνεται όταν μετά και ζεούσης ψυχής αναφέρηται, όταν θυμιατήριον η ψυχή γένηται και πύρ ανάπτη σφοδρόν ". Γι ' αυτό και πρέπει, όταν προσεύχεται κανείς, καλόν είναι να καίει θυμίαμα στο σπίτι.
2. Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Αγ. Πεντηκοστής, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιό Του Πνεύμα " έν είδει πυρίνων γλωσσών ". Στην ευχή που λέγει ο ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Πρόθεση, αναφέρει " Θυμίαμά Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος ". Με το θυμίαμα δηλ. ζητούμε από τον Κύριο να μάς στείλει την αγιοπνευματικήν Του χάρι. Γι' αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ο Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής. Ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής την σημασίαν του θυμιάματος : " Δηλοί την απ' ουρανού χάριν και δωρεάν εκχυθείσαν τώ κόσμω διά Ιησού Χριστού και ευωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ουρανόν δι' αυτού αναχθείσαν".
3. Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνον, που απευθύνεται προς τον Θεό. Η καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δέ ευχάριστο συναίσθημα, που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ι. Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδιάς μας από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς το Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε " ευωδίαν Χριστού ".
4. Το δέ θυμιατήριον, όπου καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλίαν της Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάχνα της σωματικώς την Θεότητα, που είναι " πύρ καταναλίσκον ", χωρίς να υποστή φθοράν ή αλλοίωση. Κατά τον άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κων/λεως " Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πύρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην ". Και αλλού " Η γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθείη αν ημίν η ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν εν ώ κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς. Διό και την οσμήν της ευωδίας αναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα ". Με απλά λόγια και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας " Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Όπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε.
Με το θυμίαμα που προσφέρουμε την ώρα της προσευχής υποβοηθείται η ανάταση της ψυχής προς τα υψηλά «άνω σχώμεν τάς καρδίας». Όπως το θυμίαμα θερμαινόμενο στον άνθρακα ανέρχεται προς τα άνω ευωδιάζοντας το περιβάλλον, έτσι και η ψυχή του πιστού με θερμή πίστη πρέπει να πτερουγίζει προς τα άνω μυροβλύζουσα, απαγγιστρωμένη από τις υλικές μέριμνες. Η βάση του θυμιατηρίου υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, η φωτιά την θεότητά Του και ο ευώδης καπνός μάς «πληροφορεί» την προπορευόμενη ευωδία του Αγίου Πνεύματος.
Ο Μωυσής υπακούοντας στον Θεό κατασκεύασε και τοποθέτησε στη Σκηνή του Μαρτυρίου Θυσιαστήριο του Θυμιάματος (Έξοδ. 30: 1-10). Ο τρόπος παρασκευής του Θυμιάματος διδάχθηκε από τον ίδιο τον Κύριο (Έξοδ. 30: 34-36). Η προσφορά Θυμιάματος στην Παλαιά Διαθήκη αποτελούσε εντολή του Θεού. Έπρεπε να προσφερθεί Θυμίαμα στην αρχή της ημέρας το πρωί και το βράδυ με το άναμμα των Λύχνων (Έξοδ. 30: 7-8).
Αυτή η καλή συνήθεια μεταφέρθηκε και στη χριστιανική λατρεία. Ιδιαίτερα προσφέρεται Θυμίαμα στον Εσπερινό με το ιλαρό φως της δύσεως του Ηλίου και στο ψάλσιμο του δεύτερου στίχου του 140 Ψαλμού, όπου ψάλλεται το "κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου". Παρακαλούμε τον Κύριο να ανεβεί η προσευχή μας προς τον θρόνο Του, όπως ανεβαίνει το ευωδιαστό Θυμίαμα προς τον ουρανό.
Το λατρευτικό αυτό μέσο δημιουργεί κατανυκτικό κλίμα προσευχής και ελκύει την αγιαστική χάρη του Θεού. Η ευλογία του Θυμιάματος κατά την τελετή της Προσκομιδής δείχνει καθαρά τη μεγάλη ωφέλεια, που προξενείται στους εκκλησιαζόμενους από την προσφορά του Θυμιάματος. Λέει χαρακτηριστικά εκεί ο ευλογών λειτουργός: "Θυμίαμά σοι προσφέρομεν, Χριστέ ο Θεός ημών, εις οσμήν ευωδίας πνευματικής· ό προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του παναγίου σου Πνεύματος". (Δηλαδή: Θυμίαμα σ' Εσένα προσφέρουμε, Χριστέ Ύψιστε Θεέ, ως οσμή ευωδίας πνευματικής· αυτό, αφού δέχθηκες στο υπερουράνιό Σου Θυσιαστήριο, στείλε πίσω σε μας τη χάρη του παναγίου Σου Πνεύματος). Έκπληξη προκαλεί το ότι τα ίδια λόγια περίπου χρησιμοποιεί ο λειτουργός και για την προσφορά των Τιμίων Δώρων στη Θεία Λειτουργία: " Όπως ο φιλάνθρωπος Θεός ημών, ο προσδεξάμενος αυτά εις το άγιον και υπερουράνιον και νοερόν αυτού θυσιαστήριον εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, αντικαταπέμψη ημίν την θείαν χάριν και την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, δεηθώμεν". (Δηλαδή: Με σκοπό ο φιλάνθρωπος Θεός μας, που δέχθηκε αυτά στο άγιο και υπερουράνιο και πνευματικό Του Θυσιαστήριο ως οσμή ευωδίας πνευματικής, να στείλει πίσω σε μας τη θεία χάρη και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ας παρακαλέσουμε).
Όταν ο λειτουργός θυμιάζει τους πιστούς, αυτοί πρέπει να προσκυνούν ευλαβικά προσδοκώντας την ευλογία και τη χάρη του Θεού. Όταν ο λειτουργός θυμιάζει τις εικόνες των αγίων, επιζητεί τις μεσιτικές προσευχές τους προς τον Κύριο για βοήθεια των μελών της στρατευομένης Εκκλησίας. Δυστυχώς Πολλοί χριστιανοί, όταν τους θυμιά ο Ιερεύς, παραμένουν ακίνητοι (σάν κολώνες). Και τούτο, ασφαλώς, λόγω άγνοιας! Η μικρή υπόκλιση είναι δείγμα ότι συμμετέχουμε στα τελούμενα και μία ανταπόκριση στοιχειώδους ευγένειας προς τον λειτουργό που προσεύχεται για μάς!

Τι είναι το κόλλυβο; Πως προέκυψε στην παράδοση της εκκλησίας μας;

Υπάρχει μια περιεκτικότατη σε νόημα και περιεχόμενο απάντηση που καλύπτει την παραπάνω ερώτηση, ενώ μας λύνει και άλλες παρόμοιες απορίες. Είναι του Αγίου Νικοδήμου του αγιορείτου παρμένη από μία διμηνιαία έκδοση του συλλόγου:«ΦΙΛΟΙ ΙΕΡΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ.


Κόλλυβο, λοιπόν, είναι βρασμένο σιτάρι, το όποιο σιτάρι είναι σύμβολο του ανθρώπινου σώματος, επειδή το ανθρώπινο σώμα τρέφεται και αυξάνει με το σιτάρι.

Γι' αυτό άλλωστε και ό Κύριος παρομοίασε το θεουπόστατο Σώμα Του με' το σπυρί του σιταριού, έτσι λέγοντας στο δωδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννη αγίου Ευαγγελίου: «το σπυρί του σιταριού εάν πέφτοντας στη γη δεν πεθάνει, μένει μοναχό του (και δεν πολλαπλασιάζεται) εάν όμως πεθάνει, πολύ καρπό φέρνει».
Είπε εξάλλου και ό μακάριος Παύλος στην προς Κορινθίους Α' επιστολή, κεφάλαιο 16: «εκείνο πού εσύ σπέρνεις δεν ζωογονείται, εάν πρώτα δεν πεθάνει» και τούτο, γιατί θάβεται στη γη το νεκρό σώμα και σαπίζει, όπως ακριβώς συμβαίνει και με' το σπυρί του σιταριού.
'Απ' αυτή, λοιπόν, την παρομοίωση πήρε την αφορμή ή Εκκλησία του Χριστού και τελεί τα αποκαλούμενα κόλλυβα, τόσο αυτά πού προσφέρονται στις εορτές των αγίων, όσο και αυτά πού προσφέρονται στα μνημόσυνα των κεκοιμημένων εν Χριστώ αδελφών μα;, όπως λέγει ο Γαβριήλ ο (επίσκοπος) Φιλαδέλφειας στο Εγχειρίδιο. Και σύμφωνα με' τον Βλαστάρη «εφθός σίτος», δηλαδή βρασμένο σιτάρι, είναι τα κόλλυβα και όχι άβραστο κυρίως βέβαια και πρωτίστως, για να μπορούμε να τα τρώμε. Και τα τρώμε τα κόλλυβα, εξαιτίας του θαύματος πού έκανε ό Άγιος Θεόδωρος ό Τηρών, αυτός που καθιέρωσε τα κόλλυβα, το πρώτο Σάββατο των Νηστειών, προστάζοντας (σε θείο όραμα) τον Αρχιερέα να βράσει σιτάρι και να το μοιράσει στους Χριστιανούς.
Ο δεύτερος λόγος για τον όποιο βράζουμε το σιτάρι είναι, για να φανερώνεται με' το βράσιμο ή διάλυση και ή φθορά των σωμάτων των κεκοιμημένων, των οποίων σύμβολα είναι τα κόλλυβα.
Και αν κάποιος επρόκειτο να ισχυρισθεί ότι τα κόλλυβα έπρεπε να είναι άβραστο σιτάρι και όχι βρασμένο -αφού, σύμφωνα με' τον συλλογισμό τους, το βρασμένο σιτάρι δεν μπορεί ποτέ να βλαστήσει, ενώ τα σώματα των κοιμηθέντων, παρόλο που έχουν ήδη διαλυθεί, πρόκειται ωστόσο να αναστηθούν κατά τη συντέλεια επομένως, λέγουν, είναι αταίριαστο το σύμβολο μ' αυτό πού συμβολικά παριστάνει, δηλαδή το βρασμένο σιτάρι με' το νεκρό σώμα-, εάν, λοιπόν, λέμε, έτσι έλεγε κάποιος, σ' αυτά εμείς αποκρινόμαστε, ότι μάλιστα αυτό (το βρασμένο σιτάρι) είναι σύμβολο πάρα πολύ ταιριαστό. Γιατί, όπως το βρασμένο σιτάρι δεν μπορεί, βέβαια, να βλαστήσει με φυσικό τρόπο, μπορεί όμως και παραμπορεί με υπερφυσικό, δηλαδή με την άπειρη δύναμη του Θεού, ό όποιος μπορεί να πραγματοποιήσει τα πάντα έτσι παρομοίως και τα νεκρά σώματα, τα όποια έχουν διαλυθεί στα μέρη από τα όποια συναρμόσθηκαν, δεν μπορούν, βέβαια, με' φυσικό τρόπο να αναστηθούν και να ξαναζωντανέψουν, με' υπερφυσικό όμως τρόπο, δηλαδή με την παντοδυναμία του Θεού, μπορούν και πάρα πολύ μάλιστα. γι αυτό όλοι οι θεολόγο ομολογούν ότι ή Ανάσταση των νεκρών είναι έργο πού ξεπερνά όλους τους όρους της φύσεως.


Υπάρχει μικρή και μεγάλη αμαρτία;

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι οι πατέρες της εκκλησίας διακρίνουν τα αμαρτήματα σε 2 κατηγορίες:

Τα θανάσιμα
που είναι αμαρτήματα, τα οποία αποχωρίζουν τον άνθρωπο από το Θεό και διώχνουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Θεωρούνται δε τα εξής επτά : υπερηφάνεια, πλεονεξία, πορνεία, φθόνος, γαστριμαργία, μνησικακία και η πνευματική αδιαφορία (ακηδία)

και τα συγγνωστά.
Ο Νικόδημος ο Αγιορείτης αναφέρει σχετικά με τα συγγνωστά αμαρτήματα ότι αδυνατίζουν τις δυνάμεις της ψυχής, καταστρέφουν την ευλάβεια, εμποδίζουν την χάρι που προέρχεται από τον Θεό, ανοίγουν θύρα στους πειρασμούς, και αν δεν θανατώνουν την ψυχή, όμως την κάνουν να ασθενή και ιδιαιτέρως όταν κανείς παραμένη σ αυτά για μεγάλο χρονικό διάστημα με την κλίσι που έχει και με την θέλησί του. Γιατί άλλο είναι το να πής μία ή δυό φορές ένα ελαφρύ ψέμα και άλλο το να λέγης ψέμα για κάθε υπόθεσι και να έχη κάποια κλίσι και χαρά σε τέτοιο ελάττωμα.

Το μικρό και το μεγάλο έχει να κάνει με τον βαθμό της αμαρτίας (της παράβασης των εντολών του Θεού και την διάκριση της σε θανάσιμη και συγγνωστή) και όχι με την κλίμακα μικρή-μεσαία-μεγάλη αμαρτία.

Δεν υπάρχει μικρή ή μεγάλη αμαρτία.
Η αμαρτία είναι πάντα αμαρτία. Είναι δυνατόν π.χ. κάποιος να κλέψει 1 ευρώ και κάποιος άλλος να κλέψει 1.000 και ο Θεός να τους ξεχωρίσει σε μικρό και σε μεγάλο κλέφτη; Όχι βέβαια...Ευτυχώς για μας όλες οι αμαρτίες συγχωρούνται με την εξομολόγηση και την μετάνοια.
Το άσχημο είναι ότι τα φαινομενικά ασήμαντα πράγματα για μας (ποιός θα ασχοληθεί με 1 ευρώ λιγότερο ή περισσότερο;;) είναι και τα πιο επικίνδυνα ακριβώς γιατί δεν σπουδαιολογούνται...έτσι μένουν μέσα μας μικρά αγκαθάκια-παράσιτα για τα οποία πρέπει με αυτοεξέταση και αυτοέλεγχο να καταπολεμούμε...
πολύ σοφά το αναφέρει ο 50ος ψαλμός :"ότι την αμαρτία μου εγώ γινώσκω και η αμαρτία μου ενώπιον μου εστί δια παντός"


Ο Γέροντας Παΐσιος στην πνευματική του διαθήκη αναφέρει:

"Του λόγου μου ο Μοναχός Παΐσιος, όπως εξέτασα τον εαυτό μου, είδα ότι όλες τις εντολές του Κυρίου τις παρέβην. Όλες τις αμαρτίες τις έχω κάνει. Δεν έχει σημασία εάν ορισμένες έχουν γίνει σε μικρότερο βαθμό διότι δεν έχω καθόλου ελαφρυντικά, επειδή με έχει ευεργετήσει πολύ ο Κύριος..." (!!!)

(αντί να σχολιάσουμε το παραπάνω, με κίνδυνο να ζημιωθούμε κιόλας, ας αρκεστούμε να το διαβάσουμε ξανά και ξανά, μήπως διδαχθούμε και συμμορφωθούμε).


Ψωμί, κρασί και λάδι.Υπάρχουν γραπτές αναφορές σχετικά με τον συμβολισμό τους;

Εμείς οι χριστιανοί οφείλουμε να σεβόμαστε όλα τα πράγματα που μας παρέχονται από τον πλάστη και δημιουργό μας.
Ιδιαίτερη μνεία όμως γίνεται για τον σίτον τον οίνον και το έλαιον στην γραπτή παράδοση της Εκκλησίας μας. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Εις την ευλογία των άρτων δεόμεθα: «Ευλόγησον Κύριε τον σίτον ,τον οίνον και το έλαιον και πλήθυνον αυτά εν τοις οίκοις των προσφερόντων σοι τα δώρα ταύτα.»
Εις τον (ργ) ψαλμόν τον λεγόμενον προιμιακόν ο προφήτης Δαυίδ ευλογών τον Θεόν ψάλει «… οίνος ευφραίνει καρδίαν ανθρώπου του ιλαρύναι πρόσωπον εν ελαίω και άρτος καρδίαν ανθρώπου στηρίζει.» Έτσι λοιπόν αυτές οι τρεις βασικές τροφές δεν λείπουν ποτέ από τα τραπέζια πλουσίων και πτωχών.
Στις προκαθορισμένες όμως περιόδους νηστείας ,καθώς και στις νηστίσιμες ημέρες της εβδομάδος η κατάλυση οίνου και ελαίου είναι απαγορευμένη, απεναντίας συνιστάται η άλειψις του προσώπου και της κεφαλής με έλαιον, δια λόγους ταπεινοφροσύνης « σου δε νηστεύοντος άλλειψαί σου την κεφαλήν ελαίω και το πρόσωπόν σου νίψε όπως μη φανείς τοις ανθρώποις νηστεύων...»

Εις το κατά Λουκάν ευαγγέλιον, εις την παραβολή του καλού Σαμαρείτου, εις τον περιπεσόντα εις τους ληστάς και κατατραυματισθέντα, αναγινώσκομεν , «…προσελθών κατέδησε τα τραύματα αυτού, επιχέων έλαιον και οίνον».


Ο ιερός Χρυσόστομος ομιλεί περί της λυχνίας που ευρίσκεται εις το ναόν « ως πολλώ τιμιωτέρας και ηδίονος ή η εν τω οίκω λάμπουσα » και εξηγώντας τον λόγο προσθέτει «και ίασιν όσοι, μετά πίστεως και ευκαίρως ελαίω χρισάμενοι, νοσήματα έλυσαν». (Χρυσ. Ομιλ.ΛΒ εις Ματθαίον)


Στο ψαλτήριο του προφητάνακτος Δαυίδ αναγινώσκομεν «ύψωσα εκλεκτόν εκ του λαού μου, εύρον Δαυίδ τον δούλον μου, εν ελαίω αγίω μου έχρισα αυτόν».


Κατά προτροπήν του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, « ασθενεί τις εν υμίν , προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας και προσευξάσθωσαν επ' αυτόν, αλείψαντες αυτόν ελαίω, εν τω ονόματι του Κυρίου , και η ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα και εγερεί αυτόν ο Κύριος καν αμαρτίας εί πεποιηκώς αφεθήσεται αυτώ»


Εις το κατά Μάρκον ευαγγέλιον ( κεφ.ΣΤ) πληροφορούμεθα ότι, αποσταλέντες υπό του Κυρίου οι Απόστολοι ανά δύο, δια να κηρύξουν κατά πόλεις, ήλειφον πολλούς αρρώστους ελαίω και εθεράπευον


Στο Προφητείας Ιωήλ τό Ανάγνωσμα (Κεφ Β' 1-26)διαβάζουμε:Ιδού, εγώ εξαποστελώ υμίν τόν σίτον, καί τόν οίνον, καί τό έλαιον, καί εμπλησθήσεσθε αυτών...


και πολλά άλλα βεβαίως...


Πως με απλά λόγια μπορούμε να κατανοήσουμε το Σχέδιο της Σωτηρίας του ανθρώπου, το Μυστήριο της Οικονομίας του Θεού. Γιατί τελικά γίνονται όλα;

Υπάρχουν πέντε ερωτήσεις με εξαιρετικά απλές απαντήσεις, οι οποίες περικλείουν όλες τις βάσεις για τους καλοπροαίρετους,  που θέλουν να γνωρίζουν την Αλήθεια.


Γενικά η Δημιουργία αναφέρεται και ως "το Μυστήριο της Δημιουργίας". Είναι και θα παραμείνει ένα Μυστήριο, όσο μακριά και αν φτάσει η επιστήμη. Πάντα θα φτάνει σε ένα αδιέξοδο ή θα πρέπει να παραδεχτεί ότι υπάρχει Θεός.


Το πως και το πότε δημιουργήθηκαν τα πάντα, μικρή σημασία έχει. Τίποτα δεν θα μας προσφέρει μια τέτοια γνώση.


Εκείνο που έχει σημασία είναι το ποιός, (=ο Τριαδικός Θεός) και το γιατί, ο σκοπός για τον οποίο ο άνθρωπος, (και τα γύρω από αυτόν), δημιουργήθηκε :

Ερώτηση πρώτη
- Γιατί μας έφτιαξε; Για να ενωθούμε μαζί Του, για να ζούμε αιώνια στον Παράδεισο
Ερώτηση δεύτερη
- Γιατί το σχέδιο "σκόνταψε"; Γιατί ο άνθρωπος ήταν ελεύθερος, και έτσι είπε, όχι, θα γίνω εγώ Θεός και απατήθηκε. Πίστεψε ο Αδάμ ότι με το να γίνει αυτός Θεός, θα μπορέσει να είναι πάνω από τον Θεό. Και ενεπλάκη σ' αυτή την περιπέτεια της πτώσης.
Ερώτηση τρίτη
- Γιατί είπε ο Αδάμ "όχι"; Γιατί ο Θεός του έδωσε την δυνατότητα να πει "όχι", δηλαδή του έδωσε αυτό που λέμε ελευθερία.
Ερώτηση τέταρτη
- Γιατί ο Θεός δεν τα έφτιαχνε έτσι, ώστε να μην σκοντάψει στην ελευθερία του ανθρώπου; Γιατί τότε θα ήταν μια ένωση αναγκαστική, μια ένωση που δεν θα είχε την δυνατότητα της ελεύθερης επιλογής, και βέβαια προτίμησε ο Θεός να φτιάξει έναν κόσμο που να θέλει να υπάρχει και ακριβώς γι' αυτό έδωσε την ελευθερία στον άνθρωπο να πει ναι ή όχι στο σχέδιο του Θεού.
Ερώτηση πέμπτη
- Που είναι το "μυστικό";
Ότι ο Θεός, ακόμα και σε αυτό το όχι που είπε ο Αδάμ, το σεβάστηκε μέν, αλλά δεν τον άφησε, να οδηγήσει τα πάντα στην αυτοκαταστροφή γιατί αν αφηνόταν ελεύθερη η δημιουργία όπως ο Αδάμ επέλεξε να την οδηγήσει, είναι βέβαιο ότι θα έφτανε στην αυτοκαταστροφή. Και έτσι δεν έπαψε να καταβάλλει προσπάθειες για να ζήσει ο κόσμος.
Από εκεί και πέρα λοιπόν αρχίζει πλέον όλη η οικονομία, η ιστορία της σωτηρίας, ας πούμε συμβατικά, 7.500 χρόνια πριν, -δεν έχει σημασία-, με την οποία ο Θεός προσπαθεί αυτή την επιλογή του Αδάμ να την διορθώσει για να μη βλάψει τον κόσμο.
Το νόημα της σωτηρίας ήταν να ζήσει ο κόσμος και να ξεπεράσει τον θάνατο.


Ιερό Ευχέλαιο, πότε, πως και γιατί;

Οι περισσότερες δυστυχώς αναφορές που υπάρχουν στο διαδίκτυο αποπροσανατολίζουν παρά διαφωτίζουν και ενημερώνουν για το μυστήριο του ευχελαίου. Το Ιερό Ευχέλαιο είναι ένα από τα επτά μυστήρια της Εκκλησίας μας.

Για να ξεκαθαρίσουμε λίγο το τοπίο να πούμε ότι το Ευχέλαιο
ΔΕΝ το κάνουμε:
Α) για να μας πάνε καλά τα πράγματα
Β) γιατί έχουμε αναποδιές
Γ) για το καλό
Δ) γιατί είναι ένας ακόμα λόγος να μαζευτούμε και να καλέσουμε κόσμο, να φάμε και να πιούμε (μετά την τέλεση του -αφού έτσι «βγάλαμε» την «υποχρέωση» και άρα είμαστε εντάξει)
Ε) για κοινωνικούς λόγους
Στ) γιατί έκανε και ο γείτονας
Ζ) γενικά γιατί έχουμε κάτι σημαντικό (εξετάσεις στο σχολείο, ταξίδι, αγώνα κλπ)
Η) για να κοινωνήσουμε χωρίς να εξομολογηθούμε, αφού ούτως ή άλλως συγχωρητική ευχή διαβάζει ο Ιερέας.

Πότε και γιατί το κάνουμε;
Το ιερό Μυστήριο του Ευχελαίου γίνεται κυρίως σε περιπτώσεις ασθενειών γιαυτό και Ο Ιερέας εύχεται: «Πάτερ Άγιε, ιατρέ των ψυχών καί των σωμάτων... ίασαι τον δούλον Σου... έκ της περιεχούσης αυτόν σωματικής καί ψυχικής ασθενείας…»

Η πρώτη μας κίνηση είναι να συζητήσουμε το πρόβλημα ή το ζήτημα που μας απασχολεί με τον Ιερέα ή ακόμα καλύτερα με τον πνευματικό μας. Μόνο εκείνος είναι αρμόδιος να μας προτείνει τι είναι καλύτερο να γίνει αναφορικά με το πρόβλημα που θα του αναφέρουμε (αγιασμός, ευχή, λειτουργία, ευχέλαιο, εξομολόγηση κλπ).
Όπως όταν έχουμε ένα πρόβλημα υγείας και μετά από εξέταση στον γιατρό αυτός μονό μας συστήνει την κατάλληλη θεραπεία και φάρμακο, έτσι ακριβώς και στην περίπτωση του Ευχελαίου. Μόνο ο Ιερέας μπορεί να μας πει.
Απαιτείται κάποια προετοιμασία;
Βεβαίως. Πρέπει να προηγηθεί εξομολόγηση και νηστεία. Πρέπει να καθαριστούμε όσο το δυνατόν καλύτερα πρωτύτερα και να προσκαλέσουμε τουλάχιστον 2 Ιερείς για την τέλεση του. (επτά Ιερείς τελούν κανονικά το μυστήριο του Ευχελαίου. Επτά είναι καί τα Αποστολικά καί Ευαγγελικά αναγνώσματα, επτά είναι καί οί ευχές -ό αριθμός επτά σημαίνει πληρότητα). Κατ’ οικονομία σε έκτακτες περιπτώσεις μπορεί να γίνει και από έναν Ιερέα μόνο.
Αυτοί που θα προσκαλεστούν να παραστούν (συγγενείς, φίλοι) στο Ιερό Ευχέλαιο πρέπει να έχουν επίγνωση του μυστηρίου, διάθεση να συμπροσευχηθούν και να παρακαλέσουν απλά και ταπεινά. Πρέπει δε να έχουμε υπόψη μας την ευαγγελική ρήση «Ούχ ως εγώ θέλω, άλλ' ως Σύ» καθώς και την Κυριακή προσευχή «γενηθήτω το θέλημα Σου…» και τέλος να ζητάμε πρωτίστως την ίαση της ψυχής και μετά του σώματος.
Που είναι γραμμένο και ποιος μας λέει για το Ευχέλαιο;
Στην επιστολή του Ιακώβου. O Απόστολος Ιάκωβος, o Aδελφόθεος, στην επιστολή του λέει: «Εάν κάποιος είναι άρρωστος, να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας να προσευχηθούν γι' αυτόν καί να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου…» (Ίακ. ε', 13-15).
«Ασθενεί τις εν υμίν; προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ’ αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν τω ονόματι του Κυρίου·…»

Τελικά τι δείχνει και τι σημαίνει το Ιερό Ευχέλαιο;

Μα, την άπειρη αγάπη της Εκκλησίας μας προς τον ασθενούντα συνάνθρωπο μας. Την διάθεση, το ενδιαφέρον την ουσιαστική βοήθεια και την συμμετοχή στον ανθρώπινο πόνο. Συμπάσχει, συμπροσεύχεται, εύχεται, ελπίζει στην ίαση του ασθενούς με την παράκληση προς στον Κύριο Ιησού Χριστό.

Να συμπληρώσουμε επίσης ότι το Ιερό Ευχέλαιο, είναι μια θαυμάσια ευκαιρία για προσευχή και άφεση των συγγνωστών αμαρτημάτων μας:

"Το ιερό Ευχέλαιο γίνεται και επί υγιαινόντων για τη συγχώρηση των αμαρτημάτων που από άγνοια ή λήθη ή όσα εξ ανεπαρκείας δεν διακρίνει ως αμαρτήματα ο διαπράττων και τα όσα εκ καταπτώσεως αδυνατεί να εξαγορεύσει. Επίσης τελείται και επί ψυχικών ασθενειών και ως φυγαδευτικό δαιμόνων".(Δημητρίου Κόκκορη:Ορθοδοξία και Κακοδοξία τ. Β, σελ.336-337). 



Τι είναι το "τάμα", "τάξιμο" που κάνουμε σε έναν Άγιο;

του π. Αθανασίου Γιουσμά

Οι πιστοί συχνά πυκνά αποθέτουν τα μάτια στις εικόνες της Παναγίας ή των Αγίων μας, θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, ή απλώς να εκδηλώσουν την ευγνωμοσύνη τους, ή σε κάποιες άλλες περιπτώσεις να… «καλοπιάσουν» τον Άγιο και να «εξαναγκάσουν» με τον τρόπο τους το θείον, να υπακούσει στο αίτημά τους.


Τα τάματα είναι μια πανάρχαια συνήθεια των πιστών όλου του κόσμου και όλων των εποχών που έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Ο Χριστιανός προβαίνει σ’ αυτήν την ενέργεια, με την ίδια λογική που κάποιος προσφέρει ένα δώρο στο άτομο εκείνο, που τον εξυπηρέτησε σε μια σημαντική δουλειά. Πρόκειται για ένα παμπάλαιο έθιμο. Στους αρχαίους Έλληνες υπήρχε η συνήθεια οι πιστοί να προσφέρουν αφιερώματα στους θεούς τους, τα οποία μπορεί να ήταν ευτελούς αξίας, π.χ., ζώα, ή και πολύτιμα χρυσελεφάντινα αντικείμενα. Από εκείνα τα χρόνια συνήθιζαν να εναποθέτουν στα ιερά τους και στα αγάλματά τους ομοιώματα πασχόντων μελών, κάτι που το συναντάμε και στις μέρες μας. Στη μάχη του Μαραθώνα, οι Αθηναίοι είχαν «τάξει» στη θεά Άρτεμη να της θυσιάσουν τόσες κατσίκες όσοι οι εχθροί που θα σκότωναν! Επειδή μάλιστα σκότωσαν πάρα πολλούς κι αδυνατούσαν να εκπληρώσουν αυτή τους την υποχρέωση, μετέτρεψαν το τάξιμο σε 500 ζώα κάθε χρόνο. Ας σημειώσουμε πως το φαινόμενο της θυσίας ως αφιέρωμα στο Θεό, απαντάται και στους Ρωμαϊκούς χρόνους. Αναθήματα υλικά αλλά και πνευματικά, αναφέρονται και στην Παλαιά Διαθήκη. Ο Ιακώβ, φεύγοντας από τη Μεσοποταμία, υποσχέθηκε στο Θεό την ίδρυση ιερού χώρου προσευχής. Η Άννα, υποσχέθηκε να αφιερώσει στην υπηρεσία του Θεού το παιδί της, αν κατάφερνε να αποκτήσει.


Όλα αυτά που συνήθως «τάζουν» οι πιστοί και τα αφιερώνουν σε ιερά της Εκκλησίας μας πρόσωπα ονομάζονται «αναθήματα». Η λέξη προέρχεται από το ρήμα «ανατίθημι» που σημαίνει αναθέτω, εμπιστεύομαι-αφιερώνω. Συνήθως τα τάματα είναι προσφορές ή αντιπροσφορές. Παρακαλεί, δηλαδή, ο πιστός έναν Άγιο, να του πραγματοποιήσει μια επιθυμία, υποσχόμενος να του το ανταποδώσει με την προσφορά ενός αντικειμένου. Τάξιμο βέβαια, μπορεί να είναι και κάτι απλό, όπως, π.χ., να δώσει στο παιδί του το όνομα του Αγίου, να νηστέψει για κάποιο διάστημα, να φορέσει μαύρα ενδύματα δεκαπέντε ημέρες πριν τη γιορτή της Παναγίας, κ.λπ.

Στη βαθύτερη έννοιά του, δυστυχώς το τάξιμο είναι ουσιαστικά ένα είδος συμφωνίας, μια εμπορική πράξη μεταξύ του πιστού και του ιερού προσώπου – έτσι τουλάχιστον το βλέπουν οι ακατήχητοι πιστοί.

Ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία» κατεξοχήν πνεύματος και ελευθερίας, δεν επιμένει ούτε συνιστά τα αναθήματα, ιδιαίτερα τα υλικά.
Αυτά που αποδέχεται είναι τα πνευματικά μονάχα αναθήματα. Και τι εννοώ; Αυτό που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ως πιστοί είναι πως, δεν είναι δυνατόν να πετύχουμε τη λύτρωση και τη σωτηρία, αφιερώνοντας ορισμένα αναθήματα σ’ έναν Άγιο, όταν δεν ζούμε σύμφωνα με τις αρχές του Χριστιανισμού. Σ’ αυτή την περίπτωση τα τάματα είναι κυριολεκτικά άχρηστα. Συνετέλεσαν ή στον αμαρτωλό εμπλουτισμό ορισμένων επιτήδειων ή χρησίμευσαν στο να βοηθήσει η Εκκλησία οικονομικά τον αγώνα, λ.χ., του 1821 ή του 1940 εκποιώντας τα τάματα των πιστών και θέτοντάς τα στην υπηρεσία του έθνους.

Το καλύτερο ανάθημα πάντως για την Ορθοδοξία μας, ήταν και είναι η αφιέρωση του ίδιου μας του εαυτού στο Χριστό, δηλαδή να ζούμε – σύμφωνα με τις δυνάμεις του ο καθένας– έτσι όπως ο Χριστός μάς έχει ζητήσει κι όχι αμαχητί να παρασυρόμαστε και να υποδουλωνόμαστε στις αδυναμίες μας. Αυτό είναι το καλύτερο «τάμα» που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στο Θεό, στην Παναγία μας και στους Αγίους μας, αν θέλουμε να κερδίσουμε την ψυχική μας λύτρωση και σωτηρία.


Τι είναι η βασκανία, το "μάτι"; Γιατί κάποιος μπορεί να "ματιάσει" και κάποιος άλλος όχι;

Η Εκκλησία μας δέχεται την βασκανία, δηλαδή την επέμβαση του πονηρού πνεύματος και τη θεωρεί έργο του διαβόλου. Σχετίζεται κυρίως με τον φθόνο και την ζήλεια.

Γι' αυτό και η ευχή κατά της βασκανίας (που διαβάζεται μόνο από Ιερέα) λέει μεταξύ άλλων:

...απόστησον πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδο και πάσα επιβουλήν, περιέργειαν τε πονηράν και βλάβην και οφθαλμών βασκανίαν τω φθονερών ανθρώπων απο του δούλου σου ( όνομα ) και η υπο ωραιότητος ή ανδρείας ή ευτυχίας ή ζήλου ή και φθόνου βασκανίας συνέβη,...

Στην απάντηση μας αυτή δεν θα αναφερθούμε σε αυτόν που "ματιάζεται", αλλά σε αυτόν που "ματιάζει". Και αυτό, γιατί πρέπει να εξετάσουμε και να πολεμήσουμε την πηγή της βασκανίας. Το ερώτημα δεν είναι γιατί "μας πιάνει το μάτι", αλλά γιατί κάποιοι έχουν αυτή την αρνητική ικανότητα...

Ο καθένας από εμάς μπορεί να ματιάσει; Όχι. Άρα αυτός που μπορεί, τι έχει ή μάλλον τι του λείπει και μεταδίδει αρνητική ενέργεια "δια της οράσεως";

Είπαμε ότι οι πατέρες της Εκκλησίας μας αποδίδουν το μάτι σε "δαιμόνιο". Αυτός που ματιάζει έχει "δαιμόνιο". Ακούγεται βαρύ αλλά έτσι είναι.

Αυτός που ματιάζει, συνήθως απέχει από την εκκλησία και τα μυστήρια της. Δεν εξομολογείται, δεν κοινωνεί των Αχράντων μυστηρίων, δεν κάνει τον Σταυρό του ή τελοσπάντων ανήκει στο Σώμα της Εκκλησίας αλλά δεν μετέχει συνειδητά στα μυστήρια της... και μάλλον έτσι είμαστε οι περισσότεροι: "ο λαός ούτος τω στόματι αυτών και τοις χείλεσί με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ΄ εμού· (Ματθ. ιε,8)

Δυστυχώς, έτσι είναι όσο και αν ακούγεται άσχημα όσο και αν δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε, η αποχή και η απομάκρυνση από τον θείο δρόμο από τον μη εκκλησιασμό, μόνο πόρτες ανοίγει στον διάβολο με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό.


Ο καθένας από εμάς λοιπόν, πρέπει να εξετάσει τον εαυτό του σχετικά με την ειλικρινή συμμετοχή του στα μυστήρια και στον εκκλησιασμό και να ασφαλίσει τον εαυτό του με το μεγαλύτερο όπλο κατά του διαβόλου που είναι ο Σταυρός.

Ποια η ερμηνεία της Εικόνας των Θεοφανείων;

 



Ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων προσφέρει τήν εὐαγγελική διήγηση ἀλλά προσθέτει µερικές λεπτοµέρειες πού ἔχουν χρησιµοποιηθεῖ στή λειτουργία τῆς ἑορτῆς καί δείχνει αὐτό πού ὁ Ἰωάννης θά µποροῦσε νά διηγηθεῖ. Ἐπάνω στήν εἰκόνα ἕνα τµῆµα ἑνός κύκλου παριστᾶ τούς οὐρανούς πού ἀνοίγουν, καί κάποτε ἀπό µιά διπλή πτυχή πού ὁµοιάζει µέ κροσσό ἑνός σύννεφου, βγαίνει τό χέρι τοῦ Πατρός πού εὐλογεῖ. Ἀπό αὐτό τόν κύκλο ἀναχωροῦν ἀκτῖνες φωτός, χαρακτηριστικό τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος, καί πού φωτίζουν τό περιστέρι. Αὐτόµατη ἀνάµνηση τοῦ ἀρχικοῦ λόγου «καί ἐγένετο φῶς», ἡ ἐκδηλωτική ἐνέργεια τοῦ Πνεύµατος, ἀποκαλύπτει τόν τριαδικό Θεό: Ἡ Τριάδα, ὁ Θεός µας, µᾶς ἐκδηλώνεται χωρίς διαίρεση. Ὁ Χριστός ἦλθε γιά νά εἶναι τό φῶς τοῦ κόσµου, πού φωτίζει αὐτούς πού κάθονταν στά σκοτάδια (Ματθ. 4, 16) ἀπό ἐκεῖ δέ τό ὄνοµα τῆς «Ἑορτῆς τῶν φώτων». Ἐνῶ ὁ Χριστός κατέβαινε στά νερά, ἡ φωτιά ἄναψε µέσα στόν Ἰορδάνη, εἶναι ἡ Πεντηκοστή τοῦ Κυρίου καί ὁ προεικονισµένος Λόγος, µέ στύλο φωτός δείχνει ὅτι τό βάπτισµα εἶναι φωτισµός, γέννηση τῆς ὑπάρξεως στό θεῖο φῶς.


Ἄλλοτε τήν παραµονή τῆς ἑορτῆς γινόταν τό βάπτισµα τῶν κατηχουµένων καί ὁ ναός ἦταν πληµµυρισµένος ἀπό φῶς, σηµεῖο µυήσεως στή γνώση τοῦ Θεοῦ. Ὁ µάρτυρας αὐτοῦ τοῦ φωτός, ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶναι δοσµένος στό γεγονός γιατί αὐτός ὁ ἴδιος εἶναι «ὁ λύχνος ὁ καιόµενος καί φαίνων» καί οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν «ἀγαλλιαθῆναι ἐν τῷ φωτί αὐτοῦ» (Ἰω. 5, 35).

Ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύµατος µέ τή µορφή ἑνός περιστεριοῦ ἐκφράζει τήν κίνηση τοῦ Πατρός πού φέρεται πρός τόν Υἱό του. Ἐξ ἄλλου, ἐξηγεῖται, κατά τούς Πατέρες, κατ ̉ ἀναλογία µέ τόν κατακλυσµό καί τό περιστέρι µέ τόν κλάδο ἐλαίας, σηµεῖο τῆς εἰρήνης. Τό Ἅγιο Πνεῦµα πού φέρεται ἐπάνω ἀπό τά ἀρχέγονα νερά ἀνέδειξε τή Ζωή, ἐπίσης αὐτό πού αἰωρεῖται ἐπάνω στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, προκαλεῖ τή δεύτερη γέννηση τοῦ νέου δηµιουργήµατος.




Ὁ Χριστός παριστάνεται ὀρθός ἐνάντια πρός τό βυθό τοῦ νεροῦ σκεπασµένος ἀπό τά κύµατα τοῦ Ἰορδάνη. Ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποστολῆς του, ὁ Ἰησοῦς ἀντιµετωπίζει τά κοσµικά στοιχεῖα πού περιέχουν σκοτεινές δυνάµεις: τό νερό, τόν ἀέρα καί τήν ἔρηµο. Ἡ διάβαση τῆς Ἐρυθρᾶς Θαλάσσης εἶναι ἀπό τίς µορφές τοῦ βαπτίσµατος: ἡ νίκη ἀπό τό Θεό τοῦ δράκοντος τῆς θαλάσσης, τοῦ τέρατος Rahab. Ἕνα ἰδιόµελο τῆς ἑορτῆς κάνει νά κατανοήσουµε τόν Κύριο λέγοντας στόν Ἰωάννη Βαπτιστή: Προφήτη, ἔλα νά µέ βαπτίσεις... Βιάζοµαι νά χαθεῖ ὁ κρυµµένος στά νερά ἐχθρός, ὁ πρίγκηπας τοῦ σκότους, γιά νά ἀπελευθερώσω τόν κόσµο ἀπό τά δίχτυα του παραχωρώντας του τήν αἰώνια ζωή. Ἔτσι, µπαίνοντας στόν Ἰορδάνη ὁ Κύριος, καθαρίζει τά νερά: Σήµερα τά κύµατα τοῦ Ἰορδάνη µεταβάλλονται σέ φάρµακο καί ὅλη ἡ δηµιουργία ποτίζεται µέ µυστικά κύµατα... (εὐχή ἁγίου Σωφρονίου). Εἶναι ὅλο τό σύµπαν πού δέχεται τήν ἁγιοποίησή του: Ὁ Χριστός βαπτίζεται· βγαίνει ἀπό τό νερό καί µέ αὐτό ἀποκαλύπτει τόν κόσµο (ἰδιόµελο τοῦ Κοσµᾶ).


Σπάζει τό κεφάλι τῶν δρακόντων καί ἀναζωογονεῖ τόν Ἀδάµ, εἶναι ἡ ἀνάπλαση τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, ἡ ἀναγέννησή της στό καθαριστικό λουτρό τοῦ µυστηρίου. Ὁ ∆ίδυµος Τυφλός καθορίζει: «ὁ δέ Κύριος ἔδωκέ µοι µητέρα τήν κολυµβήθραν (Ἐκκλησία), πατέρα τόν Ὕψιστον, ἀδελφόν τόν δι ̉ ἡµᾶς βαπτισθέντα Σωτῆρα».

Στήν εἰκόνα µέ τό δεξιό του χέρι ὁ Χριστός εὐλογεῖ τά νερά καί τά ἑτοιµάζει νά γίνουν τά νερά τῆς βαπτίσεως πού ἁγιάζει µέ τήν ἴδια του κατάδυση. Τό νερό ἀλλάζει σηµασία, ἄλλοτε εἰκόνα τοῦ θανάτου (κατακλυσµός), εἶναι τώρα ἡ πηγή τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς (Ἀποκ. 21, 6· Ἰω. 4, 14). Μυσταγωγικά τό νερό τῆς βαπτίσεως δέχεται τήν ἀξία τοῦ αἵµατος τοῦ Χριστοῦ. Στά πόδια τοῦ Κυρίου, στά νερά τοῦ Ἰορδάνη, ἡ εἰκόνα δείχνει δύο µικρές ἀνθρώπινες µορφές, εἰκονογράφηση τῶν παλαιοδιαθηκικῶν κειµένων πού ἀποτελοῦν µέρος τῆς ἀκολουθίας: «τί σοί ἐστι, θάλασσα ὅτι ἔφυγες, καί σύ Ἰορδάνη, ὅτι ἐστράφης εἰς τά ὁπίσω» (Ψαλµ.113, 5). Τό τροπάριο (ἦχος ∆΄) ἐξηγεῖ: «Ἀπεστρέφετο ποτέ, ὁ Ἰορδάνης ποταµός, τῇ µηλωτῇ Ἐλισσαιέ, ἀναληφθέντος Ἠλιού καί διῃρεῖτο τά ὕδατα ἔνθεν καί ἔνθεν· καί γέγονεν αὐτῷ ξηρά ὁδός ἡ ὑγρά εἰς τύπον ἀληθῶς τοῦ Βαπτίσµατος, δι ̉ οὗ ἡµεῖς τήν ρέουσαν τοῦ βίου διαπερῶµεν διάβασιν». Εἰκόνα συµβολική πού µιλᾶ γιά τή µετάνοια ἀκόµη ἀόρατη τῆς κοσµικῆς φύσεως, τῆς µεταστροφῆς τῆς ὀντολογίας της. Ἡ εὐλογία τῆς ὑδρόβιας φύσεως ἁγιάζει τήν ἴδια ἀρχή τῆς ἐπίγειας ζωῆς. Γι ̉ αὐτό, µετά τή θεία λειτουργία γίνεται ὁ µεγάλος ἁγιασµός τῶν ὑδάτων (ἑνός ποταµοῦ, µιᾶς πηγῆς ἤ ἐντελῶς ἁπλά ἑνός δοχείου τοποθετηµένου µέσα στήν ἐκκλησία).

Μιλώντας γιά τά µή ἁγιασµένα νερά, εἰκόνα τοῦ θανάτου - κατακλυσµοῦ ἡ λειτουργία τά ὀνοµάζει ὑδατόστρωτο τάφο. Πραγµατικά, ἡ εἰκόνα δείχνει τόν Ἰησοῦ νά εἰσέρχεται στά νερά, στόν ὑγρό τάφο. Αὐτός ἐδῶ ἔχει τή µορφή ἑνός σκοτεινοῦ σπηλαίου (εἰκονογραφική µορφή τοῦ ἅδη) περιέχοντας ὅλο τό σῶµα τοῦ Κυρίου (εἰκόνα τοῦ ἐνταφιασµοῦ, πού προσφέρεται στό µυστήριο τοῦ βαπτίσµατος µέ ὁλική κατάδυση, µορφή τοῦ πασχαλίου τριηµέρου), γιά νά ἀποσπάσει τόν ἀρχηγό τῆς φυλῆς µας στή ζοφερή διαµονή. Συνεχίζοντας τόν προκαταβολικό συµβολισµό τῆς Γεννήσεως, ἡ εἰκόνα τῶν Θεοφανείων δείχνει τήν προκάθοδο τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη: «καταβάς ἐν τοῖς ὕδασιν ἔδησε τόν ἰσχυρόν». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστοµος, σχολιάζει: ἡ κατάδυση καί ἡ ἀνάδυση εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς καθόδου στόν ἅδη καί τῆς ἀναστάσεως.

Ὁ Χριστός παριστάνεται γυµνός, εἶναι ντυµένος µέ τήν ἀδαµική γυµνότητα καί ἔτσι ἀποδίδει στήν ἀνθρωπότητα τό ἔνδοξο παραδεισιακό ἔνδυµά της. Γιά νά δείξει τήν ὑπέρτατη πρωτοβουλία του παριστάνεται βαδίζοντας ἤ κάνοντας ἕνα βῆµα πρός τόν ἅγιο Ἰωάννη: ἐλεύθερα ἔρχεται καί κλίνει τό κεφάλι. Ὁ Ἰωάννης εἶναι ταραγµένος: ἐγώ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καί σύ ἔρχῃ πρός µε; »... Ὁ Ἰησοῦς τόν διατάζει: «ἄφες ἄρτι».

Ὁ Ἰωάννης τείνει τό δεξιό του χέρι σέ µιά τελετουργική χειρονοµία, στό ἀριστερό κρατεῖ ἕνα εἰλητάριο, κείµενο τοῦ κηρύγµατός του.

Οἱ ἄγγελοι τῆς Ἐνσαρκώσεως εἶναι σέ µιά στάση προσκυνήσεως, τά σκεπασµένα χέρια τους σέ ἔνδειξη σεβασµοῦ. Συµβολίζουν ἐπίσης καί εἰκονογραφοῦν τό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Γαλατ. 3, 27) :«Ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε..
.».
π.Ευδοκίμωφ.
                                 







Τι οφείλει να τηρεί ο κάθε χριστιανός, ποιές είναι οι κυριότερες εντολές του Ευαγγελίου;

1. Κάθε χριστιανός οφείλει να αγαπά τό Θεό.
2. Κάθε χριστιανός οφείλει να αγαπά τόν αδελφό του (τόν συνάνθρωπό του).
3. Οι χριστιανοί οφείλουν νά μήν έχουν διαμάχες ούτε νά νιώθουν μνησκακία καί μίσος κατά των αδελφών τους, αλλά κι αν ακόμα παρεξηγηθούν μεταξύ τους, οφείλουν γρήγορα νά συμφιλιωθούν.
4. Οι χριστιανοί οφείλουν νά μή βλέπουν μέ περιέργεια καί επιθυμία.
5. Οι χριστιανοί οφείλουν νά μήν ορκίζονται, ούτε αληθινά ούτε στά ψέματα.
6. Οι χριστιανοί οφείλουν νά μήν είναι εκδικητικοί, ούτε να ανταποδίδουν κακό στό κακό.
7. Οι χριστιανοί οφείλουν νά μήν πηγαίνουν διόλου σέ δικαστήρια γιά τήν επίλυση των διαφορών τους. Αν όμως κάποτε παραστεί σχετική ανάγκη, ας προτιμήσουν νά βάλουν κριτή στή διαφορά τους έναν άνθρωπο της Εκκλησίας, παρά νά καταφύγουν στά κοσμικά δικαστήρια.
8. Οι χριστιανοί οφείλουν νά μήν κατακρίνουν.
9. Αν οι χριστιανοί δέν συγχωρούν τά σφάλματα των αδελφών τους, ούτε ο Θεός θά συγχωρήσει τά δικά τους σφάλματα. Αν εσείς συγχωρήσετε τά σφάλματα των άλλων ανθρώπων, θά συγχωρήσει καί τά δικά σας σφάλματα ο επουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δέν συγχωρήσετε τά σφάλματα των άλλων, ούτε τά δικά σας σφάλματα θά συγχωρήσει ο επουράνιος Πατέρας (Ματθ. 6, 14-15).
10. Οι χριστιανοί οφείλουν νά κάνουν ελεημοσύνες, αλλά καί νά προσεύχονται καί νά νηστέυουν, όχι όμως υποκριτικά, γιά νά τούς δοξάσουν δηλαδή καί νά τούς επαινέσουν οι άνθρωποι, αλλά μόνο γιά τό Θεό.
11. Οι χριστιανοί οφείλουν νά φροντίζουν γιά τήν απόκτηση όχι επίγειων αλλά ουράνιων θησαυρών και οφείλουν νά μή μεριμνούν γιά τα αγαθά της γης, ούτε να αγαπούν τά κοσμικά πράγματα, αλλά νά επιζητούν τά αιώνια καί ουράνια αγαθά.
12. Οι χριστιανοί οφείλουν νά μήν είναι υπερήφανοι, αλλά νά είναι ταπεινοί καί να αγαπούν ταπεινά.
13. Οι χριστιανοί οφείλουν να αντιμετωπίζουν μέ υπομονή όλες τίς θλίψεις πού τούς βρίσκουν.
14. Οι χριστανοί οφείλουν νά βρίσκονται πάντοτε σέ πνευματική εγρήγορση καί ετοιμότητα, περιμένοντας τήν ώρα του θανάτου καί της κρίσεως του Θεού.
15. Οι χριστιανοί οφείλουν νά μετανοούν διαρκώς από τά βάθη της ψυχής τους.
16. Οι χριστιανοί, αν δέν ξεπεράσουν στά καλά έργα τούς δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, δέν μπαίνουν στή βασιλεία των ουρανών. Καί αν αμαρτάνουν, θά κολαστούν βαρύτερα από τούς απίστους.

Του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.


Τί είναι η Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν);

Φως ιλαρόν
Φως ιλαρόν άγίας δόξης αθανάτου Πατρός, ουρανίου, άγίου, μάκαρος, Ιησού Χριστέ, ελθόντες επί την ήλίου δύσιν, ίδόντες φως εσπερινόν υμνούμεν Πατέρα, Υίόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν. Άξιον σε εν πάσι καιροίς υμνείσΘαι φωναίς αισίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς διό ο κόσμος σε δοξάζει.
Κύριε 'Ιησού Χριστέ, πού είσαι το γλυκό φως τής αγίας δόξας του αθανάτου, του ουρανίου, του αγίου, του μακάριου Πατέρα σου, τώρα πού φτάσαμε στη δύση του ήλιου και είδαμε το εσπερινό φως, υμνούμε τον Πατέρα, εσένα τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, τον ένα Θεό. Πρέπει σε κάθε ώρα και στιγμή να σε υμνούμε με καθαρές ψυχές και χαρούμενες φωνές, Υιέ Θεού, γιατί εσύ δίνεις τη ζωή και γι' αυτό ο κόσμος σε δοξάζει.
Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν)

Η Επιλύχνιος Ευχαριστία (Φως Ιλαρόν) είναι αρχαίος ύμνος, που συνδέθηκε με την ακολουθία του Εσπερινού από τους πρώτους χριστιανικούς χρόνους. Η ύπαρξη του ύμνου αυτού μαρτυρείται ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα. Μάλιστα, ο Μέγας Βασίλειος αναφέρεται στην ύπαρξή του και τον χαρακτηρίζει ως «αρχαίαν φωνήν». Από τη μαρτυρία αυτή συνάγεται, ότι η Επιλύχνιος Ευχαριστία απηχεί λατρευτική παράδοση πολύ αρχαιότερη του 4ου μ.Χ. αιώνος. Η σύνθεση του ύμνου αποδίδεται στον μάρτυρα Αθηνογένη, ο οποίος, κατά την παράδοση, τον εκφώνησε, την ώρα που τον οδηγούσαν στο μαρτύριο. Ο ύμνος, με ποιητική γλώσσα, απευθύνεται προς το Χριστό, τον οποίο και ονομάζει Φως Ιλαρόν. Το Ιλαρόν, όμως, αυτό Φως, είναι διαφορετικό, ως προς τη φύση Του, από το κτιστό φως του ήλιου, γιατί είναι το «(Φως) της Αγίας Δόξης του Αθανάτου, Ουρανίου και Μάκαρος Θεού Πατρός». Σε αυτό το Άκτιστο Φως της Αγίας Δόξης, που είναι ο Χριστός, ανάγουν οι χριστιανοί λατρευτικά το νου και την καρδιά τους, κάθε φορά, που, «επί την ηλίου δύσιν», βλέπουν το «εσπερινόν φως» του φυσικού ήλιου, και μέσα από αυτή τη μυσταγωγική αναγωγή αισθάνονται την ανάγκη να υμνήσουν «Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα, Θεόν». Ο επίλογος του ύμνου, απευθυνόμενος, όπως και ο υπόλοιπος ύμνος, προς το Χριστό, δικαιολογεί την πνευματική αυτή αντίδραση των χριστιανών στη θέα του εσπερινού φωτός, γιατί «...Άξιον Σε εν πάσι καιροίς υμνήσθαι φωναίς οσίαις, Υιέ Θεού, ζωήν ο διδούς, διό ο κόσμος Σε δοξάζει».
          
 

Τί είναι το Τριώδιο; Που οφείλεται η ονομασία του;

Το Σάββατο στον εσπερινό του Τελώνου και Φαρισαίου ο Δεξιός Ιεροψάλτης κατέρχεται από το αναλόγιό του και λαμβάνει το Τριώδιο (λειτουργικό βιβλίο πού περιέχει υμνολογικό υλικό κυρίως του Εσπερινού και του Όρθρου και χρησιμοποιείται μαζί με το Μηναίο και την Παρακλητική στις Ιερές Ακολουθίες της περιόδου από Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι το Μεγάλο Σάββατο) που βρίσκεται κάτω από την εικόνα του Χριστού στο τέμπλο, κάνει τρεις συμβολικές μετάνοιες και πηγαίνει ξανά στο αναλόγιο του.
Το Τριώδιο αποτελεί το κινητό εκείνο τμήμα του εκκλησιαστικού έτους που
προπαρασκευάζει για τον άξιο εορτασμό των Παθών και της Αναστάσεως με ανάλογα βιώματα, πνευματική καλλιέργεια και συμμετοχή, με αγώνα μετανοίας, προσευχής και νηστείας.

Περιλαμβάνει δέκα Κυριακές.

Από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι τον Εσπερινό του Μ. Σαββάτου.

Διαιρείται σε δύο τμήματα.

α) Το προ της Νηστείας
(Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου, Ασώτου, Απόκρεω, Τυροφάγου)
και
β) της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και της Μ. Εβδομάδας
δηλαδή έξι εβδομάδες και η Μ. Εβδομάδα (Α’ Κυριακή των Νηστειών – της Ορθοδοξίας, Β’ Κυρ. Νηστειών- Αγ. Γρηγορίου Παλαμά, Γ’ Κυρ. Νηστειών- Σταυροπροσκυνήσεως, Δ’ Κυρ. Νηστειών – Αγ. Ιωάννου της Κλίμακος, Ε’ Κυρ. Νηστειών- Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, Στ’ Κυρ. Νηστειών- Βαΐων και η Μεγάλη Εβδομάδα).
Το Τριώδιο διαμορφώθηκε σε τελική μορφή γύρω στον 15ο αιώνα. Ονομάστηκε Τριώδιο γιατί οι Κανόνες κατά τις καθημερινές ακολουθίες του Όρθρου περιλαμβάνουν τρεις ωδές την η’, θ’ και μια από τις πρώτες ωδές.

Συγκεκριμένα κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, οι ωδές στιχολογούνται ως εξής:

Δευτέρα : ωδές α΄,η΄,θ΄
Τρίτη : ωδές β΄,η΄,θ΄
Τετάρτη : ωδές γ΄, η΄, θ΄
Πέμπτη : ωδές δ΄, η΄, θ΄
Παρασκευή : ωδές ε΄, η΄, θ΄
το β’, γ’ και δ΄ Σάββατο : ωδές ς΄, ζ΄, η΄, θ΄

πηγές neotita.gr, Τριώδιον Κατανυκτικόν, Μεγάλη Τεσσαρακοστή


Συμπληρωματικά για την ονομασία του Τριωδίου:
(Απο το βιβλίο ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ Ιωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ)

«Ο δημιουργός των άνω και των κάτω,

τρισάγιον μέν ύμνον εκ των αγγέλων,
τριώδιον δέ παρ΄ ανθρώπων δέχου».

Με τους στίχους αυτούς προοιμιάζονται τα συναξάρια της περιόδου του Τριωδίου. Ο ουράνιος και ο επίγειος κόσμος, οι άγγελοι και οι άνθρωποι, συνάπτονται σε κοινή συμφωνία. Οι άγγελοι ψάλλουν στον δημιουργό των, τον «δημιουργό των άνω», τον τρισάγιο ύμνο. Μαζί με αυτούς ενώνονται και οι φωνές των ανθρώπων, που έρχονται και αυτοί να ψάλουν στον δημιουργό των, τον «δημιουργό των κάτω», τριωδίους ύμνους. Από αυτούς τους τριωδίους ύμνους, τα «τριώδια», έλαβε το όνομά της η μεγάλη περίοδος του λειτουργικού έτους, που κινείται μαζί με το Πάσχα και το περιβάλλει σάν προεόρτιος και μεθέορτος περίοδος. Γιατί όλο αυτό το τμήμα του εκκλησιαστικού έτους παλαιότερον εχαρακτηρίζετο μ΄ αυτό το όνομα: «Τριώδιον». Ανάλογα δέ με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του το διέκριναν σε «Τριώδιον κατανυκτικόν», απ΄ αρχής μέχρι του Πάσχα, και «Τριώδιον χαρμόσυνον», από του Πάσχα μέχρι της Κυριακής των αγίων Πάντων, που κατακλείει τον κύκλο των κινητών εορτών. Τριώδιο δέ λέγεται από την αρχαιοπρεπή συνήθεια, που διετηρείτο κατά την περίοδο αυτή, να μή ψάλλωνται καθημερινώς κατά την ακολουθία του όρθρου και οι εννέα ωδές του Ψαλτηρίου, και επομένως και ολόκληροι εννεαώδιοι Κανόνες, αλλά μόνο τρείς ωδές, η η' και η θ' και μία από τις προηγούμενες κατά την σειρά των ημερών. Αυτός ο αρχαίος τρόπος της ψαλμωδίας διετηρήθη εν μέρει μόνον μέχρι σήμερα, και μάλιστα μόνον για τις καθημερινές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Για τις άλλες ημέρες επεκράτησε το νεώτερο έθος, να στιχολογούνται και οι εννέα ωδές ακριβέστερα οι οκτώ, γιατί η δευτέρα παραλείπεται) και να ψάλλωνται εννεαώδιοι (ακριβέστερα οκταώδιοι) Κανόνες.
Έτσι το όνομα «Τριώδιον» τελικά διετηρήθη μόνο για το αρχαίο «κατανυκτικόν Τριώδιον», για την πρό του Πάσχα δηλαδή περίοδο. Και πάλι και εδώ όχι κυριολεκτικώς. Όπως δέ χαρακτηριστικά γράφει ο Νικηφόρος Κάλλιστος Ξανθόπουλος στον πρόλογο των συναξαρίων του Τριωδίου: «Καταχρηστικώς Τριώδιον ονομάζεται· ου γάρ αεί τριώδια έχει. Και γάρ ολοτελείς κανόνας προβάλλεται, αλλ΄ οίμαι από του πλεονάζοντος την επωνυμίαν λαβείν».
          
                    

Ποιές είναι οι τρείς Κυριακές που αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής;

Τρείς Κυριακές αποτελούν τα προπύλαια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής:Η Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου,η Κυριακή του Ασώτου καιη Κυριακή της Απόκρεω.
Η τελευταία εβδομάς, που εισάγεται με την Κυριακή της Αποκρέω, είναι το προοίμιο της νηστείας της Τεσσαρακοστής, γιατί κατ΄ αυτήν απαγορεύεται, σύμφωνα με τις εκκλησιαστικές διατάξεις, η βρώσις του κρέατος.
Είναι η Τυρινή εβδομάς ή εβδομάς της Τυροφάγου. Κατά την εβδομάδα αυτήν αρχίζει η ψαλμωδία των τριωδίων κανόνων.
Η τελευταία αυτή Κυριακή, η Κυριακή της Αποκρέω, είναι και παλαιοτέρα από τις προηγουμένες. Τις δύο άλλες τις προσέθεσαν αργότερα, την Κυριακή του Ασώτου κατά τον Ϛ' αιώνα και την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου ένα περίπου αιώνα υστερώτερα. Ο σκοπός της προσθήκης είναι φανερός.
Να δημιουργηθή δηλαδή μία περίοδος προπαρασκευής και προετοιμασίας για την Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ένα είδος προπυλαίου στο όλο οικοδόμημα των κινητών εορτών. Ή, όπως γράφει ο Ξανθόπουλος, «ώσπερ τις προγυμνασία και παρακίνησις τοίς αγίοις Πατράσιν επενοήθησαν, ώστε παρασκευασθήναι και ετοίμους ημάς γενέσθαι προς τους πνευματικούς αγώνας των νηστειών, την εξ έθους μυσαράν έξιν απολιπόντας». Έγιναν δέ τρείς οι προπαρασκευαστικές αυτές εβδομάδες για να απαρτισθή ο ιερός αριθμός της αγίας Τριάδος, το τρία, βάσει του οποίου οικοδομείται ολόκληρο το σύστημα της λατρείας μας. Και των τριών Κυριακών η ακολουθία πλέκεται γύρω από την ευαγγελική περικοπή, που διαβάζεται κατά την Θεία Λειτουργία. Κατά την πρώτη Κυριακή αναγινώσκεται η παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου (Λουκ. 18, 10-14), την δευτέρα η παραβολή του Ασώτου υιού (Λουκ. 15, 11-33) και την τρίτη το ευαγγέλιο της Μελλούσης Κρίσεως (Ματθ. 21, 31-46).
Με την πρώτη Κυριακή, την
Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, ανοίγει η ιερά πύλη του Τριωδίου. Δεν μπορούσε να ευρεθή καταλληλότερο θέμα, που να συνδυάζη κατά ένα τόσο πλήρη τρόπο τους επί μέρους σκοπούς της περιόδου αυτής.
Το Τριώδιο σημειώνει μία ιερά περίοδο του έτους αφιερωμένη στον Θεό στην σύντονο λατρεία και προσευχή, στην νηστεία και στα αγαθά έργα. Η προσευχή όμως, η νηστεία και η δικαιοσύνη του επιφανειακά δικαίου, κενοδόξου όμως και υπερηφάνου Φαρισαίου, αποδοκιμάζονται από τον Θεό. Αντιθέτως δικαιώνεται ο αμαρτωλός και άδικος, αλλά μετανοημένος και συντετριμμένος Τελώνης, που κτυπά το στήθός του και ταπεινά επικαλείται το έλεος του Θεού: «Ο Θεός ιλάσθητί μοι τώ αμαρτωλώ». Αυτόν λοιπόν τον τύπο της ορθής προσευχής θέτει στο στόμα του πιστού η Εκκλησία στην έναρξι της περιόδου της προσευχής. Καλεί τους πιστούς να μή προσευχηθούν με υπερηφάνεια, «φαρισαϊκώς», αλλά με ταπείνωσι, «τελωνικώς», γιατί, κατά το λόγιο του Κυρίου, «πάς ο υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται, ο δέ ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται». Τα θέματα αυτά επαναλαμβάνονται σ΄ όλους τους ήχους και σε ποικίλες ποιητικές επεξεργασίες από την υμνογραφία της ημέρας. Παραθέτουμε το πρώτο τροπάριο των στιχηρών του εσπερινού του α' ήχου, που είναι και το πρώτο τροπάριο του Τριωδίου:

«Μή προσευξώμεθα φαρισαϊκώς, αδελφοί,ο γάρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται·ταπεινωθώμεν εναντίον του Θεού τελωνικώς,διά νηστείας κράζοντες·Ιλάσθητι ημίν, ο Θεός, τοίς αμαρτωλοίς».


Το θέμα της δευτέρας Κυριακής είναι συναφές προς το θέμα της πρώτης. Εδώ το δίδει η
παραβολή του Ασώτου υιού. Προβάλλεται την Κυριακή αυτή το ενθαρρυντικό παράδειγμα του αμαρτωλού νέου, που, ενώ σπαταλά την πατρική περιουσία «ζών ασώτως», δεν απελπίζεται, δεν συντρίβεται από το βάρος των συμφορών, δεν περιέρχεται σε απόγνωσι. Αλλά επιστρέφει προς τον εὔσπλαγχνο πατέρα ταπεινωμένος, μετανοημένος, ζητώντας το έλεος και την συγγνώμη Του. Και του απευθύνει θερμή ικεσία: «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου...». Το παράδειγμα της μετανοίας και της ορθής εν συντριβή καρδίας προσευχής, ενσαρκωμένο στον άσωτο της παραβολής, προβάλλει και πάλι η Εκκλησία προς μίμησιν και καλεί τα άσωτα παιδιά του Πατέρα, όλους μας, να γυρίσωμε στην αγκαλιά του Πατέρα ζητώντας συγγνώμην για να λάβωμε άφεσι, όπως εκείνος.

«Άσωτος εί τις, ως εγώ, θαρρών ίθι,θείου γάρ οίκτου πάσιν ήνοικται θύρα».
«Όποιος είναι άσωτος, όπως εγώ,άς έλθη με θάρρος, γιατί η θύρα της θείας ευσπλαγχνίας έχει ανοίξει για όλους.»

Την θερμή εξομολόγησι του ασώτου υιού θέτει στο στόμα του πιστού ο ποιητής του Δοξαστικού των Αίνων: «Αγαθέ Πατέρα, απομακρύνθηκα από κοντά Σου·μή με εγκαταλείψης και μή με δείξης άχρηστο για την βασιλεία Σου. Ο παμπόνηρος εχθρός με ξεγύμνωσε, μού αφήρεσε τον πλούτο. Τα χαρίσματα της ψυχής μου τα διεσκόρπισα ασώτως. Γι΄ αυτό σηκώνομαι και επιστρέφω σ΄ Έσένα και Σού φωνάζω· Σύ που είσαι τόσο σπλαγχνικός, ώστε για μένα άπλωσες τα χέρια Σου στον Σταυρό για να με λυτρώσης από το φοβερό θηρίο, τον διάβολο, και για να με στολίσης με την παλαιά μου λαμπρή στολή, δέξου με αν όχι σάν παιδί σου,
τουλάχιστον σάν υπηρέτη Σου».

Η προτροπή προς μετάνοιαν γίνεται πιό έντονος στην τρίτη και τελευταία προπαρασκευαστική Κυριακή, την
Κυριακή της Αποκρέω. Ως μέσο προτροπής προς μετάνοιαν για την αφύπνησι και των πιό ραθύμων ψυχών χρησιμοποιείται τώρα το αίσθημα του φόβου. Φόβου πρό της δικαίας κρίσεως του Θεού κατά την «φοβεράν και αδέκαστον παρουσίαν» του Χριστού. Την τρομερά σκηνή περιγράφει το ευαγγελικό ανάγνωσμα και η όλη υμνογραφία της ημέρας. Όπως δέ ορθώς παρατηρεί ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο Συναξάριο: «Ταύτην οι θειότατοι Πατέρες μετά τάς δύο παραβολάς έθεντο, ως αν μή τις την εν εκείναις του Θεού φιλανθρωπίαν μανθάνων, αμελώς διάγη λέγων· Φιλάνθρωπός εστιν ο Θεός, και όταν της αμαρτίας αναχωρήσω, ετοίμως έχω το πάν ανύσαι. Ταύτην την φοβεράν ημέραν ενταύθα κατέταξαν, ίνα διά του θανάτου και της προσδοκίας των εσομένων δεινών, φοβήσαντες τους αμελώς διακειμένους, προς αρετήν επαναγάγωσι, μή θαρρούντας εις το φιλάνθρωπον μόνον, αλλ΄ αφοράν, ότι και δίκαιός εστι κριτής και αποδίδωσιν εκάστω κατά τα έργα αυτού».
Όπως οι βυζαντινοί ζωγράφοι στον Νάρθηκα των Ναών γύρω από την βασιλική πύλη ζωγράφιζαν την σκηνή της δευτέρας παρουσίας, έτσι και οι υμνογράφοι στο πρόπυλο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής μ΄ όλα τα ζωηρά χρώματα του ποιητικού των χρωστήρος ζωγραφίζουν την φοβερά κρίσι. Η πύλη σε λίγο θα ανοίξη. Ποιός πιστός δεν θα θελήση να εισέλθη «
εις την χαράν του Κυρίου του;»

Από το βιβλίο

ΛΟΓΙΚΗ ΛΑΤΡΕΙΑ
Ιωάννου Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
(Αποστολικής Διακονοίας).



Άγιος Βαλεντίνος; Τι πρέπει να γνωρίζουμε;

του Αρχιμ. π. Νεκταρίου Γκολιοπούλου.

1. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία Άγιος Βαλεντίνος δεν υπάρχει. Είναι απαράδεκτο, λοιπόν, να προβάλλεται η έννοια της αγιότητος σε ανύπαρκτο πρόσωπο και με στόχο να δικαιολογηθή ή και να καλυφθή η αμαρτία. Αλλά και αν ακόμη οι παπικοί ή οι προτεστάντες αναγνωρίζουν ή θα αναγνωρίσουν στο μέλλον κάποιον σαν άγιο και προστάτη του έρωτα και των ερωτευμένων, θα είναι και αυτό ένα ακόμη τραγικό τους λάθος κοντά στα τόσα, που έχουν διαπράξει από τον καιρό του σχίσματος. Και είναι αυτονόητο ότι η Ορθοδοξία σε καμμία περίπτωση δεν θα γίνη συνεργός σε τέτοιου είδους πλάνες.

2. Η καινοφανής και απαράδεκτη αυτή γιορτή είναι κατάλοιπο αρχαίου ειδωλολατρικού εθίμου που οδηγούσε τους νέους και τις νέες σε ακατανόμαστες σαρκικές ακολασίες. Στις ημέρες μας πήρε μια σύγχρονη μορφή. Προβάλλει παραπλανητικά τον έρωτα και την αγάπη, που είναι έννοιες θεϊκές και πνευματικές, αλλά οδηγεί, δυστυχώς, τα νειάτα. στις ίδιες ακολασίες που οδηγούσε και στην αρχαιότητα. Το απαράδεκτο αυτό έθιμο προσπαθούν, δυστυχώς και στην πατρίδα μας, να το στηρίξουν διάφοροι επιχειρηματίες, που έχουν οικονομικό κέρδος από την υπόθεση αυτή, συμμετέχοντας έτσι στο πνευματικό έγκλημα που διαπράτεται εναντίον της νεολαίας. Για να κερδίσουν χρυσό, πρόδωσαν τον Χριστό και το άγιο θέλημά Του. Εκμεταλεύθηκαν την ευκαιρία, και υπερεπρόβαλλαν τον ανύπαρκτο άγιο του έρωτα. Κερδίζουν, έτσι, πολλά χρήματα, αδιαφορούν, όμως, εγκληματικά για την πνευματική ζημιά που γίνεται στην ανυποποψίαστη νεολαία.


3. Αυτό που διαφημίζεται σήμερα, κυρίως πριν από το Μυστήριο του Γάμου, σαν αγάπη και αληθινός έρωτας, ούτε αγάπη είναι, ούτε έρωτας. Είναι ένστικτο, είναι εμπαθές συναίσθημα, είναι επιθυμία για σαρκική ήδονη, είναι ζωώδης και κτηνώδης κατάσταση, αγάπη πάντως και έρωτας δεν είναι. Ο έρωτας είναι πνευματική υπόθεση, δίδεται σαν δώρο από τον Θεό και έχει αρχή το Μυστήριο του Γάμου. Τότε ενεργοποιείται με την ευλογία του Θεού και τότε μοναδικά και προσωπικά αναφέρεται στο ανδρόγυνο. Μόνο μία φορά μπορεί ένας άνδρας να ερωτευθή μία γυναίκα και αντιστρόφως. Και αυτή την δυνατότητα την δίδει μόνο ο Χριστός και μόνο μετά την ευλογία του Γάμου.


4. Μπορούν τα νιάτα και πρέπει να ερωτευθούν, με θείο έρωτα, πριν από τον Γάμο. Όχι όμως άνθρωπο, αλλά τον Θεάνθρωπο Κύριο Ιησού Χριστό. Αυτόν τον θείο έρωτα είχαν όλοι οι Άγιοι και όλες οι Αγίες της Εκκλησίας. Ο Χριστός ήταν γι’ αυτούς “ο Νυμφίος” της ψυχής τους. Όσο αύξανε ο έρωτάς τους για τον Χριστό τόσο προώδευαν πνευματικά. Αποκτούσαν πολύ μεγάλο πόθο για τον Χριστό στην ψυχή τους. Καιγόταν η καρδιά τους από την φλόγα της θεϊκής αγάπης. Με την πνευματική φλόγα του έρωτα για τον Χριστό διέκοπταν την σαρκική φλόγα για την πορνεία. Απολάμβαναν τέτοια θεϊκή γλυκύτητα από την ένωσή τους με τον Χριστό, που δεν άφηνε την ψυχή τους να δημιουργήση μια συμβατική και εφήμερη σχέση με την αμαρτία. Ένας πολύ μεγάλος Άγιος, ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, έχει γράψει 8200 στίχους με τους οποίους υμνεί τον θείο έρωτα και την ένωση της ψυχής με τον αγαπημένο Χριστό. Γράφει χαρακτηριστικά: “Έλα Χριστέ, που είσαι το φως το αληθινό. Έλα Εσύ, που είσαι η αιώνια ζωή. Έλα Εσύ, τον οποίο ποθεί η ψυχή μου. Έλα Εσύ, που από λαχτάρα και πόθο ήλθες μέσα μου και με βοήθησες κι εμένα να σε ποθήσω και να σε λαχταρήσω. Έλα Εσύ, που είσαι η πνοή μου, η ζωή μου, η παρηγοριά της ταπεινής μου ψυχής, η χαρά μου, η δόξα μου, η παντοτεινή μου ηδονή και απόλαυση”.


5. Αυτός είναι ο αληθινός έρωτας των Αγίων. Αυτόν τον έρωτα, τον θείο έρωτα, που ενώνει την ψυχή με τον Χριστό συμφέρει πνευματικά να αποκτήσουν όλα τα νιάτα. Έτσι πρέπει να προετοιμασθούν για τον γάμο τους. Όχι με προγαμιαίες σχέσεις και σαρκικούς δήθεν έρωτες. Όχι με άγιους Βαλεντίνους και όλες τις σχετικές ξενόφερτες ανοησίες. Και όταν έλθη η ευλογημένη στιγμή του γάμου, τότε, χωρίς να παύση να είναι πρώτος στόχος ο θείος έρωτας, το νεόνυμφο ζευγάρι θα πάρη ευλογία, δύναμη και ενίσχυση από τον Χριστό και για τον ανθρώπινο έρωτα, που θα κατευθύνεται μοναδικά από τον άνδρα προς την μοναδική γυναίκα του, και από την γυναίκα προς τον μοναδικό άνδρα της, που μόλις πριν από λίγο θα έχουν ενωθή με τα δεσμά του γάμου. Και ο ανθρώπινος αυτός έρωτας θα πρέπει να είναι μοναδικός, προσωπικός και ισόβιος.


6. Αλλά και αν κάποια νειάτα δεν επιλέξουν τον γάμο, η ορθοδοξία ένα μόνο δρόμο σωτηρίας έχει να τους δείξη εκτός από τον γάμο. Τον δρόμο του Μοναχισμού. Τον δρόμο της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στον Χριστό, που ακολούθησαν πλήθος ευλογημένες ψυχές στην πορεία της Εκκλησίας. Οι Μοναχοί και οι Μοναχές με όλα τα μέσα της ασκήσεως αγωνίζονται να έχουν διαρκώς στην ψυχή τους τον θείο έρωτα. Λέγει ένα τροπάριο του Όρθρου: “Τοις ερημικοίς ζωή μακαρία εστί, θεϊκω έρωτι πτερουμένοις”. Που σημαίνει: “Μακάρια και τρισευτυχισμένη είναι η ζωή αυτών που διάλεξαν την Μοναχική ζωή, διότι με τα φτερά του θεϊκού έρωτα πετάνε πνευματικά και ανεβαίνουν προς τον αγαπημένο τους Χριστό”.


7. Με το άρθρο αυτό προσπαθήσαμε πολύ σύντομα να δείξουμε στα νειάτα ότι δεν υπάρχει άγιος του έρωτα και ότι αυτός, που παραπλανητικά κάποιοι κατασκεύασαν, είναι ψεύτικος και επικίνδυνος. Προσπαθήσαμε επίσης να δέιξουμε στα νιάτα ποιός είναι ο αληθινός έρωτας των αγίων, τον οποίο πρέπει να αποκτήσουν. Τί θα διαλέξουν τα νειάτα; Ευχόμεθα εκ καρδίας να διαλέξουν και να ζήσουν τον θείο έρωτα είτε μέσα από το μυστήριο του Γάμου, είτε μέσα από το μυστήριο του Μοναχισμού, όπως τον έζησαν πλήθος Μοναχοί ή Έγγαμοι, αληθινοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Μόνο στην περίπτωση αυτή θα απολαύσουν, μαζί με όλους τους Αγίους, για πάντα, στην αιωνιότητα, “τήν απέραντη ηδονή όσων θα βλέπουν το απερίγραπτο κάλος του προσώπου του αγαπημένου τους Χριστού”.



Ποιά είναι τα Ψυχοσάββατα;

κάθε Σάββατο η προσευχή της Εκκλησίας είναι αφιερωμένη στους κεκοιμημένους.
Όμως δύο είναι τα Ψυχοσάββατα που έχουν καθιερωθεί και τελούνται Μνημόσυνα της Εκκλησίας για όλους τους κεκοιμημένους.
Το Σάββατο προ της Κυριακής των Απόκρεω και
Το Σάββατο προ της Κυριακής της Πεντηκοστής.

Μεσα
στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς.

Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.
Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται.
Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.
Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια ( επί γης )  γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.
Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα :  Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της  Επουράνιας Βασιλείας Του.
Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει:
* Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα.
* Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες.
* Όσους κάηκαν ή χάθηκαν.
* Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα.
Ο Θεός δεν περιορίζεται από τόπο και χρόνο. Γι Αυτόν είναι γνωστά και συνεχώς παρόντα όχι μόνο όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε στο παρόν, αλλά και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Το διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχή της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό η στον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο:« Επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοι τυγχάνει».
Ο Θεός έχει γραμμένες στο βιβλίο της αγάπης του και τις πράξεις που θα γίνουν στο μέλλον, άρα και τις προσευχές που αναπέμπουμε τώρα για πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν. Ως αιώνιος και πανταχού παρών ο πανάγαθος Κύριος μας Ιησούς Χριστός αγκαλιάζει με τη θεία του πρόνοια το άπειρο σύμπαν και τούς ατέρμονες αιώνες. Όλους τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν τούς νοιάζεται η αγάπη του• «η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β´ Κο 5,14).
Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», τούς ζωντανούς αλλά και τούς κεκοιμημένους μας.



Αφιέρωμα στην Μεγάλη Εβδομάδα: ΕΙσαγωγή

Καθηγητής Παντελής Πάσχος - Εισαγωγικά στην Μεγάλη Εβδομάδα

Περάσαμε πιά το πέλαγος της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Και τώρα στεκόμαστε μπροστά στη θύρα της Μεγάλης Εβδομάδος, οπού ονομάζεται Μεγάλη όχι γιατί είναι μεγαλύτερη, ή έχει περισσότερες μέρες, αλλά «
επειδή μεγάλα ημίν γέγονεν εν αυτή παρά του Δεσπότου κατορθώματα. Και γάρ εν αυτή τη εβδομάδι τη Μεγάλη, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, η χρονία του διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ο θάνατος εσβέσθη· ο ισχυρός εδέθη· τα σκεύη αυτού διηρπάγη· αμαρτία ανηρέθη· η κατάρα κατελύθη· ο Παράδεισος ανεώχθη· ο Ουρανός βάσιμος γέγονεν· άνθρωποι αγγέλοις ανεμίγησαν· το μεσότοιχον του φραγμού ήρθη· το θριγγίον περιηρέθη· ο της ειρήνης Θεός ειρηνοποίησε τα άνω και τα επί της γής· διά τούτο Μεγάλη καλείται Εβδομάς».
Όντως φοβερά αυτής της εβδομάδος τα Μυστήρια! Όλη η ποίηση του Χριστιανισμού και όλη η δόξα της Ορθοδοξίας, από αυτή την εβδομάδα πηγάζουν. Απ᾿ τον καιρό που, μαθητούδια ακόμη, παίρναμε απ᾿ το ζεστό χέρι της μάνας μας τη σύνοψη και το κερί, που καθώς ήταν αγνό μοσκοβολούσε σάν λιβάνι όταν έκαιγε, και πηγαίναμε στις ακολουθίες του Νυμφίου, ή στις Μεγάλες Ώρες των Παθών, της Μεγ. Πέμπτης και της Μεγ. Παρασκευής, όπου κλαίγαμε από καρδιάς μπρός στον Εσταυρωμένο, καθώς αποθέταμε με τρέμοντα δάχτυλα τα παρθενικά αγριολούλουδα, που με μίαν ολόζεστη λαχτάρα τρέχαμε να μάσουμε στους κήπους και στα χωράφια· απ᾿ τα μικρά μας εκείνα χρόνια, που προσμέναμε να ῾ρθει η εβδομάδα των Παθών, για να δεχτούμε ύστερα και την Ανάσταση, μέχρι τα γηρατειά μας τα βαθιά, αυτή η Εβδομάδα είναι που μάς κρατάει συντροφιά με τον πόνο της, με τα δάκρυά της, με τη λύπη της, αλλά και με τη χαρά και την ευφροσύνη της Αναστάσεως, που ακολουθεί.
Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη φιλοσοφία της ζωής, που η αγία Εκκλησία μας την δίνει με τον πιό ωραίο, απλό και κατανυκτικό τρόπο στη Μεγάλη Εβδομάδα. Και είναι αλήθεια, ότι αυτή η φιλοσοφία, που δεν είναι άλλη από την υψηλή θεολογία του Σταυρού, δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να την αφομοιώσει και να την κατανοήσει έξω από τον εκκλησιαστικό περίβολο, έξω από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Έξω από την Εκκλησία, ο Σταυρός ή η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία για να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητές του μ᾿ έναν τρόπο – οποιοδήποτε – επάνω σ᾿ ένα σοβαρό θέμα. Και μόνο μέσα από τις ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως.
Ο ορθόδοξος χριστιανός, όλη την Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο να οδοιπορήσει. Μεγάλο, όχι με τις εξωτερικές, αλλά με τις εσωτερικές διαστάσεις. Ένα δρόμο, που περπάτησε ο ίδιος ο Χριστός. Ναί, κι άς μή φανεί σε κανέναν αυτό το πράγμα παράδοξο. Αν δεν «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν», δεν θα μπορέσουμε οὔτε τη Μεγαλοβδομάδα να νιώσουμε, οὔτε και στην Ανάσταση να φτάσουμε μαζί του. Σ᾿ αυτό το δρόμο, που βρίσκεται πάντα κάτω απ᾿ τη σκιά του Σταυρού, και αντικρύζει στο βάθος το φωτεινό λόφο της Αναστάσεως, οι άγιοι Πατέρες έβαλαν μερικά σημάδια σάν ορόσημα, που μάς βοηθούν κι αυτά μ᾿ έναν ειδικό το καθένα τρόπο, για να πετύχουμε το σκοπό μας.
Τη Μεγάλη Δευτέρα, μετά το Κοντάκιο και τον Οίκο της ημέρας, θ᾿ ακούσουμε μαζί με το σύντομο συναξάρι, αυτό το υπόμνημα: «τη Αγία και Μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα του μακαρίου Ιωσήφ του παγκάλου και της υπό του Κυρίου καταρασθείσης συκής». Δοξάζεται και τιμάται ο πάγκαλος Ιωσήφ, γιατί «της Αιγυπτίας τότε ταίς ηδοναίς μή δουλεύσας», εσκλαβώθηκε μέν κατά το σώμα, αλλά κατά την ψυχή έμεινε αδούλωτος, ο αοίδιμος και σώφρων, και έτσι αξιώθηκε να γίνει κυρίαρχος όλης της Αιγύπτου. «Ο Θεός γάρ παρέχει τοίς δούλοις αυτού στέφος άφθαρτον». Η κατάρα έπειτα της άκαρπης συκιάς, μάς λέει ν᾿ αποφεύγουμε το πάθος και να κάνουμε έργα και καρπούς πνευματικούς, για να μή μάς εύρει ο Χριστός με φύλλα μοναχά σάν έρθει, και μάς δείξει τη φωτιά, σάν μοίρα αναπόφυγη των ακάρπων μας δέντρων.Τη Μεγάλη Τρίτη θ᾿ ακούσουμε: «της των δέκα παρθένων παραβολής μνείαν ποιούμεθα», δηλ. των πέντε φρονίμων και των πέντε μωρών παρθένων, με τις διδακτικές λαμπάδες τους. Μάς συμβουλεύει κ᾿ εδώ με ύμνους εξαίσιους η Εκκλησία μας, «να σπουδάσωμεν να ανάψωμεν τάς νοητάς λαμπάδας των ψυχών μας, ως αι φρόνιμοι εκείναι παρθένοι. Διατί; Ίνα με το λαμπρόν φώς των λαμπάδων μας και με ύμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τον αθάνατον νυμφίον των ψυχών, δηλαδή τον Δεσπότην μας Ιησούν Χριστόν, όστις θα έλθει εν τη συντελεία του κόσμου, διά να εμβάσει τάς δρονίμους ψυχάς μέσα εις τον ουράνιον νυμφώνα της αϊδίου τρυφής τεσ και βασιλείας».Τη Μεγάλη Τετάρτη: «της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι πρό του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονεν». Ποιός δεν δακρύζει, όταν σκεφθεί ότι, ενώ όλοι αμαρτάνουμε (και πολλές φορές βαρύτερα από την πόρνη) ωστόσο δεν ακολουθούμε το παράδειγμά της, για να σβήσουμε με δάκρυα μετανοίας το χειρόγραφο, που είναι φορτωμένο με το πλήθος των αμαρτιών μας.Τη Μεγάλη Πέμπτη «εορτάζομεν τον Ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον, την υπερφυά προσευχήν και την Προδοσίαν». Η κυριαρχούσα μορφή – αιώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως και παράδειγμα προς αποφυγήν – είναι η προδοτική όψη του Ιούδα.Τη Μεγάλη Παρασκευή «τα Άγια και Σωτήρια και Φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν».
Και
το Μέγα Σάββατον «την Θεόσωμον Ταφήν και την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν».
Είπαμε, ότι πίσω από τα μαρτύριο και το Πάθος της Σταυρώσεως, ο ορθόδοξος χριστιανός βλέπει πάντοτε το γλυκό φώς της Αναστάσεως. Είναι αυτό που τον εμποδίζει να ιδεί τα Πάθη μέσα σ᾿ ένα ζοφερό και καταλυτικό σκοτάδι. Ο ορθόδοξος – και ο Έλληνας ιδιαίτερα, που πέρασε τόσα και τόσα πάθη μέσα στη μακραίωνη πορεία της ιστορίας του – είναι ντυμένος με το ζεστό ένδυμα της χαρμολύπης. Πάσχει και υποφέρει, αλλά όχι με ασυγκράτητο σαρκικό πόνο. Η πνευματική φιλοσοφία του Σταυρού, αυτές τις ημέρες ειδικώτερα, πρέπει να είναι ο επιούσιος άρτος μας, ο άρτος της ζωής μας. Ιδού πώς βλέπουν μερικοί από τους αγίους Πατέρας το Σταυρό και το μυστήριο της Σταυρώσεως.
Ο ακάνθινος στέφανος φανέρωσε ότι ο Κύριος εξάλειψε την κατάρα που έλαβε η γή, να βλαστάνει αγκάθια και τριβόλια και ότι ο Χριστός αφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της παρούσης ζωής.
«Εξεδύθη τα ιμάτια και ενεδύθη την πορφύραν, διά να εκδύσει τους δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως, οπού εφόρεσεν ο Αδάμ μετά την παράβασιν. Κάλαμον έλαβεν ο Κύριος εις την δεξιάν, ως σκήπτρον, διά να θανατώσει τον αρχαίον όφιν και δράκοντα· έλαβε κάλαμον, διά να σβήσει το χειρόγραφον των αμαρτιών μας. Έλαβε τον κάλαμον διά να υπογράψει βασιλικώς, με το κόκκινον αίμα του, το γράμμα της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας, καθότι και οι βασιλείς με κόκκινον κιννάβαρι υπογράφουσιν».
»Εις το ξύλον εσταυρώθη, διά το ξύλον της γνώσεως. Έλαβε την γεύσιν της χολής και του όξους, διά την γλυκείαν γεύσιν του καρπού του απηγορευμένου. Έλαβε τα καρφία διά να καρφώσει την αμαρτίαν. Άπλωσε τάς χείρας εις τον Σταυρόν, διά να ιατρεύσει το άπλωμα των χειρών του Αδάμ και της Εὔας, οπού εποίησαν εις το απηγορευμένον ξύλον, και διά να ενώσει τα μακράν διεστώτα, αγγέλους και ανθρώπους, ουράνια και επίγεια. Έλαβε τον θάνατον, διά να θανατώσει τον θάνατον. Ετάφη, διά να μή στρεφώμεθα πλέον ημείς εις την γήν, ως το πρότερον...».
»Εσκοτίσθησαν οι φωστήρες, διά να φανερώσουν ότι πενθούσι τον Σταυρωθέντα. Αι πέτραι εσχίσθησαν, διότι έπασχεν η πέτρα της ζωής. Εις το ύψος του Σταυρού ανέβη, διά το πτώμα οπού έπαθεν ο Αδάμ. Και τελευταίον ανέστη, διά την ιδικήν μας ανάστασιν!».
Ώ! Ευτυχισμένοι και τρισμακάριοι, όσοι μπορέσουν ν᾿ αφήσουν τις βιοτικές τους μέριμνες αυτές τις μέρες, κι αρχίσουν από τώρα, από αυτή την ώρα κιόλας, την ευλογημένη πορεία δίπλα στον πορευόμενο προς το Πάθος Χριστό! «Δεύτε οὖν και ημείς, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν, και νεκρωθώμεν δι᾿ αυτόν, ταίς του βίου ηδοναίς», «ίνα μή μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού».

Αφιέρωμα στην Μεγάλη Εβδομάδα: Η Πορεία

Λάμπρου Κ. Σκοντζου Θεολόγου - Καθηγητού.
Τη Μεγάλη Δευτέρα τιμάμε μια μεγάλη προσωπικότητα της Π.Δ. τον Ιωσήφ τον Πάγκαλο, ο οποίος είναι ο ίδιος, με τα άδικα παθήματά του, τύπος του Χριστού και επίσης ενθυμούμαστε το γεγονός της “ξηρανθείσης συκής” από τον Κύριο.
Τη Μεγάλη Δευτέρα προβάλλεται η υπέροχη μορφή του Παγκάλου Ιωσήφ, γιατί αυτός σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας μας, αποτελεί προτύπωση και εικόνα του Χριστού. Όπως ο Κύριος υπέφερε άδικα εξαιτίας της ανθρώπινης κακίας, το ίδιο και εκείνος υπέφερε εξαιτίας της κακίας των αδελφών του και έδειξε όπως και ο Χριστός απέραντη ανεξικακία. Επίσης την ημέρα αυτή κάνουμε ανάμνηση του διδακτικού γεγονότος της ξηρανθείσης συκής από τον Κύριο πο συνέβηκε σύμφωνα με τα ιερά Ευαγγέλια την επομένη ημέρα της θριαμβευτικής Του εισόδου στην Ιερουσαλήμ. Μη βρίσκοντας καρπό στο δένδρο το καταράστηκε και αυτό αμέσως ξεράθηκε, θέλοντας να μας διδάξει με τον τρόπο αυτό, πως και εμείς αν δεν παράγουμε πνευματικούς καρπούς, μας περιμένει ο αιώνιος θάνατος! Επίσης η άκαρπος συκή συμβολίζει και την ιουδαϊκή Συναγωγή, και γενικότερα την ιουδαϊκή θρησκεία, η οποία δεν είχε πλέον να παρουσιάσει καμιά πνευματική υπηρεσία στο λαό, μάλλον αρνητικές υπηρεσίες προσέφερε και γι’ αυτό στηλιτεύτηκε έντονα από τον Κύριο. Οι άγιοι Πατέρες όρισαν να κάνουμε μνεία την Μ. Δευτέρα αφ’ ενός μεν του δικαίου Ιωσήφ και αφ’ ετέρου του γεγονότος της ξηρανθείσης συκής για να μιμηθούμε και εμείς τον Πάγκαλο Ιωσήφ στην αρετή και να αποφύγουμε την άκαρπη συκή και να στολισθούμε με αρετές και πνευματικούς καρπούς, προκειμένου να ακολουθήσουμε τον Κύριο στο σωτήριο Πάθος Του.
Τη Μεγάλη Τρίτη ενθυμούμαστε την παραβολή των Δέκα Παρθένων που έχει υψίστη σημασία για τη σωτηρία μας.
Η Υμνογραφία της ημέρας είναι αφιερωμένη σε δύο βασικά θέματα, στην παραβολή των δέκα παρθένων και στην καλλιέργεια των ταλάντων, που χαρίζει στον καθένα μας ο Θεός. Προβαίνοντος του Πάθους, η Εκκλησία μάς καλεί να στρέψουμε την προσοχή μας στα έσχατα, είτε αυτά για τον καθένα μας έρχονται την ώρα του θανάτου, είτε αναφέρονται στην τελείωση του κόσμου κατά τη Δευτέρα Παρουσία. Οι ύμνοι που ψάλλονται είναι πολύ διδακτικοί και συγκινητικοί.
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τώ μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος, όν ευρήσει γρηγορούντα· ανάξιος δέ πάλιν, όν ευρήσει ραθυμούντα. Βλέπε, οὖν ψυχή μου, μή τώ ύπνω κατενεχθής, ίνα μή τώ θανάτω παραδοθής, και της Βασιλείας έξω κλεισθής· αλλά ανάνηψον κράζουσα· Άγιος, άγιος, άγιος εί ο Θεός ημών, πρεσβείαις του Προδρόμου, σώσον ημάς».
Να, ο Νυμφίος έρχεται στο μέσο της νύχτας, κι ευτυχισμένος θα είναι ο δούλος που θα τον βρεί (ο Νυμφίος) ξάγρυπνο να τον περιμένει· ανάξιος όμως πάλι θα είναι εκείνος, που θα τον βρεί ράθυμο και απροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου να μή βυθιστείς στον πνευματικό ύπνο, για να μή παραδοθείς στο θάνατο (της αμαρτίας) και να μείνεις έξω της βασιλείας του Θεού. Αλλά ανάνηψε κράζοντας· Άγιος, άγιος, άγιος είσαι εσύ ο Θεός μας · με τις πρεσβείες του προδρόμου σώσε μας.

Την Μ. Τετάρτη τιμάμε τη μετάνοια της αμαρτωλής γυναικός, η οποία άλειψε με μύρο από ευγνωμοσύνη τα πόδια του Κυρίου, λίγο πριν το Πάθος Του.
Τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι πατέρες εθέσπισαν, ότι προ του σωτηρίου πάθους μικρόν τούτο γέγονε”… Οι άγιοι πατέρες όρισαν να θυμόμαστε και να τιμάμε αυτή τη μέρα μια αμαρτωλή γυναίκα, η οποία αποφάσισε να μετανοήσει ειλικρινά και εξωτερικεύοντας αυτή τη σωτήρια παρόρμησή της άλειψε τα πόδια του ελεήμονα Χριστού με πολύτιμο μύρο. Επειδή η μετάνοια είναι βασική προϋπόθεση για τη σωτηρία κάθε ανθρώπου, η μεγάλη μετάνοια της γυναικός αυτής αποτελεί λαμπρό παράδειγμα για κάθε πιστό και επειδή το γεγονός της μετάνοιας είναι ένας δύσκολος αγώνας και ένα επώδυνο πάθος αυτοταπείνωσης, καθόρισαν οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, να είναι αφιερωμένη η προηγούμενη ημέρα πριν τη σύλληψη του Κυρίου στην μετάνοια της πόρνης γυναικός.
Το γεγονός αυτό το διέσωσαν και οι τέσσερις Ευαγγελιστές (Ματθ.κστ΄6-13, Μαρκ.ιδ΄3-9, Λουκ.ζ΄36-50, Ιωάν.ιβ΄1-8) με κάποιες μικροδιαφορές στις διηγήσεις τους. Αναλυτικότερη και σαφέστερη είναι εκείνη του Λουκά. Ο Χριστός λίγο πριν το πάθος του, μετά την ανάσταση του Λαζάρου, σε κάποια πόλη προσκλήθηκε να δειπνήσει στο σπίτι κάποιου πλουσίου Φαρισαίου, ονόματι Σίμωνος. Και ενώ συνέτρωγε ο Χριστός με τους συνδαιτυμόνες του, μπήκε στην οικία μια αμαρτωλή γυναίκα, γνωστή πόρνη της περιοχής, έχοντας στα χέρια της ακριβότατο αγγείο γεμάτο με πολύτιμο και πανάκριβο μύρο. Πλησίασε το Χριστό, έχυσε ένας μέρος από το μύρο στην κεφαλή και το σώμα του Κυρίου και με το υπόλοιπο και τα ασταμάτητα δάκρυά της έβρεχε και έπλυνε τα πόδια του Χριστού. Τέλος έλυσε την πλούσια πλεξούδα των μαλλιών της και άρχισε να σκουπίζει τα άχραντα πόδια του Δασκάλου. Ο Χριστός έμεινε ατάραχος, όχι όμως και οι παραβρισκόμενοι. Ο μεν οικοδεσπότης φαρισαίος σκανδαλίσθηκε με τη θέα της πόρνης και ακόμα περισσότερο με το άγγιγμά της στο σώμα του Ιησού. Διερωτόταν, πως είναι δυνατόν, προφήτης όντας, ο καλεσμένος του ραβίνος να μην διαγνώσει ότι η γυναίκα αυτή είναι αμαρτωλή και να μην τη διώξει κακείν κακώς, όπως θα έκανε ο ίδιος και οι όμοιοί του φαρισαίοι. Ο φιλάργυρος και ανάξιος μαθητής του Χριστού, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, μέτρησε τη μεγάλη αξία του μύρου, το οποίο κατά τη γνώμη του “πήγε χαμένο”, ενώ θα μπορούσε να πουληθεί και να δοθεί δήθεν στους φτωχούς. Ουσιαστικά όμως ο μέλλων προδότης μαθητής δεν ενδιαφέρονταν για τους φτωχούς, αλλά για τη δική του τσέπη, γιατί ήταν κλέφτης. Ο Χριστός έδωσε απάντηση και στους δυο “σκανδαλισθέντες” από το γεγονός αυτό. Στον μεν φαρισαίο απάντησε πως η γυναίκα αυτή έδωσε περίσσια και εγκάρδια περιποίηση, σε αντίθεση με αυτόν που τον κάλεσε προφανώς τυπικά και επιδεικτικά στο σπίτι του. Στον δε δόλιο Ιούδα απάντησε πως τους φτωχούς θα τους έχουν πάντοτε μαζί τους και έχουν χρέος και καθήκον να τους ελεούν, όμως το μύρο ετούτο είναι δωρεά μιας πονεμένης καρδιάς προς τον ελεήμονα Κύριο του κόσμου. Το πολύτιμο μύρο ήταν μια μικρό δείγμα της μεγάλης μετάνοιας και ευγνωμοσύνης αυτής της γυναίκας. Έτσι γύρισε τέλος προς αυτή και της είπε “ αφέονται σου αι αμαρτίαι… η πίστις σου σέσωσε σε, πορεύου εις ειρήνην”. Τα τελευταία αυτά λόγια εξόργισαν περισσότερο τους συγκεντρωμένους, Ποίος είναι αυτός που μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες ;

Τη Μ. Πέμπτη εορτάζουμε τα σωτήρια γεγονότα που συνέβηκαν κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, τον ιερό Νιπτήρα, την παράδοση της Θείας Ευχαριστίας, την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου και την Προδοσία του Ιούδα.
Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι πατέρες αλληλοδιαδόχως εκ τε των θείων αποστόλων και των ιερών Ευαγγελίων παραδεδώκασιν ημίν τέσσερα τινα εορτάζειν, τον ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον (δηλαδή την παράδοσιν των καθ’ ημάς φρικτών μυστηρίων), την υπερφυά προσευχήν και την προδοσίαν αυτήν”. Αυτό είναι το συναξάρι της Μ.Πέμπτης. Από σήμερα μπαίνουμε στην τελική ευθεία για το Θείο Πάθος. Την Μ. Πέμπτη οι θείοι πατέρες καθόρισαν να εορτάζουμε τα μεγάλα γεγονότα που συνέβηκαν την ημέρα που ο Χριστός μας συνελήφθηκε από τους ανόμους εχθρούς Του. Σύμφωνα με τα ιερά Ευαγγέλια την Πέμπτη ημέρα εκείνης της εβδομάδος ο Κύριος, ως Θεός, γνωρίζοντας τα μέλλοντα να συμβούν θέλησε να δειπνήσει για τελευταία φορά με τους αγαπημένους Του μαθητές. Γι’ αυτό οργάνωσε τραπέζι σε κάποιο υπερώο της Ιερουσαλήμ. Ο δείπνος αυτός έγινε την Πέμπτη το βράδυ, ονομάζεται δε Μυστικός Δείπνος επειδή κατά τη διάρκειά του έλαβαν χώρα σπουδαιότατα γεγονότα που έχουν σχέση με τη σωτηρία μας, ακατανόητα στο ανθρώπινο μυαλό.

Την Μ. Παρασκευή προσκυνούμε τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου μας
Τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή τα Άγια και Φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν' τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην, και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον, α δι' ημάς εκών κατεδέξατο' έτι δε και την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέντος αυτώ, σωτήριον εν τω σταυρώ ομολογίαν".
Μεγάλη Παρασκευή, ημέρα γενικού πένθους και θρήνου για εκατομμύρια πιστούς. Ημέρα απόλυτης νηστείας, προσευχής και περισυλλογής. Ο Βασιλεύς των Βασιλευόντων και Κύριος των Κυριευόντων βρίσκεται κρεμασμένος επί του ξύλου ως κακούργος. Η ανθρώπινη κακία έφτασε στο έσχατο σημείο της πτώσης της, ο άνθρωπος έγινε θεοκτόνος!
…Η Μεγάλη Παρασκευή είναι μια ξεχωριστή ημέρα για τους ορθοδόξους πιστούς. Γνωρίζουμε ότι το σεπτό θείο πάθος λειτούργησε λυτρωτικά για μας. Λυπούμαστε για τα αμαρτήματά μας, για την κατάπτωσή μας και προπαντός για την θεοκτονία. Παράλληλα όμως χαιρόμαστε που η Μεγάλη Θυσία του Χριστού έγινε αιτία και μέσον απολύτρωσης του ανθρωπίνου γένους.. Η ανάσταση που επακολούθησε το θάνατο του Σωτήρος, έγινε η απαρχή και της δικής μας ανάστασης.
το Μ. Σάββατο τιμάμε τη θεόσωμο Ταφή του Κυρίου μας και την εις Άδου Κάθοδόν Του.
Τω αγίω και μεγάλω Σαββάτω, την θεόσωμον ταφήν και την εις άδου κάθοδον του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν, δι' ων της φθοράς το ημέτερον γένος ανακληθέν προς αιωνίαν ζωήν μεταβέβηκε". Με αυτά τα λόγια ο ιερός Συναξαριστής χαρακτηρίζει το περιεχόμενο του Μεγάλου Σαββάτου.
Το Θείο Δράμα έλαβε τέλος. Ο εκουσίως παθών, χάριν της σωτηρίας του πολύπαθου ανθρωπίνου γένους, Κύριος Ιησούς Χριστός, δοκίμασε, ως άνθρωπος, και το πικρό ποτήρι του θανάτου, ως το αποκορύφωμα του πάθους Του. Περί την ενάτη ώρα της Παρασκευής εξέπνευσε πάνω στον επώδυνο σταυρό, πολύ γρηγορότερα από όσο περίμεναν οι δήμιοί Του. (Μάρκ.15:44). Το ασθενικό και ασκητικό Σαρκίο Του δεν άντεξε για πολύ τους αφάνταστα αφόρητους πόνους της σταυρώσεως
Επειδή η επόμενη ημέρα ήταν Πάσχα για τους Ιουδαίους έπρεπε να κατέβουν τα σώματα από τους σταυρούς και να θαφτούν πριν τη δύση του ηλίου. Για να επιταχύνουν το θάνατο τον καταδίκων έσπαζαν τα κόκαλά τους με σιδερένιους λοστούς. Για τον Κύριο δεν χρειάστηκε να αρθώσουν τα μέλη "ως είδον αυτόν ήδη τεθνηκότα"(Ιωάν.19:33). Μόνο που "εις των στρατιωτών λόγχη αυτού την πλευράν ένυξε, και ευθέως εξήλθεν αίμα και ύδωρ" (Ιωάν.19:34). Κατόπιν οι επιφανείς Ιουδαίοι πολίτες και κρυφοί μαθητές του Χριστού "δια τον φόβον των Ιουδαίων" (Ιωάν.!9:38), Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και ο βουλευτής Νικόδημος, θέλησαν να αποδώσουν τις πρέπουσες επικήδειες τιμές στον αγαπημένο τους δάσκαλο. Ο Ιωσήφ "εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού… γνούς από του κεντυρίωνος εδωρήσατο το σώμα τω Ιωσήφ. Και αγοράσας σινδόνα και καθελών αυτόν ανείλησε τη σινδόνι και κατέθηκεν αυτόν εν μνημείω, ό ήν λελατομημένον εκ πέτρας και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου" (Μάρκ.15:43-46).
Μετά την εκπνοή Του επί του σταυρού η ψυχή του Κυρίου, ακολουθώντας τον απαράβατο νόμο του θανάτου, κατέβηκε στον άδη, τον προαιώνιο σκοτεινό τόπο - δεσμωτήριο των ανθρωπίνων ψυχών. Ο απόστολος Πέτρος μας διαβεβαίωσε πως "Χριστός άπαξ περί αμαρτιών έπαθε, δίκαιος υπέρ αδίκων , ίνα ημάς προσάγη τω Θεώ, θανατωθείς μεν σαρκί, ζωοποιηθείς δε πνεύματι' εν ω και τοις εν φυλακή πνεύμασι πορευθείς εκήρυξεν" (1 Πέτρ.3:18-19). Επίσης ο απόστολος Παύλος έγραψε ότι ο Χριστός "κατέβη πρώτον εις τα κατώτερα μέρη της γης" (Εφεσ.4:9), υπονοώντας ασφαλώς την εις άδου κάθοδο Του.
Σύμφωνα με σαφή προφητικά χωρία της Αγίας Γραφής η κάθοδος του Χριστού στον άδη υπήρξε επεισοδιακή. Η παρουσία του Θεού στον τόπο του πικρού δεσμωτηρίου των ψυχών έφερε αναστάτωση. Οι αιώνιες πύλες του παμφάγου άδη γκρεμίστηκαν και οι φύλακες πυλωροί έφριξαν μπροστά στο μεγαλείο και το φως της θεότητας. Ο Χριστός συνέχισε και εκεί το απολυτρωτικό Του έργο. Κήρυξε το ευαγγέλιο της σωτηρίας στα απ' αιώνος δέσμια πνεύματα και όσα από αυτά πίστεψαν ελευθερώθηκαν και ανέβηκαν μαζί με τον Κύριο από τον άδη.
Το πνεύμα του Κυρίου ήταν αδύνατο να μείνει στον εκεί, στον τόπο της βασάνου. Γι' αυτό και ανέστη. Επίσης οι πιστοί του Χριστού που συναποτελούν το μυστικό Του σώμα δεν μπορούν πια να μείνουν και αυτοί δέσμιοι του άδη.
Η εις άδου κάθοδο του Κυρίου σήμανε την κατάλυση του κράτους και της εξουσίας του άρχοντος του σκότους στους πιστούς του Χριστού. Αυτή η νίκη είναι το μεγαλύτερο γεγονός στην ιστορία του ανθρωπίνου γένους, διότι νικήθηκε ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου ο θάνατος. Από τότε άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο για την ανθρωπότητα, εγκαινιάστηκε μια νέα εποχή γι' αυτή.

Αφιέρωμα στην Μεγάλη Εβδομάδα: Τι είναι, Πως βιώνεται, Τι τελείται

Αντώνης Χρήστου
Τι είναι Μεγάλη Εβδομάδα;
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η εβδομάδα πριν το Πάσχα (από την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ μέχρι το Μ. Σάββατο) και ονομάζεται «Μεγάλη», όχι γιατί έχει περισσότερες μέρες ή ώρες από τις άλλες εβδομάδες, αλλά γιατί τα γεγονότα όπου τελούνται και βιώνονται στους Ιερούς Ναούς είναι κοσμοσωτήρια για τον άνθρωπο!
Πώς βιώνεται ο λειτουργικός χρόνος τη Μεγάλη εβδομάδα;
Η Εκκλησία από την μεγάλη της φιλανθρωπία, για να μπορέσουν όσο είναι δυνατόν περισσότεροι πιστοί να συμμετέχουν στις Ακολουθίες, επέτρεψε από την αρχή της Μ. Εβδομάδας, να ψάλλεται ο Όρθρος της επόμενης ημέρας. (π.χ. την Κυριακή των Βαϊων το βράδυ ψάλλεται ο Όρθρος της Μεγάλης Δευτέρας).
Τι τελείται τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας;
Οι τέσσερις πρώτες ημέρες μας προετοιμάζουν πνευματικά για το θείο δράμα και οι Ακολουθίες ονομάζονται «Ακολουθίες του Νυμφίου».
Μεγάλη Δευτέρα (Κυριακή Βαϊων βράδυ):
Την Μεγάλη Δευτέρα κυριαρχούν δύο γεγονότα:
α) Η ζωή του Ιωσήφ του 11ου γιού του Πατριάρχη Ιακώβ, του ονομαζόμενου Παγκάλου, δηλαδή του ωραίου στο σώμα και τη ψυχή. Ο Ιωσήφ προεικονίζει με την περιπέτειά του (που πουλήθηκε σκλάβος στην Αίγυπτο) τον ίδιο τον Χριστό και το πάθος Του.
β) Το περιστατικό της άκαρπης συκιάς που ξέρανε ο Χριστός (Ματθ. 21, 18-22): Συμβολίζει την Συναγωγή των Εβραίων και γενικά την ζωή του Ισραηλιτικού λαού που ήταν άκαρποι από καλά έργα.
Μεγάλη Τρίτη (Μεγάλη Δευτέρα βράδυ):
Την Μεγάλη Τρίτη θυμόμαστε και ζούμε δύο παραβολές:
α) Των δέκα παρθένων (Ματθ. 25,1-13) που μας διδάσκει να είμαστε έτοιμοι και γεμάτοι από πίστη και φιλανθρωπία.
β) Των Ταλάντων (Ματθ. 25,14-30), που μας διδάσκει να είμαστε εργατικοί και πρέπει να καλλιεργούμε και να αυξήσουμε τα πνευματικά μας χαρίσματα.
Μεγάλη Τετάρτη (Μεγάλη Τρίτη βράδυ):
Η Μεγάλη Τετάρτη είναι αφιερωμένη στην αμαρτωλή γυναίκα (Λουκ. 7,47), που μετανιωμένη άλειψε τα πόδια του Κυρίου με μύρο και συγχωρήθηκε για τα αμαρτήματά της, γιατί έδειξε μεγάλη αγάπη και πίστη στον Κύριο. Ψάλλεται το περίφημο τροπάριο (δοξαστικό) της Υμνογράφου Μοναχής Κασσιανής.
Μεγάλη Πέμπτη (Μεγάλη Τετάρτη βράδυ):
Την Μεγάλη Πέμπτη γιορτάζουμε 4 γεγονότα :
α) Τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Κύριο, δείχνοντας για το ποια πρέπει να είναι η διακονία των πιστών στην Εκκλησία.
β) Τον Μυστικό Δείπνο, δηλαδή την παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας.
γ) Την Προσευχή του Κυρίου, στο Όρος των Ελαιών και
δ) την Προδοσία του Ιούδα, δηλαδή την αρχή του Πάθους του Κυρίου.
Μεγάλη Παρασκευή (Μεγάλη Πέμπτη βράδυ):
Την Μεγάλη Παρασκευή έχουμε την Κορύφωση του θείου δράματος, τελείται η «Ακολουθία των Παθών» και θυμόμαστε και βιώνουμε τα Σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού μας. Δηλαδή:
α) Τα πτυσίματα
β) τα μαστιγώματα
γ) τις κοροϊδίες
δ) τους εξευτιλισμούς
ε) τα κτυπήματα
στ) το αγκάθινο στεφάνι και κυρίως την
ζ) Σταύρωση και
η) τον θάνατο του Χριστού μας.
Μεγάλο Σάββατο (Μεγάλη Παρασκευή πρωϊ και βράδυ):
Το Μεγάλο Σάββατο το πρωϊ γιορτάζουμε:
α) την Ταφή Του Κυρίου και
β) την Κάθοδο Του στον Άδη, όπου κήρυξε σε όλους τους νεκρούς. Έτσι Μεγάλη Παρασκευή το πρωϊ (ημερολογιακά), τελούνται οι εξής ακολουθίες: Ακολουθία των Μεγάλες Ωρών και στις 12.00 το μεσημέρι της Αποκαθηλώσεως, δηλαδή την Ταφή Του Κυρίου από τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίας και το Νικόδημο τον Φαρισαίο, μέλος του Μ. Συμβουλίου και κρυφό μαθητή του Κυρίου.
Την Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ (ημερολογιακά) ψάλλονται τα Εγκώμια και έχουμε την περιφορά του Επιταφίου!
Κυριακή του Πάσχα (Μ. Σάββατο πρωϊ και νύχτα από τις 12.00 π.μ):
Το Μεγάλο Σάββατο (ημερολογιακά) το πρωϊ, έχουμε την λεγόμενη «1η Ανάσταση», δηλαδή το προανάκρουσμα της Αναστάσεως που μεταδίδουν οι ύμνοι και της προσμονής της λυτρώσεως όλης της κτίσεως από την φθορά και τον θάνατο!
Το Μεγάλο Σάββατο στις 12.00 (δηλαδή ουσιαστικά την Κυριακή), έχουμε την ζωηφόρο Ανάσταση του Κυρίου μας, την ήττα του θανάτου και της φθοράς και την αφή του Αγίου Φωτός στον κόσμο από το Πανάγιο Τάφο.
Κυριακή του Πάσχα στις 11.00 π.μ. ή το απόγευμα, τελείται ο «Εσπερινός της Αγάπης», όπου σε πολλές γλώσσες διαβάζεται το Ιερό Ευαγγέλιο και διατρανώνεται παγκοσμίως η νίκη του θανάτου και η εποχή της Καινούριας Διαθήκης, της χαράς και της Αναστάσιμης ελπίδας.Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα των Παθών και της Αναστάσεως για όλους εμάς τους Πίστους;
Οι πιστοί βιώνουμε τα πάθη και την ανάσταση του Χριστού συμμετέχοντας ενεργά σε αυτά με «συμπόρευση», «συσταύρωση» και «συνανάσταση»! Ο Χριστός με την θέληση του (εκουσίως), έπαθε και ανέστη για να σωθούμε όλοι εμείς! Αυτό σημαίνει ότι δεν λυπούμαστε «μοιρολατρικά» για το Πάθος του, αλλά για τις δικές μας αμαρτίες και αφού μετανοιώνουμε ειλικρινώς μπορούμε την αντικειμενική σωτηρία που χάραξε ο Χριστός να την κάνουμε και υποκειμενική - προσωπική σωτηρία!



Τί νόημα έχει το έθιμο να περνούν οι πιστοί μετά την περιφορά του Επιταφίου, κάτω από τον Επιτάφιο;

Το να περνούν οι πιστοί κάτω από τον Επιτάφιο, είναι μια πολύ καλή και ευσεβής συνήθεια.
Το νόημα, είναι εμφανές. : «Εκφράζω τη βαθύτατη ευλάβειά μου και την πίστη μου στον θυσιασθέντα, παθόντα και ταφέντα Κύριο, και θέτω τον εαυτό μου εν ταπεινώσει κάτω από Αυτόν και κάτω από τη θαυμαστή και θεϊκή επίδραση και ευλογία Του».

Το ίδιο γίνεται και με το Ι.Πετραχήλι, όπου σκύβω κάτω από αυτό, για να δεχθώ την ευλογία και την ευχή του Ιερέα, είτε στην Εξομολόγηση, είτε στο Ευχέλαιο, είτε σε οποιαδήποτε άλλη Ευχή.


Το ίδιο γίνεται και όταν εορτάζει κάποιος Άγιος και λιτανεύεται η Ιερά Εικόνα του, ή το σκήνωμά του (πχ Αγ.Γεράσιμος) ή ένα θαυματουργό Εικόνισμα της Παναγίας (πχ στην Τήνο). Βλέπουμε εκατοντάδες ανθρώπων που στρώνονται στο έδαφος, γιά να περάσει από πάνω τους η «χάρη». Συχνά το ίδιο επαναλαμβάνεται και με τα Άγια Δώρα, στη Μ.Είσοδο.

Αλλά, παρόμοια συνήθεια περιγράφεται και στις Πράξεις των Αποστόλων, όπου θαυμαστά σημεία λάμβαναν χώρα, όταν και μόνο η σκιά των Αποστόλων που περνούσε πάνω από ασθενείς, ήταν αρκετή για να τους θεραπεύσει: «Ο σεβασμός δε και η εκτίμησις του λαού προς αυτούς (τους Αποστόλους) δια την θείαν δύναμιν, που ενεργούσε δια μέσου αυτών, ήτο τόσος, ώστε έβγαζαν τους ασθενείς εις τας πλατείας και τους έβαζαν οι μεν πλούσιοι επάνω εις κλίνας, οι δε πτωχοί εις απέριττα κρεββάτια, ώστε, όταν θα ήρχετο και θα επερνούσε ο Πετρος, και η σκια του έστω να πέση επάνω εις κανένα από αυτούς, δια να τον θεραπεύση». (Πράξ. 5,15)

Το μόνο, που απαιτεί προσοχή και δηλώνει ασέβεια και ολιγοπιστία, είναι εκείνο το άγχος να τρέξουμε και να περάσουμε οπωσδήποτε από 3 ή από 7 Επιταφίους.. Πάντα η θρησκοληψία καιροφυλακτεί, για να θολώσει την θεοσέβεια...


π.Θεολόγος

Γιατί ο Δείπνος της Μ. Πέμπτης, ονομάζεται "Μυστικός Δείπνος";

Η λέξη μυστικός παράγεται από το "μύστης" και αυτό από το "μυώ". Άρα ο Δείπνος αυτός δεν έγινε κρυφά και απομονωμένα, αλλά για να αποκαλύψει, παρουσιάσει και διδάξει στους δώδεκα μαθητές Του ο Κύριος, ότι το μυστήριο της Σταυρικής Του Θυσίας ήδη έχει συντελεσθεί. Ο Δείπνος εκείνης της Πέμπτης λέγεται και είναι "ΜΥΣΤΙΚΟΣ", διότι εμύησε ο Κύριος τους Μαθητές Του και διά των Μαθητών εμάς στη σωτήρια θυσία: Ιερούργησε ο ίδιος τη Σταυρική Θυσία του Γολγοθά. Με τον Μυστικό Δείπνο ο Χριστός με τρόπο ασύλληπτο από τον ανθρώπινο νου και την κοινή λογική, προλαβαίνει τα γεγονότα της προδοσίας, της Δίκης, των Παθών, του Γολγοθά και της Θυσίας πάνω στον Σταυρό. Και τα προλαμβάνει διότι είναι παρόντα στην τροφή του Παναγίου Σώματος και του Τιμίου Αίματος Του..."Φάγετε από το Σώμα μου", τους λέγει, "και πίετε από το Αίμα μου". Είμαι το "Εσφαγμένο Αρνίον". Για να μας ομιλεί έτσι ο Κύριος, σημαίνει ότι η Θυσία έχει ήδη συντελεσθεί και συνεχίζει με την δική μας Θεία Λειτουργία να συντελείται!

πρ. Στέφανος Αναγνωστόπουλος.

Πότε η εκκλησία μας έχει γενέθλια και γιατί;

Η ημέρα που θεωρείται ως "γενέθλιος ημέρα" της εκκλησίας μας είναι η Πεντηκοστή.
Εκείνη τη μέρα ουσιαστικά, με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος, έγινε το θαύμα της ένωσης των ανθρώπων με το Θεό. Αυτό ακριβώς είναι και ονομάζεται εκκλησία, η ένωση του ανθρώπου με το Θεό, που για πρώτη φορά αποκαλύφθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής.
Αυτό που πρέπει να συγκρατήσουμε και να καταλάβουμε είναι ότι ο Χριστός είχε πει στους Μαθητές του ότι θα αποστείλη το Άγιον Πνεύμα το οποίο θα τους διδάξη την πάσαν αλήθειαν. Αυτό ακριβώς έγινε την ημέρα της πεντηκοστής. Μόνο τότε αποκαλύφτηκε αυτή η αλήθεια (και ποτέ ξανά στην πορεία του χρόνου, που σημαίνει ότι η αλήθεια αποκαλύφτηκε τότε εφάπαξ) δηλαδή η Εκκλησία από πνευματική, έγινε Σώμα Χριστού.
Όλα τα τροπάρια εκείνης της ημέρας αναφέρονται στην εκκλησία

Το τροπάριο της εορτής:

Ευλογητός ει, Χριστέ ο Θεός ημών, ο πανσόφους τους αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς το Πνεύμα το Άγιον, και δι’ αυτών την οικουμένην σαγηνεύσας. Φιλάνθρωπε, δόξα σοι.


Ποιά η διαφορά της εορτής της Πεντηκοστής με την εορτή του Αγίου Πνεύματος;

Ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία διαφορά.

Η εορτή της Πεντηκοστής είναι εορτή της Αγίας Τριάδος, αφού με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος μαθαίνουμε ότι ο Θεός είναι Τριαδικός. Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος έγινε κατά την ημέρα της Κυριακής. Την ήμερα αυτή,  ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Ο ιερός υμνογράφος αποκαλεί την Πεντηκοστή τελευταία εορτή από πλευράς αναπλάσεως και ανακαινίσεως του ανθρώπου: "Την μεθέορτον πιστοί και τελευταίαν εορτήν εορτάσωμεν φαιδρώς, αύτη εστί Πεντηκοστή, επαγγελίας συμπλήρωσις και προθεσμία".

Οι άγιοι Πατέρες μας λοιπόν, πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας,
για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά την επόμενη ημερα την Δευτέρα.
Βέβαια,  όπως διδαχθήκαμε και πιστεύουμε,
κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού και ποτέ δεν μπορεί να χωρισθή και να απομονωθή ένα Πρόσωπο από τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Το Άγιον Πνεύμα είναι ομοούσιο με τον Υιό και τον Πατέρα, γιατί και τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν κοινή ουσία ή φύση, και κοινή ενέργεια.

Το υπόμνημα του Πεντηκοσταρίου της Δευτέρας του Αγίου Πνέυματος είναι χαρακτηριστικό:


Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Δευτέρᾳ τῆς Πεντηκοστῆς, αὐτὸ τὸ πανάγιον, καὶ ζωοποιόν, καὶ παντοδύναμον ἑορτάζομεν Πνεῦμα, τὸν ἕνα τῆς Τριάδος Θεόν, τὸ Ὁμότιμον, καὶ Ὁμοούσιον, καὶ Ὁμόδοξον τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ.
Στίχοι
Πᾶσα πνοή, δόξαζε Πνεῦμα Κυρίου,
Δι' οὗ πονηρῶν πνευμάτων φροῦδα θράση.
 Τῇ ἐπιφοιτήσει τοῦ ἁγίου Πνεύματος, πρεσβείαις τῶν Ἀποστόλων σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν. 

  Και της Κυριακής της Πεντηκοστής αναφέρει:

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Κυριακῇ ὀγδόῃ ἀπὸ τοῦ Πάσχα, τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ἑορτάζομεν.
Στίχοι
Πνοῇ βιαίᾳ γλωσσοπυρσεύτως νέμει,
Χριστὸς τὸ θεῖον Πνεῦμα τοῖς Ἀποστόλοις.
Ἐκκέχυται μεγάλῳ ἑνὶ ἤματι Πνεῦμ' ἁλιεῦσι.
Ταῖς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων πρεσβείαις, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν.


Συμπερασματικά:

Οι άγιοι Πατέρες μας πού έβαλαν σε άριστη σειρά και τάξη όλα τα θέματα της πίστεως μας, για να δώσουν τιμή στο Άγιο Πνεύμα, όρισαν να το εορτάζουμε και κατά την Πεντηκοστή, αλλά και ξεχωριστά την επόμενη ημέρα. Εμείς, πρέπει να γνωρίζουμε ότι την ήμερα αυτή, όταν εορταζόταν η Πεντηκοστή των Εβραίων, ήλθε το Άγιο Πνεύμα στους Μαθητές του Χριστού. Επειδή, λοιπόν, οι Άγιοι Πατέρες θεώρησαν καλό να ξεχωρίσουν τις γιορτές για να τιμήσουν με τον τρόπο αυτό το μεγαλείο του Παναγίου και Ζωοποιού Πνεύματος, γι’ αυτό εορτάζουμε το Πανάγιο Πνεύμα, πού είναι μία υπόσταση της Αγίας Τριάδος.


πηγές: Συναξάριον Πεντηκοσταρίου, "Δεσποτικές Εορτές" Μητροπολίτου Ναυπάκτου κκ Ιεροθέου, "τί γιορτάζουμε από το Τριώδιο έως την Πεντηκοστή, ιερομ. Ιερωνύμου Δελημάρη.




Γιατί στην τελετή του Γάμου μνημονεύεται ο Άγιος Προκόπιος;

Ο άγιος Προκόπιος παρουσιάζεται κατά το όνομα του, ως τρόπον τινά η ενσάρκωση της προκοπής και ευχή για προκοπή. Ότι λέγεται με λόγια στην τελευταία ευχή ευλογίας
"Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνέυμα, η Παναγία...Τριάς...παράσχοι υμίν...προκοπήν βίου και πίστεως...", λέγεται στην απόλυση με ένα εποπτικότερο και λαϊκότερο τρόπο, με την μνημόνευση της Προκοπής του αγίου.
Μας ξενίζει ίσως το λαϊκότροπο του πράγματος, αλλά η θεία λατρεία δεν είναι αμέτοχη του λαϊκού αυτού στοιχείου. Δεν προορίζεται μόνον για τους λογίους, αλλά και για τον πολύ λαό του Θεού. Υπάρχει περιθώριο να το δουν οι λογιότεροι με περισσότερη συμπάθεια και κατανόηση.
Εξ άλλου η περίπτωση του αγίου Προκοπίου είναι ιδιάζουσα και και ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Κατά το συναξάριο του, το όνομα "Προκόπιος" του ΄δωσε ο Κύριος κατά την εμφάνιση Του σ'αυτόν κατά την διάρκεια του μαρτυρίου του:"Ουκ ετι συ Νεανίας (αυτό ήταν το όνομα του μάρτυρος), αλλά Προκόπιος έτη φερωνύμος καλούμενος. Ίσχυε τοιγαρούν και ανδρίζου, προκόπτων γαρ προκόψεις..."
Από τους ιερούς υμνογράφους εγκωμιάζεται ως "προκόπτων εν Θεώ" (δοξαστικό αίνων) ή "τη πίστει προκόπτων" (κοντάκιο-οίκος) ή "φερωνύμος προκόπτων" (εξαποστειλάριο). Στο πρώτο δε ιδιόμελο των στιχηρών των αίνων, χαρακτηριστικά συσχετίζεται προς την προκοπή των πιστών:"ως προκόπτων εν Θεώ, πάντας πρέσβευε, αθλοφόρε, προκόπτειν εν αυτή...εν θεαρέστοις οδοίς και θείαις πράξεσιν ευαρεστούντας αυτώ" Ειδικά δηλαδή στο να θεωρηθεί ο άγιος Προκόπιος ταυτόσημος με την προκοπή συντρέχουν όλοι οι ανωτέρω λόγοι: το όνομα του, το συναξάριο του, η λαϊκή ευσέβεια και η ιερή υμνογραφία...

Ι.Μ. Φουντούλη: "Απαντήσεις εις Λειτουργικάς Απορίας".

 

Ποιοί είναι οι κυριότεροι συμβολισμοί που υπάρχουν στην Εκκλησία; Γιατί επικράτησε ο βυζαντινός ρυθμός στην ορθόδοξη ναοδομία;

Ο σχεδιασμός ιερού ναού, ασφαλώς, αποτελεί μείζον συνθετικό πρόβλημα για την αρχιτεκτονική τέχνη. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης αναρωτιέται για το θείον και, στην ουσία, στοιχειοθετεί και το πρόβλημα της ναοδομίας: "Πώς παραστήσω το άυλον; Πώς να δείξω το αιδές; Πώς διαλάβω το αμέγεθες, το άποσον, το άποιον, το ασχημάτιστον, το μήτε τόπω, μήτε χρόνω ευρισκόμενον, το εξώτερον παντός πειρασμού, και πάσης οριστικής φαντασίας; Όμως, δίνει την απάντηση οραματιζόμενος έναν νέο τύπο ναού τον οποίο, σε επιστολή που απευθύνει στον επίσκοπο Ικονίου Αμφιλόχιον στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ., με ακρίβεια περιγράφει και με σοφία αντιμετωπίζει την κατασκευή του.
Πιστεύεται ότι ο ιερός αυτός ναός, κατά τις αρχές σχεδιασμού του και ορισμένους τύπους κατασκευών του, ιστορικά, αποτελεί το αρχαιότερο υπόδειγμα ορθόδοξης ναοδομίας.

Αφότου βεβαίως επεκράτησε στην Ορθόδοξη Ανατολή
ο τέλειος σταυροειδής ναός, δηλαδή ο βυζαντινός ρυθμός, παγιώθηκαν σχεδόν όλα τα στοιχεία στον χριστιανικό ναό, όπως για παράδειγμα τα μέρη του ναού, η θέση των διαφόρων αντικειμένων, οι εικονογραφικοί κύκλοι και άλλα.. Εσωτερικά δεν έχουμε σημαντικές αλλαγές καθότι ο χριστιανικός ναός σε όλους τους ρυθμούς παραμένει ο ίδιος, χωρισμένος, στο ιερό Βήμα, τον κυρίως ναό και το νάρθηκα. Εκείνο που άλλαξε στον βυζαντινό ρυθμό ήταν η εσωτερική διακόσμηση και κυρίως η θαυμάσια βυζαντινή ζωγραφική, η οποία παραμένει και αυτή, όπως η βυζαντινή ναοδομία, αξεπέραστη μέχρι σήμερα.

Τίποτε δεν είναι τυχαίο στον χριστιανικό ναό.
Το κάθε τι έχει μελετηθεί σχολαστικά και έχει τη δική του χρησιμότητα και σημασία. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν οι πιστοί μπαίνοντας στο ναό, για να συμμετάσχουν στην λατρεία και την ευχαριστιακή σύναξη, να εγκαταλείπουν προς ώρας τα εγκόσμια και να εισέρχονται στη σφαίρα του υπεραισθητού. Γι’ αυτό τα πάντα μέσα στο ναό έχουν το βαθύτερο συμβολισμό τους, ώστε να δίνονται στους πιστούς σωστικά μηνύματα.

Ο ορθόδοξος ναός είναι μια μικρογραφία του σύμπαντος κόσμου (ορατού και αοράτου). Είναι κατά τον καθηγητή Γ. Αντουράκη “ένα ορατό σημείο - σύμβολο- εκείνου που δεν μπορούν να δουν τα ανθρώπινα μάτια. Η μυστική σημασία του ναού αποκαλύπτεται μόνο στους μυημένους, στους πιστούς”

Ο
τρούλος συμβολίζει τον ουρανό
Τα κανδήλια και οι πολυέλαιοι συμβολίζουν τα άστρα του ουρανίου θόλου.
Το άγιο Βήμα συμβολίζει τον Παράδεισο, την Άνω Ιερουσαλήμ (Αποκ.21:2), μέσα στον οποίο τελείται ακατάπαυτα η ουράνια Θεία Λειτουργία, με λειτουργούς τους αγγέλους
Η αγία Τράπεζα συμβολίζει το Θρόνο του Εσφαγμένου Αρνίου (Αποκ. Αποκ.22:3).
Τα καλύμματα, της αγίας Τραπέζης συμβολίζουν τα ιερά σάβανα και τη σινδόνα, με την οποία τυλίχθηκε το άχραντο Σώμα του Χριστού κατά την θεία ταφή Του
Οι ιερείς συμβολίζουν τους αγίους αγγέλους, τα λειτουργικά πνεύματα του Θεού (Εβρ.1:14),
Τα ιερά τους άμφια έχουν και αυτά το συμβολισμό τους. Η λαμπρότητα και η καθαρότητά τους συμβολίζουν την ιερατική χάρη, που είναι ενδεδυμένοι.
Η γη συμβολίζεται δια του
δαπέδου του ναού. Εκεί στέκονται οι πιστοί, οποίοι απαρτίζουν την επί γης στρατευόμενη Εκκλησία και ατενίζουν τον ουρανό (θόλο), τον Παράδεισο (ιερό βήμα) και τους εικονιζόμενος αγίους
Η αγία Τράπεζα στηρίζεται συνήθως σε έναν στύλο, ο οποίος συμβολίζει τον ασάλευτο στύλο της Εκκλησίας, το Χριστό, ή σε τέσσερις στύλους που συμβολίζουν τους τέσσερις Ευαγγελιστές.
Πάνω στην αγία Τράπεζα υπάρχει το ιερό Ευαγγέλιο, το οποίο συμβολίζει την πραγματικό παρουσία του Χριστού στην Εκκλησία και το γεγονός ότι η Εκκλησία διαφυλλάσει την Αλήθεια.
Υπάρχει ακόμα ο Σταυρός ευλογίας, ο οποίος συμβολίζει την ανίκητη δύναμη της Εκκλησίας κατά του κακού.
Tα κηροπήγια
, τα οποία συμβολίζουν το ανέσπερο φως της χριστιανικής διδασκαλίας.
Πίσω από την αγία Τράπεζα υπάρχουν τα εξαπτέρυγα, μεταλλικά λάβαρα με παραστάσεις αγγελικών μορφών που ακτινοβολούν. Συμβολίζουν ασφαλώς το αγγελικό τάγμα των εξαπτερύγων αγγέλων, το οποίο παραστέκεται τιμητικά στο Θεό (Ησ.6:1-2, Αποκ.4:6-8).
Στη βορειοανατολική πλευρά του ιερού βήματος υπάρχει η κόγχη της ιεράς Προθέσεως, η οποία συμβολίζει το ιερό σπήλαιο της Γεννήσεως του Κυρίου.
Ο άμβωνας συμβολίζει τον τάφο του Χριστού και ο διάκονος τον άγγελο της Αναστάσεως (Μάρκ.16:6). Φέρει παραστάσεις των ιερών Ευαγγελιστών και υπάρχει ανάγλυφο περιστέρι, πάνω στο οποίο τοποθετείται το ιερό Ευαγγέλιο και συμβολίζει το Άγιο Πνεύμα.
Στο μπροστινό μέρος του σολέα βρίσκονται τα μεγάλα μανουάλια, τα οποία μαζί με τα κανδύλια του τέμπλου, εκτός από το φως που εκπέμπουν, συμβολίζουν το νοητό φως του Χριστού, το οποίο «φαίνει πάσι». Το ίδιο και οι πολυέλαιοι ή ο συνδυασμός οι οποίοι κρέμονται από την οροφή και συμβολίζουν το φως του Χριστού και τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, που κατέρχεται από τον ουρανό.
Τα κεριά συμβολίζουν την ψυχή μας, η οποία θα πρέπει να είναι καθαρή όπως το φως και να καίει σαν τη φωτιά από λαχτάρα για την ένωσή της με το Χριστό

Οι εύηχες
καμπάνες καλούν τους πιστούς να προσέλθουν στην Εκκλησία. Έχουν πάρει την ονομασία τους από την Καμπανία, περιοχή της Ιταλίας, στην οποία πρωτοκατασκευάστηκαν. Συμβολίζουν δε τις σάλπιγγες των αγγέλων για εκγρήγορση

Ο ορθόδοξος ναός αποτελεί το κέντρο της ενοριακής ζωής. Δεν είναι τυχαίο ότι, κατά κανόνα, κτίζεται στο κέντρο της συνοικίας, ή του χωριού και οι τρούλοι και το καμπαναριό προεξέχουν των παρακείμενων κτιρίων. Παλαιότερα όταν υπήρχε έντονο το στοιχείο της κοινωνικότητας και δεν είχε υπεισέλθει το μικρόβιο της αστικής απομόνωσης, ο περίβολος του ναού ήταν τόπος συγκέντρωσης και επίλυσης των προβλημάτων των ενοριτών με κοινή συμμετοχή όλων


Ο ναός είναι το δεύτερο σπίτι του πιστού. Βρέφος όντας εκεί οδηγείται για τον σαραντισμό. Στο ναό λαμβάνει το άγιο Βάπτισμα και αναγεννάται σε νέα εν Χριστώ ύπαρξη. Εκεί στεφανώνεται και μοιράζεται τη χάρα του γάμου του με όλη την τοπική εκκλησία. Εκεί απολαμβάνει τις χαρές των μεγάλων γιορτινών ημερών. Στο ναό χαίρεται τη βάπτιση των παιδιών του. Εκεί μετέχει των ιερών μυστηρίων και λαμβάνει τη λυτρωτική χάρη του Θεού. Μέσα σ’ αυτόν σπεύδει να προσευχηθεί για τις δυσκολίες της ζωής και να αντλήσει δύναμη για την πορεία της ζωής του. Εκεί οδηγείται με το πέρας της επί γης ζωής του, για την εξόδιο ακολουθία του. Στο ναό θα αναπέμπονται εσαεί επιμνημόσυνες δεήσεις γι’ αυτόν και για όλους τους κεκοιμημένους πιστούς.


Βασική πηγή άντλησης απάντησης: http://www.apostoliki-diakonia.gr/

''Απορίες για τη Νηστεία''.

 



Ερώτηση: Ποιες είναι οι νηστείες της εκκλησίας μας;
Απάντηση: Η νηστεία των Χριστουγέννων (40 ημέρες), η νηστεία του Πάσχα (50 ημέρες), των Αγίων Αποστόλων, του Δεκαπενταύγουστου και κάποιες άλλες ημέρες.

Ερώτηση: Γιατί νηστεύουμε Τετάρτη και Παρασκευή;
Απάντηση: Νηστεύουμε Τετάρτη σε ανάμνηση της Τετάρτης που πάρθηκε η καταδικαστική απόφαση κατά του Κυρίου και Παρασκευή σε ανάμνηση της ημέρας του θανάτου Του. Εμείς οι μοναχοί νηστεύουμε και κάθε Δευτέρα σε ανάμνηση της γιορτής των Αγίων Αγγέλων.

Ερώτηση: Γιατί νηστεύουμε;
Απάντηση: Νηστεύουμε για να συνηθίσουμε στην εγκράτεια. Για να εξασκήσουμε τον εαυτό μας να συγκρατείται και να μην παρασύρεται στην αμαρτία, στις κακές πράξεις, στους πειρασμούς.
Αν δε νηστέψουμε δε μπορούμε να συγκρατηθούμε και στα άλλα πάθη (ψέματα, κλεψιές, κακές κουβέντες).

Ερώτηση: Είναι η νηστεία απαραίτητη στον άνθρωπο; Γιατί;
Απάντηση: Ναι είναι απαραίτητη, γιατί συνηθίζει τον άνθρωπο να μην ασχολείται μόνο με τα γήινα.

Ερώτηση: Εσείς εδώ στο μοναστήρι τι φαγητά τρώτε την περίοδο της νηστείας;
Απάντηση: Τρώμε λαδερό φαγητό μόνο Σάββατο και Κυριακή. Τις υπόλοιπες ημέρες τρώμε αλάδωτα και μία μόνο φορά την ημέρα.

Ερώτηση: Κάθε πότε τρώτε κρέας;
Απάντηση: Δεν τρώμε κρέας. Μόνο ψάρι.

Ερώτηση: Μπορούμε να τρώμε ψάρια την περίοδο της νηστείας; Γιατί;
Απάντηση: Μόνο στη νηστεία των Χριστουγέννων, γιατί έτσι το έχει ορίσει η εκκλησία μας.

Ερώτηση: Με τη νηστεία αποτοξινώνεται το σώμα μας. Τι πρέπει να κάνουμε για την ψυχή μας;
Απάντηση: Τα ψυχικά πάθη δημιουργούν άλλου είδους τοξίνες, τις «πονηρίες» (θυμός, άσχημες σκέψεις, καταχρήσεις, άσχημα νοήματα…), όπως τις ονομάζουν οι Άγιοι. Για να αποτοξινωθεί ο άνθρωπος από αυτές τις τοξίνες οι Άγιοι διδάσκουν Προσευχή. Τις πονηρές σκέψεις θα τις φράζουμε με προσευχή, προσοχή, εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία.

Ερώτηση: Αν δε νηστεύουμε δε θεωρούμαστε καλοί χριστιανοί;
Απάντηση: Όποιος δε νηστεύει σημαίνει ότι δεν κάνει θυσίες στη ζωή, δεν αγαπά το Θεό. Αγαπά το στομάχι του. Η νηστεία γίνεται για το Θεό. Αν δε νηστέψουμε δε μπορούμε να αγαπήσουμε το Θεό. Η νηστεία είναι ένας τρόπος για να κοιτάμε στο Θεό.

Ερώτηση: Τι γνώμη έχετε για τα «καινούρια» νηστίσιμα προϊόντα; (γάλα, τυρί, σοκολάτα…)
Απάντηση: Αν τα έβγαζαν την εποχή που οι Άγιοι φτιάχναν τις νηστείες θα τα καταργούσαν. Μπορούμε να τα τρώμε με μέτρο, γιατί είναι μεταλλαγμένα
προϊόντα και δε γνωρίζουμε τι επιπτώσεις μπορεί να έχουν στην υγεία μας.

Ερώτηση: Από ποια ηλικία πρέπει να αρχίζουν νηστεία τα παιδιά; Πρέπει να κρατούν όλη τη νηστεία;
Απάντηση: Η Παναγία άρχισε από 3 χρονών. Από τα 8-10 χρόνια μπορούμε να νηστεύουμε από όλα. Να τρώμε μόνο λάδι Τετάρτη και Παρασκευή. Σε μικρότερη ηλικία μπορούμε να πίνουμε γάλα, αλλά να μην τρώμε κρέας τις ημέρες αυτές. Για τις μεγάλες περιόδους νηστείας θα πρέπει να συμβουλευόμαστε τον πνευματικό.

Ερώτηση: Αν δε νηστεύουν οι γονείς μας, εμείς πώς θα νηστεύουμε;
Απάντηση: Θα πεις τη μητέρα σου ότι θέλεις να νηστεύεις. Κι αν σου πει όχι, στην αρχή θα κάνεις πως τρως. Δηλαδή αν Τετάρτη και Παρασκευή έχει κρέας με πατάτες, θα φας τις πατάτες και θα αφήσεις το κρέας. Πάντως όταν οι γονείς βλέπουν τα παιδιά να νηστεύουν όσο σκληροί κι αν είναι εντυπωσιάζονται και πολλές φορές παραδειγματίζονται.
πηγή:xristianos.

                                               

 '' Πότε κάνουμε το σταυρό μας κατά τις ακολουθίες''.
 
                ''Κάνουμε τον σταυρό μας:''
              1. Μόλις ανάψουμε το κερί μας.
             
2. Όταν μπαίνουμε στους Ιερούς Ναούς και όταν βγαίνουμε από αυτούς.
              3. Στην αρχή κάθε ακολουθίας.
              4. Σε κάθε Τριαδική εκφώνηση.
Δηλαδή κάθε φορά που θα λέγεται ή θα ψάλλεται το: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι», η όταν ακούγεται το «… του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…».
   
             5. Σε κάθε εκφώνηση της Παναγίας:
«Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας…» που υπάρχει στα Ειρηνικά, Πληρωτικά και Μικρές Συναπτές.

            6. Στα Απολυτίκια ή Τροπάρια όταν και όπου ακούγεται το όνομα του Αγίου ή της Αγίας της ημέρας, του Ναού κλπ.
           
7. Στον Όρθρο, όταν ψάλλεται, επαναλαμβανόμενο, το Μεγαλυνάριο της Παναγίας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…». Το σταυρό μας είναι προτιμότερο να τον κάνουμε , όταν φθάνει η ψαλμωδία στο: «…την όντως Θεοτόκον …», για να τονίζεται η πίστη ότι εγέννησε Θεόν.
           8. Στη Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, όταν περνούν από μπροστά μας το Ευαγγέλιο και τα Τίμια Δώρα.
           9. Στον Τρισάγιο Ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».
           10. Στο «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν…» το οποίο επαναλαμβάνεται τρις. Μαζί με το σταυρό μας σ’ αυτήν την περίπτωση κάνουμε κάθε φορά και μία μικρή μετάνοια.
           11. Πριν από το τέλος του Εσπερινού, όταν ο Ιερέας λέγει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου…».
           12. Στις απολύσεις των ακολουθιών (Εσπερινού, Όρθρου και λοιπών ακολουθιών), καθώς και στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας.
           13. Κάθε άλλη φορά, κατά τις διάφορες αιτήσεις του Ιερέα , εφ’ όσον αυτό αναπαύει ή ευχαριστεί τον πιστό.
           14. Όταν προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες ή άγια Λείψανα.
           15. Πριν κοινωνήσουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία.

               ''ΔΕΝ κάνουμε τον σταυρό μας:''

            1. Όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας. Στις περιπτώσεις αυτές αντί σταυρού, κάνουμε μια υπόκλιση της κεφαλής ευχαριστούντες τον Ιερέα για την τιμή που μας κάνει: Μετά τις άγιες Εικόνες να θυμιάζει και εμάς, ως εικόνες του Θεού! Εάν καθόμαστε, πρέπει να σηκωνόμαστε.
          
2. Όταν στην αρχή του Όρθρου αναγινώσκεται ο Εξάψαλμος.
Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ’ όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα… Και νυν… Αλληλούια…» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο οποίος «μετ’ ευλαβείας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. Διότι ο χρόνος αυτός της αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις η, προπαντός, χωρίς και τους παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. (Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ο Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).

          3. Όταν φιλάμε το χέρι Ιερωμένου.
Η συνήθεια ορισμένων να κάνουν το σταυρό τους πριν φιλήσουν το χέρι του Επισκόπου ή Ιερέα ή οποιουδήποτε ρασοφόρου είναι λανθασμένη. Το σταυρό μας τον κάνουμε, όταν ασπαζόμαστε τις άγιες Εικόνες και όχι όταν ασπαζόμαστε το χέρι του Ιερωμένου. Όταν λοιπόν πρόκειται να επικοινωνήσουμε ή να συναντηθούμε με Ιερωμένο, μπορούμε να πούμε «Ευλόγησον, Δέσποτα ή Πάτερ» ή «Την ευχή σας, Σεβασμιώτατε ή Άγιε Καθηγούμενε ή Πάτερ και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση της κεφαλής να ασπαστούμε το δεξί του χέρι, οπότε συνεχίζουμε το διάλογο μαζί του, όπως επιθυμεί ο καθένας. Το ίδιο κάνουμε και φεύγοντας από κοντά του. Λέμε, «Την ευχή σας ή Ευλογείτε, Πάτερ», κάνουμε μικρή υπόκλιση, προτείνοντας τις παλάμες μας σταυροειδώς, ασπαζόμαστε τη δεξιά του και φεύγουμε.

             4. Όταν λαμβάνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, το οποίο (χέρι) στη συνέχεια το ασπαζόμαστε.
              ''από το :”Λατρευτικό Εγχειρίδιο” σελ. 168,171
                του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου''. 


        

''Τό ἄναμμα τῶν κεριῶν καί τῶν καντηλιῶν στήν θρησκευτική μας παράδοση''.

 

 


Κάθε εὐλαβής Χριστιανός, ἀπό πολύ μικρή ἡλικία, μαθαίνει νά ἀνάβει κεριά στήν ἐκκλησία, ὡς ἀναπόσπαστο κομμάτι τῆς συμμετοχῆς του στά μυστήρια τῆς θρησκείας μας. Παρά τό γεγονός, ὅμως, ὅτι τό ἄναμμα τῶν κεριῶν ἀποτελεῖ καθιερωμένη θρησκευτική πρακτική, οἱ περισσότεροι πιστοί δέν γνωρίζουν ποιά εἶναι ἡ ἀκριβής σημειολογία αὐτῆς τῆς ἐνέργειας.
Οἱ πρῶτες ἀναφορές γιά τή χρήση φωτιᾶς στό θρησκευτικό τελετουργικό εἶναι πολύ παλιές, ἐνῶ στήν Παλαιά Διαθήκη ἀναφέρεται, γιά πρώτη φορά, ὅτι πρό τοῦ θυσιαστηρίου ἔκαιε ἡ «ἑπτάφωτος» λυχνία. Τόσο τά κεριά, ὅσο και τά καντήλια, ἀρχικά ἐξυπηρετοῦσαν πρακτικές ἀνάγκες, ἀφοῦ μετρίαζαν το σκοτάδι στή διάρκεια τῶν προσευχῶν πού γίνονταν τή νύχτα, ἐνῶ ἀργότερα, περισσότερο κατά τά χρόνια τῶν διωγμῶν, προσέλαβαν διάφορους συμβολισμούς.
Πολλές εἶναι οἱ βιβλικές ρήσεις πού ἀναφέρονται στό ἄναμμά τους, ὅπως: «Ἐκεῖνος (ὁ Βαπτιστής) ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καί φαίνων» (Ἰωάν. ε, 35), ἐνῶ ὁ φωτισμός τῶν ἱερῶν τόπων τῆς λατρείας τῶν Χριστιανῶν συμβόλιζε τήν προτύπωση τήν φωτεινῆς ζωῆς πού ὄφειλαν νά ζοῦν. Ἀπό ἀνασκαφές σέ κατακόμβες ἤ ἄλλους λατρευτικούς χώρους, ἔχουν βρεθεῖ λυχνίες καί κανδῆλες διαφόρων μεγεθῶν καί σχημάτων, οἱ ὁποῖες φέρουν ἐπιγραφές ὅπως: «Φῶς ἐκ φωτός» καί «Ἐγώ εἰμί ἡ Ἀνάστασις». Ἀναφέρεται, ἀκόμη, ὅτι ὁ Μωυσῆς διέταξε τούς Ἰσραηλίτες νά τροφοδοτοῦν μέ λάδι «ἄτρυγον καθαρόν» τή λυχνία τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου.


Τό καντήλι στό σπίτι.

Σέ κάθε χριστιανικό σπίτι οἱ πιστοί διαθέτουν ἕνα χῶρο μέ εἰκονίσματα, πού βρίσκεται σέ ἐμφανές σημεῖο τοῦ σπιτιοῦ ὥστε νά εἶναι εὔκολα ὁρατός καί προσεγγίσιμος, ἐνῶ μπροστά τους πρέπει νά καίει ἕνα καντήλι. To καντήλι μπορεῖ νά εἶναι διαφόρων μεγεθῶν ἤ τύπων καί εἶναι προτιμότερο νά διαθέτει κάλυμμα, ὥστε νά ἀποτραπεῖ ὁ κίνδυνος νά πεταχτεῖ θρυαλλίδα καί νά προκληθεῖ πυρκαγιά. Ἐπίσης, ἐπειδή ὅ,τι ἀφιερώνουμε στό Θεό πρέπει νά εἶναι ἄριστο, ὀφείλουμε νά τοποθετοῦμε στό καντήλι πολύ καλῆς ποιότητας λάδι καί μάλιστα ἐλαιόλαδο καί ὄχι σπορέλαιο, ἀφοῦ τό καθαρό λάδι συμβολίζει καί τήν καθαρότητα τῶν προθέσεών μας.
Τό φυτίλι παλαιότερα ἀποτελοῦνταν ἀπό βαμβακερή κλωστή συγκεκριμένου πάχους, πού βυθίζονταν στό λάδι μέ εἰδικό μηχανισμό, ἀπορροφώντας το, ὥστε νά τροφοδοτήσει τήν καιόμενη ἄκρη του. Σήμερα τά περισσότερα φυτίλια εἶναι συνθετικά καί τοποθετοῦνται σέ εἰδική καντηλήθρα ἀπό φελλό.
Τά χρησιμοποιημένα φυτίλια δέν πρέπει νά πετάγονται στά σκουπίδια, ἀλλά νά φυλάσσονται σέ ἕνα κουτάκι καί νά ἀφήνονται εἴτε σέ κάποια γλάστρα, εἴτε στόν κῆπο.


Ἡ Ἀκοίμητη Κανδήλα.

Στό Ἅγιο Βῆμα, μπροστά στό Ἅγιο Ἀρτοφόριο ὅπου φυλάσσεται τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ἀνάβει ἡ Ἀκοίμητη Κανδήλα. Ἐπίσης, πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα, κατά τή διάρκεια τῆς Ἱερᾶς Ἀκολουθίας, βρίσκονται ἀναμμένες συνήθως δύο κανδῆλες, ἀργυρές ἤ ἐπίχρυσες. Μπροστά ἀπό τίς ἱερές εἰκόνες τοῦ τέμπλου, ἀκόμη, καῖνε κρεμαστές κανδῆλες μέ καθαρό λάδι, τοῦ ὁποίου ἡ εὐωδία ἀναμειγνύεται μέ τό ἄρωμα τοῦ καθαροῦ κεριοῦ καί τοῦ λιβανιοῦ, ἐνισχύοντας τήν ἀτμόσφαιρα κατάνυξης πού συναντοῦμε στίς ἐκκλησίες μας.
Ἀξίζει νά σημειωθεῖ ὅτι ἡ ἀντικατάσταση τῆς Ἀκοίμητης Κανδήλας μέ ἠλεκτρικά λαμπιόνια, σύμφωνα μέ πολλούς ἁγίους της ἐκκλησίας μας, δέν θά πρέπει νά γίνεται σέ καμία περίπτωση. Πρέπει, ἀκόμη, νά τονισθεῖ ὅτι τό ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ δέν γίνεται ἐπειδή τό ἔχει ἀνάγκη ὁ Θεός, ἀλλά ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ νά Τοῦ δείξει τήν εὐλάβειά του.


Ὁ συμβολισμός τῶν καντηλιῶν.

Τό καντήλι πρέπει νά ἀνάβει μέ εὐλάβεια κάθε πρωΐ, ἐνῶ ἡ φλόγα του μπορεῖ νά διαρκέσει μέχρι τό βράδυ. Ὑπάρχουν πολλοί λόγοι γιά τούς ὁποίους πρέπει οἱ Ὀρθόδοξοι νά ἀνάβουμε τό καντήλι, ὅπως γιά νά μᾶς θυμίζει τήν ἀνάγκη γιά προσευχή, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τό μόνο ἀληθινό Φῶς καί ἡ πίστη σέ Αὐτόν εἶναι Φῶς, ὅτι ἡ ζωή μας πρέπει νά εἶναι φωτεινή, ὅτι, ὅπως τό καντήλι ἀπαιτεῖ τό δικό μας χέρι γιά νά ἀνάψει, ἔτσι καί ἡ ψυχή ἀπαιτεῖ τό χέρι τοῦ Θεοῦ, τή Χάρη Του δηλαδή, ἀλλά καί ὅτι πρέπει τό θέλημά μας νά καεῖ καί νά θυσιαστεῖ γιά τήν ἀγάπη πρός τό Θεό.
Ὁ πιστός κατά τή διάρκεια τοῦ ἀνάμματος σιγοψιθυρίζει τό «Δόξα σοι τῷ δείξαντι τό φῶς» καί κάτω ἀπό τό καντήλι πραγματοποιεῖ συνήθως τήν καθημερινή του προσευχή. Τό ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ ἀποτελοῦσε ἀνέκαθεν μία πολύ διαδεδομένη θρησκευτική συνήθεια, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε χριστιανικό σπίτι πού νά μήν τό φώτιζε τό ζωοδόχο φῶς του. Ὑπάρχουν, ἐπίσης, τά προσκυνητάρια τῶν δρόμων, ὅπου οἱ πιστοί ἀνάβουν καντήλια γιά νά εὐχαριστήσουν τό Θεό πού τούς βοήθησε νά γλιτώσουν τή ζωή τους μετά ἀπό κάποιο δυστύχημα. Πρέπει νά τονιστεῖ, ἀκόμη, ὅτι τό λάδι πού καίει στά καντήλια μας, συμβολίζει τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ πού φανερώθηκε ὅταν ἡ περιστερά τοῦ Νῶε ἐπέστρεψε στήν Κιβωτό γιά νά σημάνει τήν παύση τοῦ κατακλυσμοῦ, ἔχοντας στό ράμφος της κλάδο ἐλαίας, ἤ ὅταν ὁ Ἰησοῦς, καθώς προσευχόταν ἐκτενῶς, ἐπότιζε μέ τούς θρόμβους τοῦ ἱδρῶτος Του τήν ἐλιά, κάτω ἀπό τά κλαδιά τῆς ὁποίας γονάτισε τήν μαρτυρική ἐκείνη νύχτα, στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.
Ὅσον ἀφορᾶ τόν εἰδικότερο συμβολισμό του, τό ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ συμβολίζει τό φῶς τοῦ Χριστοῦ πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο, τή ρήση τοῦ Κυρίου μας ὅτι πρέπει νά εἴμαστε οἱ χριστιανοί τά φῶτα τοῦ κόσμου, ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι προσφέρεται ὡς θυσία σεβασμοῦ καί τιμῆς πρός τό Θεό καί τούς ἁγίους Του.

Τά κεριά στήν ἐκκλησία.

Ὁ ἅγιος Συμεών Θεσσαλονίκης, πού ἔχει ἑρμηνεύσει πολλά σημεῖα τῆς θρησκευτικῆς μας λατρείας, ἀναφέρει ὅτι τό ἄναμμα τῶν κεριῶν στήν ἐκκλησία ἔχει 6 συμβολισμούς, δηλαδή συμβολίζει:
α) τήν καθαρότητα τῆς ψυχῆς μας, διότι παρασκευάζεται ἀπό ἁγνό κερί μέλισσας,
β) τή Θεία Χάρη, ἐπειδή τό κερί προέρχεται ἀπό εὐωδιαστά ἄνθη,
γ) τό φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού λάμπει καί φωτίζει στό σκοτάδι,
δ) τή θέωση, στήν ὁποία πρέπει νά φτάσει ὁ πιστός, ἐπειδή τό κερί ἀνακατεύεται μέ τή φωτιά καί τῆς δίνει τροφή,
ε) τήν πλαστικότητα τῆς ψυχῆς μας, ἀφοῦ πάνω στό κερί μποροῦμε εὔκολα νά χαράξουμε ὅ,τι θελήσουμε,
στ) τήν ἀγάπη καί τήν εἰρήνη πού πρέπει νά ἀποτελοῦν βασικά χαρακτηριστικά κάθε πιστοῦ, ἐπειδή τό κερί καίγεται ὅταν φωτίζει, ἀλλά καί παρηγορεῖ τόν ἄνθρωπο χαρίζοντάς του φῶς στό σκοτάδι τῆς ζωῆς του.
Ἕνας ἄλλος ἅγιος της ἐκκλησίας μας, ὁ Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ἀναφέρει στά γραπτά του τίς 6 δικές του ἐκδοχές γιά τίς ὁποίες ἀνάβουμε κεριά στήν ἐκκλησία (Ἑορτοδρόμιον, σ. 433).
α) Γιά τή δόξα τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι τό ἀληθινό καί μοναδικό φῶς πού φωτίζει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου,
β) Γιά νά δείξει ὁ πιστός ὅτι ἔχει χαρά στήν ψυχή του,
γ) Γιά νά τιμήσουμε τούς ἁγίους καί τούς μάρτυρες τῆς πίστης, ὅπως οἱ πρῶτοι Χριστιανοί,
δ) Γιά τή διάλυση τοῦ σκοταδιοῦ τῆς νύχτας καί τήν παρηγοριά τῶν ἀνθρώπων ἀπό τό φόβο τοῦ σκότους,
ε) Γιά νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες ὅσων ἀνάβουν τό κερί, ἀλλά καί ἐκείνων ὑπέρ τῶν ὁποίων τό ἀνάβουν,
στ) Γιά νά συμβολισθοῦν τά καλά μας ἔργα, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Ὁ συμβολισμός τῶν κεριῶν.

Ὁ εὐσεβής Χριστιανός, ἀνάβοντας κερί στήν ἐκκλησία, θυμᾶται ὅτι πρέπει νά ζεῖ μέσα στό φῶς πού πῆρε ἀπό τή βάπτισή του, πού ὀνομάζεται καί Φώτισμα. Γιά τό λόγο αὐτό, κατά τή διάρκεια τοῦ μυστηρίου τῆς βάπτισης κρατᾶμε ἀναμμένες λαμπάδες, πού ἀποτελοῦν τό «πῦρ τῆς Πεντηκοστῆς», τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο ἀνανεώνεται κάθε φορά πού συμμετέχουμε στή Θεία Λειτουργία. Ἔτσι, ἐπειδή κάθε φορά πού κοινωνοῦμε καί προσευχόμαστε ἀναζωπυρώνουμε τή φωτιά πού καίει στήν ψυχή μας, ψάλλουμε στό τέλος της: «Εἴδομεν τό φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὔρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες».
Οἱ ἅγιοι τῆς χριστιανοσύνης, παραδεχόμενοι ὅτι βρίσκονται στό σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καί τῆς ἁμαρτίας, ἀναζητοῦν τή λύτρωση μέσα ἀπό τή λαμπρότητα τοῦ θεϊκοῦ φωτός. Ἐπίσης, τό κερί, καθώς καίγεται, φωτίζει τό περιβάλλον του. Ἔτσι καί ὁ συνειδητός χριστιανός, ὅταν θυσιάζεται γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, φωτίζει τούς συνανθρώπους του καί τούς δείχνει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας.
Μία παλιά θρησκευτική παράδοση Τό ἄναμμα τοῦ κεριοῦ ἀποτελεῖ ἐδῶ καί αἰῶνες ἀναπόσπαστο κομμάτι τόσο τῶν θρησκευτικῶν μας παραδόσεων, ὅσο καί τῆς εὐλάβειας τῶν πιστῶν, ἀποτελώντας ἔκφραση τῆς πίστης τους στόν Τριαδικό Θεό καί στήν ἀναζήτηση τῆς ἐνίσχυσής Του στόν καθημερινό πνευματικό τους ἀγώνα. Ὅταν ὁ πιστός εἰσέρχεται στόν ναό, πρέπει νά ἀνάβει στό μανουάλι ἕνα κερί γιά τούς ζῶντες κι ἕνα κερί γιά τούς τεθνεῶτες συγγενεῖς καί προσφιλεῖς του συνανθρώπους. Τό ἄναμμα τοῦ κεριοῦ πρέπει πάντοτε νά συνοδεύεται μέ λόγια προσευχῆς. Γιά τούς ζῶντες ὁ πιστός ζητᾶ εὐλαβικά τό ἔλεος καί τήν προστασία τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ γιά τούς τεθνεῶτες τή θεία εὐσπλαχνία καί τήν αἰώνια σωτηρία τους.
Σέ μία παλαιότερη ὁμιλία του, ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος, τονίζοντας τήν ἀνάγκη γιά ἐπιστροφή στή λειτουργική παράδοση τῆς ἐκκλησίας μας, εἶχε προτείνει: «Κατάργηση, σύν τῷ χρόνῳ, καί ὅπου τοῦτο ἐγχωρεῖ, τῶν ἠλεκτρικῶν κανδηλίων καί ἠλεκτρικῶν κηρίων, τοῦ διακοσμητικοῦ τούτου ψεύδους, τό ὁποῖον ἀλλοιώνει τό εὐχαριστιακόν γεγονός εἰς θρησκευτικόν “θέαμα”. Τό λάδι καί τό κερί “προσφέρονται” καί αὐτά κατά τινά τρόπον ὡς βοηθητικά στοιχεῖα τῆς κατ’ ἐξοχήν προσφορᾶς τοῦ ἄρτου καί τοῦ οἴνου ἐν τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ».


Μία ἐσωτερική ἀνάγκη.

Τό ἄναμμα τοῦ καντηλιοῦ ἤ τοῦ κεριοῦ ἀπό μόνο του δέν ἀποτελεῖ ἄλλοθι γιά τήν ἐκπλήρωση τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων τοῦ κάθε πιστοῦ, ἀλλά ἀντίθετα, γιά νά διατηρήσει τόν πολυποίκιλο συμβολισμό του, θά πρέπει νά συνοδεύεται ἀπό μία ἐνάρετη χριστιανική ζωή. Μόνον μέ αὐτόν τόν τρόπο ὁ καλός χριστιανός θά μπορέσει νά ἐκφράσει ἀπερίσπαστος τήν ἐσωτερική του εὐλάβεια καί θρησκευτικότητα, ἀλλά καί νά ἀντλήσει τή μέγιστη πνευματική ὠφέλεια πού ἀπορρέει ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ.                            
                                                                              








    '' Τι είναι Άγιος και τι Όσιος;''






Στους πρωτοχριστιανικούς χρόνους (Μωσαϊκός Νόμος) επικρατούσε η άποψη ότι Άγιος είναι μόνο Ένας, ο Θεός.


Στους πρώτους χριστιανικούς χρόνους ο Απόστολος Παύλος αποκαλεί Αγίους όλους τους βαπτισμένους Χριστιανούς, που ζουν σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, που αγωνίζονται για
την σωτηρία της ψυχής τους και που επιδιώκουν να κατακτήσουν την Βασιλεία του Θεού (Ρωμ. α',7 - Α' Κορ. α',1-2 - Εβρ. ς',10).


Στον 4ο αιώνα ο τίτλος «Άγιος» αρχίζει να αποδίδεται μόνο σε λίγους εκλεκτούς «φίλους του Θεού», που ξεχωρίζουν για το μαρτύριο τους, για την ζωή τους και για τα θαύματά
τους. Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας όμως τονίζει: «Άγιος είναι εκείνος που είναι καθαρός από κακία και αμαρτήματα».


Πρώτη από όλους τον τίτλο της «Υπέρ Αγίας» έλαβε η Παρθένος Μαρία. Ακολούθησαν οι Απόστολοι του Κυρίου. Οι Άγγελοι καθώς και πολλά από τα «Δίκαια» πρόσωπα της
Παλαιάς Διαθήκης δεν θα μπορούσαν να μην πάρουν τον τίτλο αυτόν, όπως φυσικά Άγιος δεν θα μπορούσε να μην ονομαστεί και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος, ο Βαπτιστής.
Σιγά-σιγά άρχισε να διαμορφώνεται μία ιεράρχηση στην ταξινόμηση των Αγίων.


Οι ομάδες (χοροί) των Αγίων έχουν ως εξής:


Προφήτης Ιώβ ο Δίκαιος


                                                             


- Δίκαιοι. Είναι όλοι οι «Δίκαιοι» που έζησαν προ Χριστού έχοντας πίστη στον Έναν και Μοναδικό Θεό και ήλπιζαν ή προφήτευσαν τον ερχομό του Μεσσία - Χριστού.




                             Απόστολοι.                                    


- Απόστολοι και Αποστολικοί Πατέρες. Τον τίτλο αυτό πήραν οι μαθητές του Κυρίου και οι μαθητές αυτών.


Αγία Γλυκερία η Μάρτυς.


                                                              
- Μάρτυρες. Ονομάζονται όλοι όσοι μαρτύρησαν για την πίστη τους, βασανίσθηκαν και θανατώθηκαν ιδιαίτερα κατά τους πρώτους μεγάλους διωγμούς. οι Μάρτυρες είναι χιλιάδες:
Γυναίκες, άντρες, νέοι, γέροι και παιδιά, και φυσικά δεν είναι όλοι γνωστοί.


  Άγιος Γεώργιος ο Μεγαλομάρτυρας ο Τροπαιοφόρος.


                                        


- Μεγαλομάρτυρες. Όσοι από τους Μάρτυρες υπέστησαν μεγάλα βασανιστήρια και θανατώθηκαν με φρικτό - βάρβαρο τρόπο, έχουν πάρει από την Εκκλησία αυτόν τον τίτλο.


Άγιος Χαράλαμπος ο Ιερομάρτυρας.


                                                       


- Ιερομάρτυρες. Ονομάζονται όσοι από τους Μάρτυρες ήταν Ιερωμένοι.


Αγία Αναστασία η Οσιομάρτυς.






- Οσιομάρτυρες. Οι μοναχοί, οι ασκητές και οι ερημίτες έλαβαν αυτόν τον τίτλο.




      Άγιος Γεώργιος ο Νεομάρτυρας εξ Ιωαννίνων.



- Νεομάρτυρες. Έτσι ονομάζονται οι Άγιοι που μαρτύρησαν επί Τουρκοκρατίας.




                       Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής


- Ομολογητές. Ονομάζονται οι Άγιοι που διώχθηκαν και βασανίσθηκαν, που ομολόγησαν την πίστη τους, αλλά που τελικά δεν θανατώθηκαν.


Ο Άγιος Παρθένιος
Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου.






- Όσιοι. Οι Άγιοι (ερημίτες, αναχωρητές, ασκητές...) που εγκατέλειψαν τον κόσμο και αφιερώθηκαν εξ ολοκλήρου στον Θεό. Τον λάτρεψαν σε ερήμους και σε κακοτοπιές με
πίστη και εγκαρτέρηση για όλη τους την ζωή και τελικά «κοιμήθηκαν εν ειρήνη», ονομάσθηκαν Όσιοι.




            Αγία Παρασκευή η Οσιοπαρθενομάρτυς


- Οσιοπαρθενομάρτυρες. Έτσι ονομάζονται οι γυναίκες μοναχές, μάρτυρες της πίστης που θανατώθηκαν με μαρτυρικό τρόπο.




           Άγιοι Κωνσταντίνος και Ελένη οι Ισαπόστολοι


- Ισαπόστολοι. Όλοι όσοι έκαναν αποστολικό έργο ισάξιο των Αποστόλων ονομάσθηκαν έτσι.




                            Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


- Πατέρες της Εκκλησίας. Οι μοναχοί, οι κληρικοί και ιδιαίτερα οι Επίσκοποι που διακρίθηκαν για το έργο τους δικαίως κατέχουν αυτόν τον τίτλο.




            Άγιος Ιουστίνος ο Απολογητής ο Φιλόσοφος


- Απολογητές. Όλοι όσοι ανέλαβαν να υπερασπιστούν τον Χριστιανισμό απέναντι σε φιλοσόφους, ηγεμόνες, βασιλείς και αυτοκράτορες, θεωρητικά ή γραπτά, με επιστολές ή
με τον λόγο τους αναγορεύτηκαν σε «Απολογητές» της πίστης μας.




              Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος ο Ευαγγελιστής


- Θεολόγοι. Φυσικά τρεις μόνο κατέχουν αυτόν τον τίτλο. Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιωάννης ο Θεολόγος και ο Συμεών ο νέος Θεολόγος. Αυτοί όχι μόνο Θεολόγησαν με τα γραπτά τους, αλλά και με το παράδειγμα της ζωής τους.






                                                     



          '' Η Αναγνώριση και ανακήρυξη των Αγίων ''.                                                                                                                                                                                                                                                                                                         


   Η αναγνώριση και ανακήρυξη των αγίων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, διαχωρίζεται σε δύο περιόδους. Η μία περίοδος διαρκεί από την αρχή της ύπαρξής της, μέχρι και τον 15ο αιώνα και από τον 15ο αιώνα μέχρι και σήμερα. Με την έννοια ανακήρυξη στην Ορθόδοξη Εκκλησία αναφέρουμε "την ιδιαίτερη εν Χριστώ αποδοχή και τιμή, που αυθόρμητα αποδίδει το πλήρωμα μίας τοπικής εκκλησίας σε ορισμένα αποθανόντα μέλη της, τα οποία ξεχώρισαν για την αφοσίωσή τους στο Θεό"[11]. Η διοικούσα εκκλησία μετά την αναγνώρισή τους, τους αναγράφει στα Δίπτυχά της και έτσι προτρέπει να τιμώνται και να γίνονται παραδείγματα προς μίμηση.
Σήμερα έχει επικρατήσει ο όρος "αγιοποίηση", που κατά την Ορθόδοξη παράδοση και θεολογία είναι απαράδεκτος, ως έννοια και όρος, καθότι τέτοιες εκφράσεις προϋποθέτουν δικανικές θέσεις, που είναι ξένες προς την Ορθόδοξη παράδοση[12].
  Κατά την πρώτη περίοδο το μόνο κριτήριο για την κατάταξη ενός Αγίου στα δίπτυχα της εκκλησίας, ήταν η αναγνώρισή του από το λαό της εκκλησίας, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται κάποια εκκλησιαστική διαδικασία για την καθολική του αποδοχή. Αυτό το καθεστώς διατηρήθηκε μέχρι και τον 15ο αιώνα, με μερικές τυπικές διαφοροποιήσεις οι οποίες αφορούσαν το είδος του αγίου (αν ήταν φερ ειπείν μάρτυρες, Ομολογητές κ.α.). Τα στοιχεία που γενικά θεωρούνταν ως τεκμήρια αγιότητας ήταν η ορθή πίστη, η τήρηση των αρετών, το μαρτύριο[13] και τα θαύματα. Επίσης τα αναλλοίωτα σκηνώματα ή αυτά τα οποία ευωδίαζαν. Θα πρέπει όμως εδώ να λεχθεί, πως τα θαύματα ή η παρουσία θαυματουργικών φαινομένων δε θεωρήθηκαν ποτέ απαραίτητα από την εκκλησία για να καταταχθεί κάποιος στα δίπτυχά της[14]. Πρέπει επίσης να λεχθεί πως στην πρώτη εκκλησία πολλοί πιστοί, οι οποίοι ακόμα δεν είχαν προλάβει να βαπτιστούν, είχαν μαρτυρήσει αναγνωριζόμενοι από το σώμα της εκκλησίας ως Άγιοι. Σε αυτή την περίπτωση θεωρείτο ως βάπτισμα του Αίματος, το οποίο αντικαθιστούσε το κανονικό βάπτισμα. Άλλοι επισης δεν είχαν προλάβει να διάγουν ευσεβή βίο, αλλά και σε αυτή την περίπτωση το μαρτύριο υπέρ της πίστεως, ως νέο βάπτισμα καθαιρούσε τις αμαρτίες τους. Κάποιες φορές, ενώ η διοικούσα εκκλησία δεν ανέγραφε μερικούς ενάρετους ανθρώπους στα δίπτυχά της, ο λαός τελικά επέβαλλε το φρόνημά του, όπως στην περίπτωση του Ιωάννη του Χρυσοστόμου ή και το αντίστροφο όπως στην περίπτωση του λαού της Αλεξάνδρειας ο οποίος ακύρωσε την ανακήρυξη του Αμμωνίου από τον Κύριλλο, ως Άγιο[15].
  Μετά την αναγνώριση η εκκλησία μνημονεύει τον Άγιο στη θεία Λειτουργία, καθορίζει ετήσια εορτή του, ενώ εκθέτει εικόνες του αγίου και λείψανα προς προσκύνηση, συντάσσοντας και ασματική ακολουθία. Από το 15ο αιώνα και μετά όμως παρουσιάζονται μερικές εξελίξεις στον τρόπο αναγνώρισης ενός αγίου. Αυτό διαπιστώνεται από τον τρόπο ανακηρύξεως κάποιων Αγίων όπως του Γρηγορίου Παλαμά, του Αγίου Μελετίου κ.α. Σύμφωνα με αυτές τονίζεται ότι για να γίνει κάποιος τοπικός άγιος δε χρειάζεται προηγούμενη συνοδική απόφαση. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Γρηγορίου Παλαμά, ο οποίος αναγνωρίστηκε άμεσα μετά την κοίμησή του ως Άγιος από τους Θεσσαλονικείς. Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο το ίδιο το σώμα της εκκλησίας να ανακηρύσσει ένα άγιο και να τον τιμούν με δική τους πρωτοβουλία. Εν συνεχεία όμως επέρχεται συνοδική απόφαση έτσι ώστε να εορτάζεται από όλη την εκκλησία[16]. Τότε ζητούνται αποδείξεις από τον κάθε τοπικό λαό σχετικά με την αγιότητα του εκάστοτε αγίου, ώστε να συνταχθεί σχετικός κατάλογος και να επέλθει σχετικός έλεγχος της αξιοπιστίας του, για να ανακηρυχθεί τελικά Άγιος.




                                            

                            '' Το Σημείο του Σταυρού ''.




  1) Ο Σταυρός τον οποίον τυπούμεν κάθε μέρα στο σώμα μας. Τυπούται με τον εξής τρόπο: Ενωμένοι οι τρεις πρώτοι δάκτυλοι που εικονίζουν την Αγία Τριάδα, και ενωμένοι οι δύο τελευταίοι εικονίζουν τις δυο φύσεις του Χριστού, την θείαν και την ανθρώπινη (τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος).

  Θέτοντας τους τρεις δακτύλους εις το μέτωπο σημαίνει, ότι κατήλθε ο Χριστός εκ των πατρικών κόλπων χωρίς να χωρισθεί απ' αυτών.
 Κατόπιν θέτοντας τον στην κοιλία μας, σημαίνει, ότι εσαρκώθει εις την άμωμον κοιλία την Αειπαρθένου Μαρίας, θέτοντας αυτούς εις τον δεξιόν ώμον και στον αριστερό σημαίνει, ότι θα έλθη να κρίνη ζώντας και νεκρούς και τους μεν δίκαιους θα στήση εκ δεξιών, τους δε αμαρτωλούς εξ αριστερών.
 2) Όσοι Χριστιανοί δεν κάνουν σωστά το σημείο του Σταυρού, χαροποιούν τον δαίμονα. Και είναι τρομερό, αντί να αγιαζόμαστε που κάνουμε το Σταυρό μας αμαρτάνουμε με αυτή την απροσεξία μας, γι' αυτό αγαπητοί μας να προσέχουμε και με ευλάβεια και σεβασμό να κάνουμε το Σταυρό μας και θα λαμβάνουμε πολλά οφέλη όπως μας λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας. Σχηματίζεται δε προστατευτική ασπίδα γύρω μας, ακατανίκητη από κάθε εχθρό και από κάθε κακό επίγειο και εναέριο.

  Ο Μέγας Άγιος της Εκκλησίας μας Αθανάσιος λέει: «Σημείο πιστών ο Σταυρός και φόβος δαιμόνων, τω σημείω του Σταυρού πάσα μαγεία παύεται». Καθώς και ο Αγ. Επιφάνιος λέει:

 «Εις το όνομα του Χριστού και στη σφραγίδα του Σταυρού, δεν ισχύει μαγείας δύναμη». Μη ντρεπόμαστε το Σταυρό να κάνουμε φανερά, γιατί είναι αμαρτία και όταν πρόκειται να βγούμε από το σπίτι ας λέμε αυτή τη φράση:

 «Αποτάσσομαι σοι, Σατανά τη πομπή σου και τη λατρεία σου και συντάσσομαί σοι Χριστέ».

  Τότε ούτε ο άνθρωπος ούτε ο διάβολος θα μπορέσει να σε βλάψει όπως μας λέει ο Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

  Παρ' όλα αυτά σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που βλασφημούν τον Ι. Σταυρό, που και οι δαίμονες φρίττουν αν και θέλουν να λέγονται Χριστιανοί.




                                  

                            Εσύ είσαι η Αγάπη Μου! 

 


 Όσο η Θυσία δεν είναι παρούσα στο μυστήριο της αγάπης, κάτι ουσιαστικό λείπει, κάτι ουσιαστικό είναι απόν από αυτή και η αγάπη είναι καταδικασμένη στην καταστροφή.
Θυσία σημαίνει να είσαι φτιαγμένος άγια, να κομίζεις τον εαυτό σου ως μία προσφορά προκειμένου οι άλλοι να πληρωθούν μέσα σε τέλεια αμοιβαία ενατένιση. Αυτό ακριβώς πραγματώνεται μέσα στην ενδοτριαδική σχέση του Θεού μας (μεταξύ Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος).
Αυτό μας δίνει ένα εκπληκτικά δυναμικό όραμα του Θεού μας, ενός Θεού που είναι ζωντανός όχι επειδή είναι φτιαγμένος κατ’ αυτόν τον τρόπο και ανίκανος για οτιδήποτε άλλο από το θριαμβικό Του Φως, αλλά ενός Θεού που είναι αγάπη, ενός Θεού θυσιαστικής αγάπης, τέτοιας που σημάδεψε τον Σταυρό, ενός Θεού που αποδέχεται, καταφάσκει και επιλέγει τον θάνατο ως μία έκφραση αγάπης, ενός Θεού στον οποίο είναι εγγενές το μυστήριο της Ανάστασης, της νίκης καταπάνω στον θάνατο.

Όταν η αγάπη κάνει την εμφάνισή της, ο πόθος του ανθρώπου να επιβεβαιώσει τον εαυτό του παραμένει στο ξεκίνημα ακόμα δυνατός. Λέμε «εσύ είσαι η αγάπη μου» και τονίζουμε τρομερά τη λέξη «μου» εκλαμβάνοντας το «εσύ» σαν αντικείμενο και χρησιμοποιώντας τη λέξη «αγάπη» όχι ως όνομα ζωογόνου δυναμικής αλλά σαν έναν απλό και σκέτο σύνδεσμο που συνδέει το «εσύ» με το «μου».
Όταν όμως η αγάπη προκόβει, όταν ανακαλύπτοντας τον άλλο, αυξάνεται ο θαυμασμός, η εκστατικότητα, η λατρεία και ο σεβασμός του προσώπου του, τότε το «μου» αρχίζει να συρρικνώνεται, το «εσύ» να αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία και η σχέση μεταξύ των δύο δεν είναι πια μία απλή σχέση συνδέσμου αλλά γίνεται μία σχέση αληθινά δυναμική. Σ’ αυτή τη σχέση ο άλλος αποκτά μία ολοένα μεγαλύτερη σημασία και ταυτόχρονα η δική μου σημασία γίνεται ολοένα και λιγότερη, έτσι ώστε σταδιακά το αγαπημένο πρόσωπο να σημαίνει τα πάντα και το «εγώ» να μη σημαίνει τίποτα πια για μένα. 
Αυτό εννοούσε και ο Χριστός όταν έλεγε πως κανείς δεν έχει μεγαλύτερη αγάπη από αυτόν που είναι πρόθυμος να θυσιάσει τη ζωή του για τον αγαπημένο του, τον πλησίον του.
  Αnthony Bloom.      




 

                 

   ''Περί του Μεγάλου Αγιασμού και της χρήσεως αυτού''. 

 

 † ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΠΑΤΡΩΝ
ΚΥΡΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

1.  Δέον να είναι σαφές ότι ουδεμία διαφορά υπάρχει εις τον τελούμενον Μέγαν  Αγιασμόν της παραμονής των  Θεοφανείων και εκείνον της κυρίας ημέρας της Εορτής. Ουχί ορθώς νομίζε­ται ότι δήθεν τελείται την παραμονήν «μικρός Αγιασμός» και την επομένην ο «Μέγας». Πρόκειται περί στοιχειώδους αγνοίας και πλάνης. Και εις τας δύο περιπτώσεις πρόκειται περί του Μεγά­λου Αγιασμού.
Μικρός Αγιασμός είναι ο συνήθως κατά μήνα τελούμενος (εις τους Ί. Ναούς και εις οικίας των χριστιανών), ως και εις διαφόρους τελετάς (εγκαινίων οικιών, καταστημάτων και ιδρυμά­των, εις θεμελιώσεις κτισμάτων ή επί τη ενάρξει της χρήσεως και λειτουργίας των κ.λπ.). Ο δε Μέγας Αγιασμός τελείται μόνον δις του έτους (τη 5η και τη 6η Ιανουαρίου) εν τω Ναώ.

2.  Ο Μέγας Αγιασμός φυλάσσεται καθ' όλον το έτος εν τω Ναώ. Φυλάσσεται δε πάντως ουχί άνευ λόγου. Και ο λόγος δεν είναι άλλος, ει μη δια να «μεταλαμβάνεται» υπό των πιστών, υπό ωρισμένας συνθήκας και προϋποθέσεις. Συνηθισμένη είναι η περίπτωσις πού  αφορά εις τους διατελούντος υπό  επιτίμιον του πνευματικού, κωλύον την συμμετοχήν αυτών εις την Θείαν Κοινωνίαν, προς καιρόν, και είθισται να δίδεται εις αυτούς, προς ευλογίαν και παρηγορίαν των, Μέγας Αγιασμός. Ουδέν κώλυμα υφίσταται προς τούτο, εφ' όσον μάλιστα ευρίσκονται εν μετάνοια και εξομολογήσει. Απαραιτήτως όμως πρέπει να συνειδητο­ποιούν ότι ο Μέγας Αγιασμός δεν υποκαθιστά ούτε αντικαθιστά την Θείαν Κοινωνίαν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, προς την οποίαν οφείλουν να προετοιμάζωνται, δια της μετανοίας και απαλλαγής εκ των υπό της αμαρτίας κωλυμάτων, δια να αξιωθούν να κοινωνήσουν το ταχύτερον.
3.  Ερωτάται, εάν ο Μέγας Αγιασμός δύναται να φυλάσσε­ται και κατ' οίκον και να πίνωσιν εξ αυτού εν ώραις ασθενειών και κινδύνων και προς αποτροπήν  βασκανίας ή  άλλων απευ­κταίων καταστάσεων.
Η απάντησις είναι θετική. Παρέχεται εξ αυτού τούτου του ιερού κειμένου της Ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού, υπό των οποίων προβλέπεται «ίνα πάντες οι αρυόμενοι και μεταλαμ­βάνοντες έχοιεν αυτό (το ηγιασμένον ύδωρ...) προς ιατρείαν παθών, προς αγιασμόν οίκων, προς πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον», και δη και «δαίμοσιν ολέθριον, ταις εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον». (Πρβλ. και συναφή ευχήν εις βασκανίαν «φυγάδευσαν και απέλασαν πάσαν διαβολικήν ενέργειαν, πάσαν σατανικήν έφοδον και πάσαν επιβουλήν... και οφθαλμών βασκανίαν των κακοποιών ανθρώπων»).
Αναντιρρήτως χειραγωγείται ούτως ο πιστός να αποφεύγη αλλάς διεξόδους («ξόρκια», μαγείας και τα πλέον απίθανα παρα­σκευάσματα των αφελών και μεθοδείας του πονηρού), και να καταφεύγη εις τα έγκυρα της Εκκλησίας «αγιάσματα», ως ο Μέγας Αγιασμός, (αλλά και ο «μικρός» λεγόμενος αγιασμός), ως συνειδητόν μέλος της Εκκλησίας και μέτοχος των αγιαστικών αυτής μέσων, ως ταμειούχου της θείας χάριτος.
Προϋποτίθεται βεβαίως ότι εις τας οικίας, οπού φυλάσσεται ο Μέγας Αγιασμός, και η κανδήλα θα ανάπτεται και θα καίει επιμελώς, και η ευλάβεια θα υπάρχη εις τα μέλη της οικογενείας, τους συζύγους και τα παιδιά, θα αποφεύγεται δε πάσα αιτία φυγαδεύουσα την Θείαν χάριν (βλασφημίαι ή άλλαι ασχημοσύναι).
4.  Προκειμένου, τέλος, περί της σχέσεως της νηστείας προς την λήψιν του Μεγάλου Αγιασμού και περί των εν γένει προϋποθέσεων της φυλάξεως αυτού κατ' οίκον παρατηρούμεν τα ακό­λουθα.
Η ιστορική αρχή του Μεγάλου Αγιασμού έχει ως εξής. Την παραμονήν των Θεοφανείων εγίνετο —όπως και το Πάσχα και την Πεντηκοστήν— η βάπτισις των Κατηχουμένων. Τα μεσάνυκτα ετελείτο ο αγιασμός του ύδατος δια την βάπτισιν αυτών. Εισήχθη δε συνήθεια να λαμβάνουν οι χριστιανοί εκ του ύδατος τούτου και να το φέρουν εις τους οίκους των εις ευλογίαν, ως μαρτυρεί ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος (Λόγος εις το άγιον βάπτισμα του Σωτήρος Ρ.Ο. 49,366)· και μάλιστα το διετήρουν επί ολόκληρον έτος. «Δια τούτο και εν μεσονύκτιο κατά την εορτήν ταύτην άπαντες υδρευσάμενοι, οίκαδε τα νάματα αποτίθενται, και εις ενιαυτόν ολόκληρον φυλάττουσιν». Η ακολουθία του αγιασμού αργότερα απεμονώθη από το βάπτισμα —μολονότι διετήρησε πολλά στοιχεία αυτού. Παρέμεινε δε η συνήθεια να λαμβάνουν οι πιστοί εκ του ηγιασμένου ύδατος εις τον οίκον των, «προς αγιασμόν οίκων», κατά την καθαγιαστικήν ευχήν.
Ενωρίς, εξ άλλου, καθιερώθη η παραμονή των Θεοφανείων ως ήμερα νηστείας, τοσούτο μάλλον καθόσον ήτο διετεταγμένον: «προνηστευσάτω ο βαπτιζόμενος και ο βαπτίζων»" και όχι μόνον αυτοί, αλλά και οι οικείοι των, και όσοι άλλοι εθελοντικώς ετέλουν νηστείαν «υπέρ των βαπτιζομένων» (παλαιοχριστιανικόν έθος ευάρεστον τω θεώ, και θα ελέγομεν αξιοσύστατον). Υπήρχον ήδη εν τοιαύτη περιπτώσει δύο λόγοι νηστείας την παραμονήν των Θεοφανείων αφ' ενός δια την εορτήν, ως και εις αλλάς Δεσποτικός και Θεομητοριικάς εορτάς, εν προκειμένω μιας μό­νον ημέρας, δια το εόρτιον κλίμα του Δωδεκαημέρου των Χρι­στουγέννων και αφ' έτερου «υπέρ των βαπτιζομένων», ως προεγράφη. Δεν ήτο δύσκολον να εκληφθή και η συγκυρία του Μεγά­λου Αγιασμού ως πρόσθετος λόγος νηστείας, χωρίς αύτη να έχη αιτιώδη σχέσιν με αυτόν.
Μεταφέροντες δε το ζήτημα εις την σημερινήν «πράξιν», θα είπωμεν, εν όψει των ανωτέρω, ότι οι μεν τακτικώς μεταλαμβά­νοντες των αχράντων μυστηρίων και τηρούντες ευλαβώς τας υπό της Εκκλησίας νενομισμένας νηστείας —μεταξύ των οποίων συγ­καταλέγεται και η της παραμονής των Θεοφανείων, είναι ήδη έτοιμοι να πίωσι τον Μέγαν Αγιασμόν κατά το διήμερον της Εορτής ταύτης. Δια δε τους λαμβάνοντας αυτόν περιστασιακώς, ως ορίζει εις αυτούς ο πνευματικός των, ενδείκνυται να τελούν την σχετικήν νηστείαν.
Και οι εκτάκτως μεταλαμβάνοντες κατ' οίκον του Μεγάλου Αγιασμού, εν ώραις ασθενειών, κινδύνων κ.λπ., μετά ή άνευ νη­στείας, πάντως ας φροντίζουν να μη υστερούν εις πνευματι­κήν νηστείαν, απέχοντες «από παντός μολισμού σαρκός και πνεύματος, επιτελούντες αγιωσύνην εν φόβω Θεού» (Β' Κορ. 7,1).






                                     

«Γιατί τελούμε τα μνημόσυνα; Τί προσφέρουν στις ψυχές των νεκρών;».

 

 Τα ερωτήματα αυτά απασχολούν πολλούς Χριστιανούς. Και είναι απολύτως δικαιολογημένα. Γιατί κάθε ορθόδοξος, τελώντας το μνημόσυνο κάποιου προσφιλούς του, επιθυμεί να βεβαιωθεί, αν αυτό που κάνει έχει αντίκρυσμα και αν μπορεί να προκαλέσει ευεργετικά αποτελέσματα στους κεκοιμημένους.
 Από την αρχή πρέπει να τονισθεί ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν θεωρεί, τις επιμνημόσυνες δεήσεις, ως απλές αναμνηστικές τελετές, ή απλές κοινωνικές υποχρεώσεις των επιζώντων. Η Εκκλησία του Χριστού είναι χώρος κοινωνίας και ζωής και επομένως τα μνημόσυνα είναι πραγματική και ουσιαστική επικοινωνία εν Χριστώ ζώντων και κεκοιμημένων, μέσω της προσευχής και μάλιστα της θείας λειτουργίας.
  Η Εκκλησία μας πιστεύει ότι ο θάνατος δεν αφανίζει την προσωπική ύπαρξη του ανθρώπου και επομένως και τους φυσικούς ή πνευματικούς δεσμούς της αγάπης με τους ζώντες. Η αγάπη των μελών της Εκκλησίας ως «σύνδεσμος τελειότητας» συνεχίζεται και πέραν του τάφου και μάλιστα θερμότερη και καθαρότερη, ως απαλλαγμένη των ανθρώπινων μάταιων συμφερόντων. Οι ζώντες στη γη και οι απελθόντες, διά της πίστεως και του θείου βαπτίσματος, αποτελούμε την μία επί γης στρατευόμενη και εν ουρανοίς θριαμβεύουσα Εκκλησία. «Εάν τε ζώμεν, εάν τε αποθνήσκωμεν, του Κυρίου εσμέν» τονίζει κατηγορηματικά ο Απ. Παύλος, φανερώνοντας τις επίγειες και ουράνιες διαστάσεις της Εκκλησίας.
  Στην αγαπητική αυτή εν Χριστώ σχέση ζώντων και τεθνεώτων κορυφαία θέση παίρνει η προσευχή υπέρ αλλήλων. Εμείς προσευχόμαστε γι’ αυτούς και εκείνοι για μας. Η προσευχή δε αυτή έχει και την έννοια της αλληλοσυγχωρήσεως. (π. Στανιλοάε). Προσευχόμαστε ως άτομα και ως Εκκλησία για τους νεκρούς μας και τους συγχωρούμε για ό,τι τυχόν μας έχουν κάνει και με αυτό τον τρόπο τους ζητούμε να μας συγχωρήσουν και αυτοί. Στο χώρο της Εκκλησίας προσευχόμαστε όλοι για όλους…
  Για το λόγο αυτό, η Αγία μας Εκκλησία ευθύς εξ αρχής καθιέρωσε ειδικές προσευχές για τους κεκοιμημένους και όρισε σε τακτές ήμερες να τελούνται μνημόσυνα. Η πράξη της αυτή στηρίζεται τόσο σε μαρτυρίες της Αγ. Γραφής, όσο και σε σαφή διδασκαλία των θεόπνευστων Πατέρων.
  Από την Π. Διαθήκη πληροφορούμαστε ότι οι Ισραηλίτες παρεκάλεσαν το Θεό να συγχωρήσει τις ανομίες των προγόνων τους. Όταν δε στους χιτώνες νεκρών Ισραηλιτών στρατιωτών, βρέθηκαν ειδωλολατρικά φυλακτά, πράγμα που εθεωρείτο αμαρτία για έναν Ισραηλίτη, ο λαός προσευχήθηκε στο Θεό, για τις ψυχές των νεκρών αυτών, όπως συγχωρηθεί το αμάρτημά τους. Στην Κ. Διαθήκη ο Απ. Παύλος εύχεται όπως ο Κύριος δώσει στον πιστό Ονησιφόρο -πού ήταν πλέον νεκρός- να βρει έλεος «παρά Κυρίου εν εκείνη τη ημέρα» (Β’. Τιμ. 1).
  Αποστολική διδασκαλία θεωρούν και οι Αγ. Πατέρες τα μνημόσυνα. Κατά τον Ι. Χρυσόστομο οι προσευχές υπέρ των κεκοιμημένων είναι καθορισμένες από το Άγιο Πνεύμα διά των Αγ. Αποστόλων. Ο Αγ. Γρηγόριος Νύσσης γράφει: «τίποτε δεν έχει παραδοθεί χωρίς λόγο και χωρίς κέρδος από τους κήρυκες και μαθητές του Χριστού και έχει διατηρηθεί στη Εκκλησία του Θεού, αλλά πάντως είναι επωφελές και θεάρεστο, το να μνημονεύονται, κατά την διάρκεια της θείας λειτουργίας, τα ονόματα όσων κοιμήθηκαν με ορθή πίστη». Ο Αγ. Δαμασκηνός θεωρεί τα μνημόσυνα ως «επωφελή και θεάρεστα και πολύ ωφέλιμα και προξενούν μεγάλη σωτηρία», οι δε Αποστολικές Διαταγές συνιστούν να επιτελούμε μνημόσυνα «εν ψαλμοίς και αναγνώσει και προσευχαίς» την τρίτη, την ενάτη και την τεσσαρακοστή ημέρα, καθώς και ετήσια.
  Αλλά το ερώτημα είναι: ωφελούνται οι νεκροί από τις προσευχές μας; Και τί είδους ωφέλεια τους προσγίνεται;
  Ο Άγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων διακηρύσσει: «Πιστεύουμε ότι γίνεται μεγάλη ωφέλεια στις ψυχές για τις οποίες γίνεται η δέηση» και μάλιστα καθ’ ον χρόνο είναι εκτεθειμένη στην Αγ. Τράπεζα «η φρικωδέστατη θυσία». Την αυτή θέση λαμβάνουν ομόφωνα και όλοι οι άλλοι Πατέρες.
  Είναι φανερό ότι οι επιμνημόσυνες ή νεκρώσιμες προσευχές της Εκκλησίας (τρισάγια, μνημόσυνα, κηδείες κ.λπ.) γίνονται υπέρ εκείνων, που έφυγαν από τη ζωή αυτή, σε κοινωνία με την Ορθόδοξη Εκκλησία, αν και αμαρτωλοί «ως σάρκα φορούντες και τον κόσμον οικούντες». Οι δεδηλωμένοι άθεοι ή οι αιρετικοί και όσοι εκούσια και συνειδητά αποκόπτονται από το Άγιο Σώμα της Ζωοποιού Μητέρας Εκκλησίας, παραμένοντες μέχρι θανάτου αμετανόητοι, γνωρίζουμε ότι δεν μπορούν να ωφεληθούν από τις προσευχές αυτές.
  Η Εκκλησία μας, βασιζόμενη στην άπειρη ευσπλαχνία και φιλανθρωπία του Πανάγαθου Θεού, τον ικετεύει να παραβλέψει και συγχωρήσει όλα εκείνα τα ανθρώπινα ολισθήματα και παραπτώματα τα οποία κάποιος «εν λόγω ή έργω ή διάνοια», «εξ υφαρπαγής ή εξ αμελείας, φθόνω και συνεργεία του Διαβόλου» διέπραξε και για τα οποία, από αμέλεια και ραθυμία δεν φρόντισε ή δεν πρόλαβε να μετανοήσει πράττοντας «άξια της μετανοίας έργα».
  Και πιστεύει για τις περιπτώσεις αυτές βασίμως -χωρίς βέβαια να προεξοφλεί και τη βούληση του καρδιογνώστη και δίκαιου Θεού, συγχωροχάρτια η Ορθοδοξία δεν έδωσε ποτέ – ότι οι ψυχές αισθάνονται το έλεος του Θεού και «αναπαύονται». Όταν μάλιστα η προσφορά της αναίμακτης θυσίας, συνοδεύεται και από ελεημοσύνες και αγαθοεργίες για τους κεκοιμημένους, τότε, σύμφωνα πάντα με τη διδασκαλία των Θεοφόρων Πατέρων μας, η ωφέλεια είναι μεγαλύτερη.
  Παρά ταύτα η Εκκλησία μας δεν παύει να τονίζει την αναγκαιότητα της μετανοίας από την παρούσα ζωή. «Μετανοείτε» «έως το σήμερον καλείται». Γιατί «έρχεται νυξ, ότε ουδείς δύναται» να μετανοήσει. Η μετάνοια για τη ζωή αυτή είναι ασφαλώς ακατανίκητη δύναμη, ικανή να μεταβάλει σε αγίους και τους αγρίους. Εκεί επάνω όμως φαίνεται ότι παύουν οι δυνατότητες της. Έτσι, στην άλλη ζωή, δεν μπορεί ο καθένας να βοηθήσει τον εαυτό του. Η δυνατότητα υπάρχει στην προσευχή της Εκκλησίας και στο Αίμα του Κυρίου που χύθηκε για τη ζωή και σωτηρία του κόσμου. Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν θα παύσει να δέεται και να τελεί τα μνημόσυνα. Τον τελικό όμως λόγο τον αναθέτει στο Θεό.
(Αρχιμ. Αθηναγόρου Καραμαντζάνη, «Οι Πατέρες και τα προβλήματα της ζωής μας».







                 Μνημονεύουμε γιατί αγαπάμε.

 

Γιατί τα ονόματα;


Μερικοί ρωτούν γιατί μνημονεύουμε τα ονόματα των κεκοιμημένων και των ζώντων στις προσευχές που κάνουμε γι' αυτούς. Ο Θεός σαν παντογνώστης που είναι, δεν ξέρει τα ονόματά τους και τις ανάγκες τους;


Όμως αυτοί που μιλούν και σκέπτονται έτσι, ξεχνούν ότι την προσευχή δεν την κάνομε για ενημέρωση του Θεού. Φυσικά ο Θεός δεν έχει ανάγκη τέτοιας ενημερώσεως. Άλλη είναι η σημασία αυτής της προσευχής.


Προσευχόμεθα υπέρ των ζώντων και των μεταστάντων και τους μνημονεύουμε με τα ονόματά τους, για να δείξουμε, ότι τους αγαπάμε με όλη μας την καρδιά. Γιατί δεν είμαστε απλώς συγγενείς ή φίλοι ή γνωστοί, αλλά «αλλήλων μέλη». Μέλη της Μιάς Εκκλησίας. Του Ενός Μυστικού Σώματος του Χριστού.

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στη μηχανική και απαθή μνημόνευση των ονομάτων και στην ολοκάρδια προσευχή. Το ένα απέχει από τον άλλο, όσο ο ουρανός από τη γη.


Η προσευχή πρέπει να είναι ειλικρινής εκδήλωση αγάπης. Η αγάπη είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Γι' αυτό ο Θεός τη δέχεται. Και γι' αυτό την περιμένει! Η αγάπη για τους ζώντες και κεκοιμημένους αδελφούς μας είναι χρέος . Το πρώτο από όλα. Κάθε λέξη στην προσευχή, κάθε λέξη που πηγάζει από τα βάθη της καρδιάς, έχει πολλή δύναμη: «Πολύ ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», λέγει η Αγία Γραφή.


Και αν έχει τόση μεγάλη σημασία η μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων σε οποιαδήποτε προσευχή, πόσο μεγαλύτερη σημασία και αξία έχει, όταν μνημονεύονται τα ονόματα στην ιερότερη προσευχή, στη Θεία Λειτουργία; Στη Θεία Λειτουργία ο ιερέας επισφραγίζει τη μνημόνευση των ονομάτων ζώντων και κεκοιμημένων με τα λόγια «Απόπλυνον, Κύριε, τα αμαρτήματα των ενθάδε μνημονευθέντων δούλων Σου τω αίματί Σου τω αγίω».

Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης
περιοδ.  Ο Άγιος Λάζαρος, έκδ. Ι.Ν. Αγ. Λαζάρου, Δεκέμβριος 2011.









                         Απόγνωση....? μα γιατί.........? 

 

  «Αν έχεις αμαρτίες, να μην απελπιστείς, αυτά δεν παύω να σας τα λέω συνεχώς, και αν κάθε μέρα αμαρτάνεις, να μετανοείς καθημερινά. Γιατί η μετάνοια είναι το φάρμακο κατά των αμαρτημάτων είναι η προς τον Θεόν παρρησία, είναι όπλο κατά του διαβόλου, είναι η μάχαιρα πού του κόβει το κεφάλι, είναι η ελπίδα της σωτηρίας, είναι η αναίρεση της απογνώσεως. Η μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό και μάς εισάγει στον Παράδεισο. Γι’ αυτό (σου λέω), είσαι αμαρτωλός; μην απελπίζεσαι. Ίσως βέβαια αναλογιστείς. Μα τόσα έχω ακούσει στην Εκκλησία και δεν τα ετήρησα. Πώς να εισέλθω και πάλι και πώς και πάλι να ακούσω; Μα γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να εισέλθεις επειδή, όσα άκουσες δεν τα ετήρησες. Να τα ξανακούσεις, λοιπόν, και να τα τηρήσεις. Εάν ο ιατρός σου βάλει φάρμακο στην πληγή σου και παρά ταύτα δεν καθαρίσει, την επομένη ημέρα δεν θα σου ξαναβάλει πάλι;

  Μη ντρέπεσαι, λοιπόν, να ξαναέλθεις στην Εκκλησία. Να ντρέπεσαι όταν πράττεις την αμαρτία. Η αμαρτία είναι το τραύμα και η μετάνοια το φάρμακο. Αν, λοιπόν, έχεις παλιώσει σήμερα από την αμαρτία, να ανακαινίσεις τον εαυτό σου με τη μετάνοια. Και είναι δυνατό, μπορεί να πει κανείς να σωθώ, αφού μετανοήσω; Και βέβαια είναι. Μα, όλη τη ζωή μου την πέρασα μέσα στις αμαρτίες, και εάν μετανοήσω θα βρω τη σωτηρία; Και βέβαια. Από που γίνεται αυτό φανερό; Από τη φιλανθρωπία του Κυρίου σου… Γιατί η φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει μέτρο. Και ούτε μπορεί να ερμηνευτεί με λόγια η πατρική Του αγαθότητα. Σκέψου μια σπίθα πού έπεσε μέσα στη θάλασσα, μήπως μπορεί να σταθεί εκεί ή να φανεί; Όση σχέση έχει, λοιπόν, μια σπίθα με το πέλαγος, τόση σχέση έχει η αμαρτία σου σε σύγκριση με τη φιλανθρωπία του Θεού. Και καλύτερα, θα έλεγα, όχι τόση, άλλα πιο πολλή. Γιατί το πέλαγος, ακόμη και αν είναι απέραντο, έχει όριο, μέτρο και σύνορα. Η φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απεριόριστη. Γι’ αυτό σου επαναλαμβάνω. Είσαι αμαρτωλός; Μην απελπίζεσαι».




                                          




                                Προς τους γονείς. 

 

  Μη λησμονείτε να κάνετε το χρέος σας έναντι των παιδιών σας. 
Η στοργή και η αγάπη σας δεν πρέπει να εξαντλούνται μόνο στις φυσικές ανάγ­κες των παιδιών σας. 
Η φροντίδα για το τί θα φάνε, τί θα ντυθούν και πώς θα ζήσουν με άνεση, δεν είναι αρκετή. 
Γιατί όλα αυτά αφορούν το σώμα τους. Και τα παιδιά δεν είναι μόνο σώμα. Έχουν και αθάνατη ψυχή. Γι΄ αυτές τις αθάνατες ψυχές των παιδιών σας έχετε χρέος να σταθείτε άγρυπνοι φρουροί και να μεριμνήσετε ώστε να διασφαλισθούν από κάθε κίνδυνο και από κάθε κακό.
 Το μεγαλύτερο σας χρέος και το ιερότερο καθήκον σας είναι να μορφώνετε χριστιανικά τα παιδιά σας. 
 Να τα οδηγείτε στον δρόμο του Θεού και να τονώνετε την πίστη τους στον Χριστό. 
Έτσι μόνο θα τα βοηθήσετε να γίνουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες, δημιουργικές και ωφέλιμες.




                                          




 

                                Μάτιασμα και ξεμάτιασμα. 

 

Πολλές φορές, όταν παθαίνουμε κάτι είτε με τα οικονομικά, είτε με τα οικογενειακά μας, κάνουμε εύκολα και γρήγορα τη διά­γνωση: ΜΑΤΙΑΣΜΑ! Σίγουρα κάποιος μας μάτιασε! Δεν εξηγείται διαφορετικά. Τόσο ξαφνικά και χωρίς αιτία να πάθουμε κακό; Οπωσδήποτε πρόκειται για μάτιασμα. Και τώρα τι κάνουμε;

Καταφεύγουμε στην κυρία τάδε πού ξεματιάζει. Και η κυρία τάδε με πολύ ύφος κάνει κάτι παράξενες τελετές, νεράκια ή καρβουνάκια με προσευχή στο Χριστό και στους Αγίους Αναρ­γύρους, συνεχίζουν με κάτι αστεία -για να μη πούμε βλάσφημα- λόγια για την Παναγία, πού «λούστηκε» και «κτενίστηκε». Και μη χειρότερα. Και συ, τέλος, 9 φορές λες το «Πάτερ ημών» για να έχει εκκλησιαστικό φινάλε!

Μα είναι σοβαρά πράγματα αυτά; Προφανώς όχι. Τότε ποια είναι ή αλήθεια;

Το μάτιασμα (Βασκανία) μπορεί πράγματι να συμβεί. Και συμβαίνει συνήθως, όταν κάποιος εστιάζει το μάτι του σε κάποιο πρόσωπο, είτε με διάθεση φθόνου ή μίσους ή εκδικήσεως. Παρακι­νεί έτσι τον διάβολο να βλάψει το πρόσωπο αυτό. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει, όταν στείλει κανείς κά­ποιον... στον διάβολο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε, ότι ανθρώ­πους πού έχουν συνειδητή πνευματική ζωή (εκ­κλησιασμός - εξομολόγηση - Θ. Κοινωνία) δεν τους πιάνει το «μάτι».

Αλλά κι' αν τυχόν συμβεί κάτι, οι σωστοί χριστιανοί δεν καταφεύγουν σε κομπογιαννίτισσες ξεματιάστρες, αλλά στην μοναδική ισχυρή δύναμη κατά του διαβόλου, δηλ. την ΙΕΡΩΣΥΝΗ. Μόνο ο ιερέας έχει δικαίωμα να διαβάσει την ειδική ευχή «εις βασκανίαν». Μια ευχή που δεν περιέχει ανόητα λόγια, αλλά επικαλείται ξεκά­θαρα τον μόνον «ιατρόν και θεραπευτήν των ψυχών ημών».

Οι δικαιολογίες «πού να βρω παπά τέτοιαν ώρα;» δεν στέκουν. Προσευχήσου με απλά λόγια και γνωστές προσευχές στον θεό να σε λυτρώσει από την επήρεια του διαβόλου και με την πρώτη ευκαιρία πήγαινε σε παπά πνευματικό. Όχι μόνο για να σε απαλλάξει από το μάτιασμα. Αλλά κυρίως για να ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΘΕΙΣ. Πρέ­πει επιτέλους να πάψουμε να βλέπουμε τον πα­πά σαν το μάγο, πού θα μας γλυτώσει αυτόματα από το κακό. Χρειάζεται και η δική μας συμμετο­χή στη θεραπεία. Και αυτή η συμμετοχή είναι η ειλικρινής εξομολόγηση. Και ο δυναμικός αγώ­νας της μετανοίας.

π.Γ.Στ.


                           

                   ''Μάνα και παιδιά''.

  
Η μάνα καλύτερα είναι να ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών, παρά να καταπιάνεται σχολαστικά με το νοικοκυριό, με τα άψυχα πράγματα.  Να τους μιλάει για τον Χριστό, να τους διαβάζει βίους Αγίων. Παράλληλα να ασχολείται και με το ξεσκόνισμα της ψυχής της, για να λαμποκοπάει πνευματικά. Η πνευματική ζωή της μητέρας θα βοηθήσει αθόρυβα και τις ψυχές των παιδιών της. Έτσι και τα παιδιά της θα ζουν χαρούμενα, και εκείνη θα είναι ευτυχισμένη, γιατί μέσα της θα έχει τον Χριστό. Αν η μάνα δεν ευκαιρεί ούτε ένα ΄΄τρισάγιο΄΄ να πει, πώς θα αγιαστούν τα παιδιά της; 

Γέροντας Παΐσιος - (Λόγοι τ. Δ΄)


Επιμέλεια 
Αρχιμανδρίτου 
Αντωνίου Βούλκου.
                                                                                                                                                                                                                   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου